Τετάρτη, 19 Οκτωβρίου 2011

Παλιά Πόλη: Ἔκφραση, ὕφος καί ἰδεολογία στό δομημένο περιβάλλον.

Τό ἀρχοντικό Παναγιώτη Στάλιου στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου (2006).

Τό κονάκι τοῦ Μουζαφέρ Μπέη, κτισμένο στίς παρυφές τῆς συνοι­κίας Σοῦννε περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Ἀποτελεῖται ἀπό κεντρικό κτίσμα (σελαμλίκ) καί δύο πτέ­ρυ­γες σέ σχῆμα Π καί εἶναι διώροφο μέ ὑπόγειο. Χαρακτηρι­στικό εἶναι τό κεντρικό καμπυ­λό­σχημο ἀέτωμα. Ἐσωτερικά τό ἰσόγειο χρησιμεύει γιά βοηθη­τικούς χώρους, ἐνῶ τά δωμάτια ὀργανώνονται στούς ὀρόφους πέριξ ἑνός κεντρικοῦ χώρου (2003).


Τό διοικητήριο τοῦ Καζᾶ Ξάνθης ἕδρα τοῦ Καϊμακάμη στή σημερινή Κεντρική Πλατεῖα τῆς Ξάνθης. Κατεδαφίστηκε τή δεκα­ετία τοῦ 1960. Τυπικό πέτρινο δεῖγμα ἐπιβλητικοῦ κρατικοῦ κτιρίου σέ νεοκλασσικά πρότυπα. (Φωτογραφία τοῦ 1898).


Ἡ εἴσοδος χανιοῦ στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου. Διακρίνεται ὁ ἐσωτερικός ἐλεύ­θε­ρος χῶρος μέ τά δωμάτια σέ περι­μετρική διάταξη. Ἡ εἴσοδος εἶναι εὐρύχωρη γιά τήν εἴσοδο τῶν ζώων καί τῶν κάρων. (Φωτογραφία τοῦ 1975).


Ἡ ἐπιβλητική κύρια πόρτα τοῦ ἀρχοντικοῦ Ὀρφανίδη, σήμερα Δημαρχεῖο τῆς Ξάνθης. Θυμίζει ρωμανικό πρότυπο τῆς λατινικῆς Εὐρώπης.



Προσθήκη λεζάντας

 Φαλτσογωνιά καί κατασκευα­στικές λεπτομέρειες στο ἀρχοντικό τοῦ Μένανδρου Χασηρτζόγλου, ὅπου σήμερα στεγάζονται ὑπη­ρε­σίες τοῦ Δήμου Ξάνθης. Χαρα­κτηριστική εἶναι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ τοπικοῦ γρανίτη ἀπό κουδαραίους Ἠπειρῶτες κτίστες (2005).


Πήλινα νεοκλασσικά ψευδο­κιονόκρανα στό ἐκλεκτι­κιστικό μέγαρο Ἰσαάκ Δανιήλ.



Ἰδιόμορφη ἐξώθυρα αὐλῆς στήν περιοχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων μέ χαρακτηριστικές σιδεριές (σκίτσο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).


Τό ἀρχον­τικό Χασηρτζόγλου ἀριστερά καί τό ἀρχοντικό Στάλιου δεξιά στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου σέ φωτογραφία τοῦ 1978.



Πρόσοψη καπνομάγαζων στήν ὁδό Ἀβδήρων. Εἶναι ἐμφανής ἡ δυτικότροπη ἀρχιτεκτονική μέ δυτικά διακοσμητικά στοιχεῖα ὅπως ἡ κλιμακωτή ἀπόληξη τοῦ ἀετώματος. Ἡ κατασκευή εἶναι ἐπιβλητική καί ὑποδηλώνει κῦρος καί σοβαρότητα. (Σχέδιο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).

Λαϊκότροπη διακόσμηση μέ κτιτορική ἐπιγραφή σέ κτίσμα τῆς ὁδοῦ Στάλιου. Ἔχει γίνει ἀπό αὐτοδίδακτο λαϊκό ζωγράφο.


Κτιτορική ἐπιγραφή τοῦ 1877 στό ἀρχοντικό Καλούδη στήν ὁδό Ἀντίκα.


Ἀνάμειξη ρυθμῶν στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Λαϊκή κα­τοικία μέ γωνιακό σαχνισί κατά τή μακεδονική παράδοση. Τό μπαλ­κόνι μέ σιδεριές μέ ρόδακα ἴσως εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη, ὅπως καί ἡ κεντρική πόρτα σέ στύλ art nouveαu. Δεξιά σιδερένια αὐλόπορτα σέ στύλ art deco.


Μπαλκόνι μέ σιδεριά πού παραπέμπει στό Παρίσι. (Ἀρχοντικό Σαρκούτσου).



Τυπική σιδεριά τῆς Κωνσταντινούπολης μέ ἀνθέμια καί λόγχες. (Ὀδός Ὀρφέως)


Ἀστική πολυκατοικία κατά τά εὐρωπαϊκά πρότυπα στήν κατάληξη τῶν ὁδῶν Χρηστίδη καί Εὐριπίδη Χασηρτζόγλου. Στό ἰσόγειό της λειτουργοῦσε φοῦρνος (1979). 


Ἰδιόρρυθμος φωταγωγός-ὑπέρθυρο μέ ἐπιδράσεις ἀπό τήν art nouveau καί διακοσμητικοί ψευδοκίονες σέ ξύλινη ἐξώπορτα σπιτιοῦ στήν ὁδό Εὐριπίδου.

Δυτικίζουσα ἐκλεκτι­κι­στι­κή κατοικία μέ περίτεχνο στηθαῖο καί ἐπιβλητική πόρτα πού ὑπῆρχε στήν ὁδό Σταθμοῦ (1975).




        Τήν Παλιά Πόλη συγκροτοῦν πέντε ρωμαίικοι μαχαλᾱδες καί δύο μουσουλμανικοί. Στήν Παλιά Πόλη ἡ μίμηση τῶν βορειοθρακιώτικων προτύπων ἀναμειγνύεται μέ λαϊκές κατοικίες, κονάκια κατά τήν παράδοση τῆς "ἀρχοντικῆς ἀρχιτεκτονικῆς" τῆς Μακεδονίας, τῆς Θεσσαλίας καί τῆς Ἠπείρου, κονάκια μουσουλμάνων μέ διαχωρισμό τῶν δύο φύλλων (χαρεμλίκ καί σελαμλίκ), ἐπιβλητικά κτήρια μέ ὀθωμανικό ἀκαδημαϊκό χαρακτῆρα, κατοικίες τῶν ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ μέ ἐκλεκτικιστικό δυτικότροπο ὕφος καί, τέλος, νεοκλασσικά κτήρια, τά ὁποῖα, ὅμως, διαθέτουν ἀνατολίτικα σαχνισιά. Τό δομημένο περιβάλλον θυμίζει ἔτσι τά ἐμπορικά καί ἀστικά κέντρα τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας, ἀλλά καί τήν ἰταλική ἀναγέννηση, τόν γερμανικό ἀκαδημαϊκό ρομαντισμό   καί τόν νεοκλασσικισμό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, χωρίς ὅμως ὁ ἐπισκέπτης πρός στιγμή νά ἀμφιβάλει ὅτι βρίσκεται στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Πρόκειται, λοιπόν, γιά ἕνα ἀρχιτεκτονικό ὑβρίδιο ἰδιαίτερης αἰσθητικῆς σημασίας.
Τό ὕφος καί ὁ χαρακτήρας εἶναι ἐδῶ πολυμορφικά καί ἀντιπροσωπεύουν μεγάλη πολιτισμική ποικιλία καί εὐρύτατο φάσμα. Οὔτε ἡ ἐκλεκτικιστική ἀστική Ἀδριανούπολη, οὔτε ἡ δυτικότροπη ἀστική Καβάλα μέ τό ὀθωμανικό κάστρο της, οὔτε ἡ ἀστική ὀθωμανική Ραιδεστός μέ τίς ξύλινες κατοικίες καί τίς βυζαντινές παραδόσεις, οὔτε τό ἴδιο τό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης, πρότυπο κάθε μίμησης καί πόλος κάθε ἐπιθυμίας, μποροῦν νά παραλληλισθοῦν μέ αὐτό πού συναντᾶμε ἐδῶ. Μόνον ἡ παλιά ἀστική Θεσσαλονίκη, ὅπως ἦταν πρίν ἀπό τήν πυρκαγιά τοῦ 1917, ἡ ὁποία μέ τόν βαλκανικό, δυτικίζοντα καί ταυτόχρονα ἀνατολίζοντα χαρακτῆρα της, –πού ἐνσάρκωνε, ἴσως καλύτερα ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, τήν ἀντίληψη τοῦ Levant[i]–, διέθετε κάτι παρόμοιο μέ τό ποικιλόμορφο τῆς δόμησης τῆς Ξάνθης.
Εἶναι δυνατόν ἔτσι μέ μιά σύντομη περιήγηση στή μικρή αὐτή πόλη νά συναντήσουμε ἐντυπωσιακή καί μοναδική ποικιλομορφία.
Ἀπό τή χαρακτηριστική μορφή τῆς κατοικίας τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας στή Θράκη, τό ἰσλαμικό κουλλιγιέ[ii], κοινωνικό-θρησκευτικό κέντρο (μέ τέμενος μέ περίτεχνες διακοσμήσεις σέ ὕφος ὀθωμανικοῦ μπαρόκ, μεντρεσέ, λουτρό, ἰμαρέτ καί παζάρι), τά πέτρινα διοικητικά ὀθωμανικά κτήρια, μέ τόν νεοκλασσικό χαρακτῆρα (μειονοτικό γυμνάσιο, κτήριο διοίκησης στήν πλατεῖα πού δέν ὑπάρχει πιά), τά τυπικά χάνια τῆς Ἀνατολῆς (πού ξεπερνοῦν τά πενήντα) μέ φοῦρνο, καταστήματα καί πυρῆνα ἀγορᾶς καί τά κονάκια τῶν μουσουλμάνων μπέηδων (κονάκι τοῦ Σεφκέτ Μπέη, κονάκι τοῦ Χαμδῆ μπέη, κονάκι τοῦ Μουζαφέρ Μπέη), βρισκόμαστε στίς γεροκτισμένες πέτρινες κατοικίες, τίς ἐκκλησίες καί τά καταστήματα, τά κτισμένα ἀπό τίς περιπλανόμενες ὁμάδες τῶν μαστόρων τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν τά χαρακτηριστικά κουδαρίτικα σύμβολά τους, (ὁδός Ὀρφέως, ὁδός Ἀντίκα, Πλατεῖα Ματσίνη, ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου, μητροπολιτικός ναός) καί, τέλος, στά ἐντυπωσιακά ἀρχοντικά τῶν πλουσίων ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ (συνοικίες Μητροπόλεως, Ἁγίου Βλασίου καί Ἁγίου Γεωργίου). Τό βυζαντινό-ὀθωμανικό ξύλινο σπίτι μέ τόν μεγαλοαστικό φραγκολεβαντίνικο στόμφο δέν συναντᾶται στήν Ξάνθη.
Ἡ νοσταλγία τῆς κεντρικῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί ἡ αἴγλη τῆς μεγάλης ἀστικῆς παράδοσης τῶν Δυτικῶν, ἀποτυπώνεται στόν παράδοξο ἐκλεκτικιστικό χαρακτῆρα καί τή διάθεση μίμησης τῶν μεγάρων καί τῶν κτισμάτων πού θυμίζουν τήν ἰταλική ἀναγέννηση (Μέγαρο Στάλιου καί Νηπιαγωγεῖο Στάλιου, ἀμφότερα κτισμένα τό 1881 μέ σχέδια ἰταλοῦ ἀρχιτέκτονα), τόν γερμανικό ἀκαδημαϊκό ρομαντισμό (ζωγραφικός διάκοσμος ἀπό Βαυαρό καλλιτέχνη στά μέγαρα Κουγιουμτζόγλου, [περί τό 1880], ἀρχοντικό Δημ. Χασιρτζόγλου στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου τή νεογοτθική ἀρχιτεκτονική τοῦ ρομαντισμοῦ (ἀρχοντικό Σαρκούτσου τά ἀγγλικά μεσοαστικά καί μεγαλοαστικά πλίνθινα σπίτια (κατοικίες Μιχάλογλου καί ἀρχοντικά Κουγιουμτζόγλου, τόν ρωμανικό χαρακτῆρα (ἀρχοντικό Ὀρφανίδη [1890], νῦν Δημαρχεῖο, ἀρχοντικό Κουγιουμτζόγλου-Καλούδη στή γωνία Ἀντίκα-Ὀρφέως, [1877]), τόν νεοκλασσικισμό τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους (Μητροπολιτικό μέγαρο κτισμένο τό 1897, ἀρχοντικό Σαρκούτσου, κτισμένο ἐπίσης τό 1897, πολλές κατοικίες), τίς κλιμακωτές ἀπολήξεις τῶν τοίχων, κατά τόν ὁλλανδικό καί τόν βορειογερμανικό τρόπο (καπνομάγαζα, καταστήματα στήν πλατεία), τούς γοτθικούς πύργους (γοτθικός διακοσμητικός πῦργος στό κινηματοθέατρο "Ἠλύσια", δέν ὑπάρχει σήμερα), τήν κεντροευρωπαϊκή art deco (μέγαρο στή θέση τοῦ Θεάτρου "Ἀπόλλων", κινηματοθέατρο "Ἠλύσια"), τή γαλλική μικροαστική πολυκατοικία (κτίσματα στήν Ἄνω καί Κάτω Χαράδρα) καί πολλά ἄλλα.
Ὅσο γιά τίς ἐκκλησίες, αὐτές κτισμένες τή δεκαετία τοῦ 1830 ἀκολουθοῦν τόν τῦπο πού διαμορφώνεται τήν ἴδια ἐποχή στήν Κωνσταντινούπολη, δηλαδή τόν τῦπο τῆς τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικῆς. Εἶναι ἡ ἐποχή πού ἡ προσπάθεια γιά ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπιτρέπει στούς Ρωμηούς τήν ἀνέγερση τριώροφων κατοικιῶν καί μεγάλων ἐκκλησιῶν, – τόσο μεγάλων πού συχνά εἶναι πολύ μεγαλύτερες ἀπ' ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἀπό τόν ἀριθμό τῶν πιστῶν, ἐνῶ μπορεῖ καί νά διαθέτουν εὐρύχωρο γυναικωνίτη. Οἱ ἐκκλησίες βρίσκονται μέσα σέ περίβολο πού πολλές φορές περιλαμβάνει σχολεῖο, γραφεῖο τῆς κοινότητας, κατοικία τοῦ παπᾶ ἤ καί ἀκόμη τοῦ νεωκόρου ἤ, τέλος, καί αἴθουσα συνεδρίασης τῆς κοινότητας ἤ τῆς Δημογεροντίας. Οἱ ἐκκλησίες καί ἡ μάνδρα πού τίς περιβάλλει εἶναι βαμμένες σέ ὤχρα. Παρά τόν ἄνεμο φιλελευθερισμοῦ πού συνοδεύει τίς ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις ἡ ἀνατολική δεσποτία εἶναι δυνατό νά δημιουργήσει ἀπρόβλεπτες καταστάσεις. Οἱ μάνδρες λοιπόν πού περιβάλλουν τίς ἐκκλησίες καί τά γραφεῖα τῆς κοινότητας ἐξασφαλίζουν καί κάποια προστασία.
Ἡ πανσπερμία τῶν ρυθμῶν συμπληρώνεται ἀπό τήν ποικιλία τῆς λεπτομέρειας καί τῆς διακόσμησης, δηλαδή ἀπό αὐτό πού εἶναι περιττό καί δέν χρειάζεται, ἀλλά καί εἶναι αὐτό πού δίνει τή χαρά καί τήν ἱκανοποίηση, χωρίς πάντα νά προϋποθέτει τόν πλοῦτο –πού ὅμως, κατά κανόνα, ἀκολουθεῖ. Οἱ λεπτομέρειες στά κτίσματα τῆς Ξάνθης συναντῶνται ὡς οἰκοδομικά καί διακοσμητικά στοιχεῖα στούς τοίχους, τίς πόρτες, στά παράθυρα καί στίς ὄψεις. Οἱ λεπτομέρειες βρίσκονται στίς κατεργασμένες πέτρες, τίς γωνιές καί τίς φαλτσογωνιές, στά πεζοδρόμια ἤ στά καλντερίμια. Καμιά φορά ἐπιστρατεύονται ζωγράφοι γιά νά διακοσμήσουν ἐξωτερικές ὄψεις, νά συνθέσουν κτιτορικές ἐπιγραφές. Οἱ ζωγραφιές ἐμπνέονται ἀπό τά ρομαντικά ὀνειροπολήματα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τίς λαϊκές λιθογραφίες πού κυκλοφοροῦσαν τόν 19ο αἰῶνα. Συνηθέστερα ντόπιοι αὐτοδίδακτοι καλλιτέχνες, πού ἀποκαλοῦνται κοσμηματογράφοι, ἐμπλουτίζουν τά ἐσωτερικά τῶν ἀρχοντικῶν καί γεμίζουν τοίχους καί ὀροφές μέ ζωγραφικές διακοσμήσεις σάν ταπετσαρίες. Στήν ὄψιμη μορφή τους αὐτές οἱ ζωγραφικές διακοσμήσεις παίρνουν ἕνα ψυχρό ἀκαδημαϊκό ὕφος. Οἱ Ἠπειρῶτες μαστόροι τῆς πέτρας φέρνουν μαζί τους τίς συνήθειες τῆς γλυπτικῆς διακόσμησης μέ λιθανάγλυφα. Οἱ κουδαραῖοι μαστόροι ἀποτυπώνουν τήν παρουσία τους μέ τά συμβολικά τους ἀνάγλυφα, ἐνῶ οἱ ἰδιοκτῆτες ζητοῦν τίς ἀνάγλυφες διακοσμήσεις πού ὀμορφαίνουν ἀλλά καί ἀπωθοῦν τό κακό.
Ὅσο γιά τίς σιδεριές στίς πόρτες, στά παράθυρα καί τίς μάντρες˙ αὐτές κρατοῦν ταπεινά τόν ρόλο τῶν στολιδιῶν (τά βυζαντινά κοσμίδια), πού μέ τή φιλοπαίγμονα διάθεσή τους ξεπερνοῦν τό χαρακτηριστικό καί δίνουν τή βεβαιότητα τοῦ ἰδιαίτερου καί τοῦ ἀποκλειστικοῦ.
Ἔτσι, συναντᾶμε παντοῦ σιδεριές μέ τήν τυπική μορφή τῆς Κωνσταντινούπολης (λόγχες καί ἕλικες) καί πάμπολλες ἄλλες μορφές, ὅπως π. χ. τίς ἴδιες Κωνσταντινουπολίτικες σιδεριές σέ περίπλοκες παραλλαγές (μητροπολιτικό μέγαρο), σιδεριές μέ ὕφος art nouveau σέ λαϊκά σπίτια (ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου) , σιδεριές ὕφους art deco σέ νεοκλασσικίζοντα σπίτια (ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου), περίπλοκες σιδεριές μέ βαριές διακοσμήσεις μᾶλλον γαλλικῆς ἔμπνευσης (παλιά σχολή Ματσίνη, μέγαρο Καραμπέτση) καί πολλά ἄλλα.
Ὅλη αὐτή ἡ πανσπερμία ρυθμῶν καί διακοσμήσεων βρίσκεται ἀνάκατα, φύρδην μίγδην, ὑπερταξικά καί ἀταξικά, θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ, ἀνάμεσα σέ κατοικίες μέ ρωμαίικο, ὀθωμανικό ἤ λαϊκό χαρακτῆρα. Ἡ ἀνάμειξη ρυθμῶν καί τάξεων ἐκτείνεται σέ ὅλη τήν πόλη, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Οἱ μακραίωνες δημοκρατικές παραδόσεις τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς συνεχίζουν νά ἐπιβιώνουν παρά τή συγκέντρωση πλούτου καί τήν ἀνάπτυξη μιᾶς ἀστικῆς τάξης ἡ ὁποία διαθέτει εἰσοδήματα πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο εἶναι ὑπερήφανη καί θέλει νά τό κάνει γνωστό. Πρόκειται γιά μιά εἰκόνα τοῦ 19ου αἰώνα καί τῶν ἰδεολογικῶν ρευμάτων μιᾶς συναρπαστικῆς ἐποχῆς. Μιᾶς ἐποχῆς πού ὑπόσχεται τήν πρόοδο καί τήν ἐπιστημονική ἔρευνα στήν ὑπηρεσία ἀγαθῶν σκοπῶν. Μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ ἀκμή τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ καί ἡ παρακμή τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ὁρατές στήν οἰκονομική καί κοινωνική ἄνοδο τῶν Ρωμηῶν καί στόν περιορισμό τῶν Μουσουλμάνων στά χειρωνακτικά ἐπαγγέλματα, στό Στρατό καί στή Διοίκηση. Παράλληλα ἡ ἀγροτική γῆ συγκεντρώνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τούς μουσουλμάνους μπέηδες. Πρόκειται γιά διαφορετικές κοινωνίες πού πορεύονται ἀνεξάρτητα καί χωρίς νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη ἡ μία τήν ἄλλη. Ὁ ἀνατολικός δεσποτισμός καί οἱ ἱστορικές συγκυρίες εἶναι αὐτά πού τίς συνδέουν μέ τρόπο πού μπορεῖ νά ἀνατρέψει ὁ μοντερνισμός στήν πρώτη ἀναταραχή. Ὁ ἐλπιδοφόρος καινούργιος αἰῶνας θά φέρει τίς ἀναταρραχές καί τίς ἀνακατατάξεις πού κανείς δέν μποροῦσε νά προβλέψει.





[i] Ὁ ὅρος Levant ἀναφέρεται κυρίως στήν παράλια ζώνη τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου πού ξεκινᾶ ἀπό τή Συρία καί καταλήγει στήν Αἴγυπτο˙ μιά περιοχή, ὅπου συναντῶνται διαφορετικοί λαοί καί διαφορετικοί πολιτισμοί. Ὁ ὅρος Levant ὑπονοεῖ ὅλο τόν ἐξωτισμό καί τό φολκλόρ τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς, ταιριάζει στόν ὀριενταλισμό καί στή διάθεση τῆς φυγῆς πρός τό ἐξωτικό καί τό ἀπόμακρο πού καλλιέργησε ὁ εὐρωπαϊκός ρομαντισμός καί περιγράφει τήν πολυπολιτισμική σύνθεση τῆς ὕστερης Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, καθώς καί τήν ἀναγκαστική συμβίωση τῶν χριστιανῶν τῆς "καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς" μέ τούς ἀσιᾶτες κατακτητές Τούρκους. Στό Levant κατοικοῦν πολλοί λαοί, συναντῶνται τρεῖς τουλάχιστον πολιτισμοί καί δύο μεγάλες θρησκεῖες. Ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικῶν κρατῶν μετά τόν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο περιόρισε τήν πολυμορφία τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν τοῦ Levant.

[ii] Τό κουλλιγιέ συνιστᾶ βασικό στοιχεῖο τῆς τουρκικῆς πολεοδομίας. Ἡ λέξη εἶναι περσικῆς προέλευσης (kull=τό ὅλον). Τό κουλλιγιέ συνίσταται σέ κατασκευή ἡ ὁποία συνήθως εἶναι ἑνιαία καί ἡ ὁποία συγκεντρώνει καί ὀργανώνει κοινωνικές, διοικητικές καί θρησκευτικές λειτουργίες.  Ἕνα τυπικό κουλλιγιέ περιλαμβάνει παζάρι, τέμενος, σχολεῖο (μεδρεσέ), πτωχοκομεῖο (ἰμαρέτ), λουτρό (χαμάμ), νοσοκομεῖο, κρῆνες (σεμπίλ), ξενοδοχεῖο (χάνι), νεκροταφεῖο καί διοικητικά κτήρια, χωρίς νά περιορίζεται σέ αὐτά.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου