Διάταξη τζακιοῦ (μπουχαρί) σέ σπίτι τῆς ὁδοῦ Βύρωνος.
(Φωτογραφία τοῦ 1986)
(Φωτογραφία τοῦ 1986)
Βρύση καί δεξαμενή μαζί μέ γούρνα στό χάνι Μπακτσέση στήν ὁδό Δαγκλῆ κατασκευασμένη ἀπό Ἠπειρῶτες μαστόρους στά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα.
(Φωτογραφία τοῦ 1977)
(Φωτογραφία τοῦ 1977)
Ἰδιόμορφη πύλη κατασκευασμένη ἀπό Ἠπειρῶτες μαστόρους στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα.
(Φωτογραφία τοῦ 1920)
Γέφυρα τοῦ 17ου αἰώνα στόν ποταμό Κομψᾶτο στά σύνορα τῶν νομῶν Ξάνθης καί Ροδόπης. Εἶναι κατασκευή κουδαραίων μαστόρων.
(Φωτογραφία τοῦ 1979)
(Φωτογραφία τοῦ 1979)
Ὑπέρθυρο καί φωταγωγός μέ χρήση κατεργασμένου γρανίτη
στήν ὁδό Ἁγίου Ἀθανασίου.
(Φωτογραφία τοῦ 1983)
Γρανίτης ὡς φέρον καί διακοσμητικό στοιχεῖο στό ἀρχοντικό Εὐριπίδη Χασηρτζόγλου στήν πλατεία Ματσίνη.
(Φωτογραφία τοῦ 2005)
(Φωτογραφία τοῦ 2005)
Χρήση γρανίτη σέ διακοσμήσεις τοῦ Νηπιαγωγείου Στάλιου στήν ὁδό Στάλιου.
(Φωτογραφία τοῦ 1981)
(Φωτογραφία τοῦ 1981)
Πλακόστρωτο ἀπό μάρμαρο στήν καπναποθήκη Χαμδῆ στήν ὁδό Χατζησταύρου.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)
(Φωτογραφία τοῦ 2004)
Ἀστρέχα μέ κάλυψη ἀπό μπαγιαντί καί ζωγραφικό διάκοσμο στό κτήριο τῆς ὁδοῦ Στάλιου.
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
Διακοσμητικό κουδαρίτικο λιθανάγλυφο στό κατάστημα στή γωνία τῶν ὁδῶν Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη.
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
Κατασκευή τσατμᾶ σέ σαχνισί στή συνοικία Καβάκι.
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
Σαχνισί καί καμπύλα φουρούσια στήριξης στό ἀρχοντικό στή γωνία τῶν ὁδῶν Ἀντίκα καί Φιλίπου.
(Φωτογραφία τοῦ 2003)
(Φωτογραφία τοῦ 2003)
Ὁλόσωμη ἀποτροπαϊκή μορφή σέ κατασκευή Ἠπειρωτῶν κουδαραίων μαστόρων στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου.
(Φωτογραφία τοῦ 1999)
Ἁρμονική ἀπόληξη φαλτσογωνιᾶς, διακοσμητικό ἀνθέμιο, σύμβολο γονιμότητας καί χρονολογία στή γωνία τῶν ὁδῶν Εὐριπίδου καί Ὀρφέως.
(Φωτογραφία τοῦ 1999).
Διακοσμητικό κουδαρίτικο λιθανάγλυφο στό κατάστημα στή γωνία τῶν ὁδῶν Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη. (Φωτογραφία τοῦ 2002)
Μοτίβο τοῦ δένδρου τῆς ζωῆς, σύμβολο κουδαρίτικου μπουλουκιοῦ στόν Ναό τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
(Φωτογραφία τοῦ 2002)
Ἐντοιχισμένος ἀνάγλυφος σταυρός στόν Μητροπολιτικό Ναό ἐκκλησία τοῦ Τιμίου Προδρόμου, κατασκευασμένος ἀπό κουδαραίους μαστόρους.
(Φωτογραφία τοῦ 2001)
(Φωτογραφία τοῦ 2001)
Σύμβολα ὁμάδας κουδαραίων μαστόρων, στό ἀρχοντικό Χασηρτζόγλου στήν πλατεία Ματσίνη. Χαρακτηριστικές εἶναι ἡ ἐπιμελημένη κατεργασία τῆς πέτρας καί ἡ φροντισμένη κατασκευή.
(Φωτογραφία τοῦ 2005)
Διακοσμητικό κουδαρίτικο λιθανάγλυφο στό κατάστημα στή γωνία τῶν ὁδῶν Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη. (Φωτογραφία τοῦ 2002)
Αποτροπαϊκή κεφαλή σε οίκημα του Αστικού Συνοικισμού. Όψιμη εκδήλωση λαϊκής παράδοσης.
Χρήση τῆς πέτρας τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων στό Νηπιαγωγεῖο Στάλιου.
Λεπτομέρεια διακοσμητικοῦ κιονίσκου ἀπό πέτρα τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.
Παράθυρο φωτισμοῦ στό ταφικό μνημεῖο τοῦ τεκκέ Κιουτουκλοῦ Μπαμπᾶ στό Σέλινο παρά τή λίμνη Βιστωνίδα. Εἶναι ἐξ ὁλοκλήρου κτισμένο μέ πέτρα τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.
Τομή στό λατομεῖο τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.
Μεγάλο κατεργασμένο τεμάχιο γρανοβιορίτη στό καμπαναριό τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἀκάθιστου Ὕμνου.

Στρώσιμο δρόμου μέ ἀκανόνιστες κροκάλες γρανοβιορίτη (καλντερίμι).
(Φωτογραφία τοῦ 1984)
(Φωτογραφία τοῦ 1984)
Δρόμος στρωμένος μέ κατεργασμένους κυβόλιθους ἀπό γρανοβιορίτη.
(Φωτογραφία τοῦ 1995)
Κατάστημα στή γωνία τῶν ὁδῶν Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη κατασκευασμένο ἀπό Ἠπειρῶτες μαστόρους μέ πέτρα ἀπό τό λατομεῖο τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.
Ἐξαιρετική κατεργασία τῆς πέτρας καί πολύ φροντισμένη κατασκευή μέ διακοσμητικά στοιχεῖα καί λιθανάγλυφα. (Φωτογραφία τοῦ 2003)
Κομμάτια γρανοβιορίτη στήν κοίτη τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου παρά τήν Ξάνθη.
Κατά τίς δύο πρῶτες φάσεις τῆς ἀνοικοδόμησης τῆς Ξάνθης, οἱ ὁποῖες χρονολογικά καλύπτουν τό διάστημα 1829–1912, οἰκοδομεῖται ἡ Παλιά Πόλη καί μεγάλο τμῆμα τῆς Νέας Πόλης μέχρι τίς καπναποθῆκες. Κατά τίς δύο αὐτές φάσεις ἡ ἀνοικοδόμηση γίνεται σέ μεγάλο βαθμό σύμφωνα μέ τήν αἰσθητική καί τούς τρόπους τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς. Ὡστόσο, τήν ἴδια ἐποχή ὁ νεοκλασσικισμός καί ὁ ἐκλεκτικισμός, αἰσθητικοί ρυθμοί πού ἐπιβάλλει ὁ ἐκσυγχρονισμός στήν Ἀνατολή, θά σημάνουν καί τό τέλος τῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς.
Κύριοι φορεῖς καί συντελεστές στίς δύο πρῶτες φάσεις τῆς ἀνοικοδόμησης τῆς Ξάνθης ἦταν οἱ ἰδιότυπες ὁμάδες ἤ μπουλούκια τῶν περιπλανόμενων μαστόρων πού μέ κέντρο τήν Ἤπειρο καί τή Μακεδονία ταξίδευαν προσφέροντας τίς ὑπηρεσίες τους σέ ἕνα εὐρύτατο γεωγραφικό χῶρο. Ὁ χῶρος αὐτός περιλαμβάνει τά Βαλκάνια καί τή Μικρά Ἀσία, ὅπου μέχρι τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα οἱ μορφές τῆς τέχνης καί τῆς ἀρχιτεκτονικῆς ἦταν ἑνιαῖες καί χαρακτηρίζονται σήμερα ὡς παραδοσιακές.
Τά μπουλούκια τῶν μαστόρων συναντῶνται σέ ὅλη τήν Ἀνατολή καί εἶναι ὁμάδες εἰδικευμένων τεχνικῶν πού εἶναι δυνατό νά ἀναλάβουν τήν κατασκευή μικρῶν καί μεγάλων οἰκοδομικῶν ἔργων, ἀπό ἁπλές κατοικίες χωρικῶν, μέχρι γέφυρες καί μεγάλα δημόσια κτήρια στίς πόλεις. Τά μπουλούκια τῶν οἰκοδόμων λέγονται στήν Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία κουδαραῖοι καί στή Θράκη δουλγκέρηδες. Κεντρικό πρόσωπο στίς ὁμάδες αὐτές εἶναι ὁ μάστορας. Ὁ μάστορας εἶναι αὐτός πού γνωρίζει καλά μιά πρακτική τέχνη καί ἀσχολεῖται μ’ αὐτήν ἐπαγγελματικά. Ἡ λέξη εἶναι βυζαντινή (μαΐστωρ, μαγίστωρ ἀπό τό λατινικό magister). Ὁ ἀρχιμάστορας διευθύνει ὁμάδα μαστόρων καί βοηθῶν (τσιράκια καί καλφᾶδες). Ὁ ἀρχιμάστορας ἔχει τέτοια γνώση τῆς τέχνης του, ὥστε μπορεῖ νά συντάξει τό συμβόλαιο, νά καθοδηγήσει καί νά κατασκευάσει ἕνα σύνθετο ἔργο, γιά τό ὁποῖο χρειάζεται πολλή ἐργασία ἀπό πολλούς μαστόρους. Ὁ ἀρχιμάστορας ἦταν ὑπεύθυνος ὄχι μόνον ἀπέναντι στόν ἐργοδότη, ἀλλά καί ἀπέναντι στήν ὀθωμανική διοίκηση ἀπό τήν ὁποία ἔπαιρνε τήν ἄδεια τῆς οἰκοδομῆς καί στήν ὁποία κατέβαλε τόν φόρο.
Ὅσο γιά τή μαστοριά, τή δεξιοτεχνία περί τά τεχνικά, αὐτή, πέρα ἀπό ἐπαγγελματική προϋπόθεση, ἔχει σχέση καί με τό μεράκι– καί τοῦ μάστορα καί αὐτοῦ πού τόν πληρώνει.
Τό μεράκι τῶν μαστόρων καί ἡ καλαισθησία τους ἐκφράζονται στήν τεχνική τελειότητα τῆς κατασκευῆς, στά ἐπιμελημένα ἀγκωνάρια, τά στηρίγματα καί τίς γωνίες, ἀλλά καλύτερα στίς περίτεχνες κτιτορικές ἐπιγραφές καί τά συμβολικά λιθανάγλυφα πού σημαδεύουν τίς κατασκευές τῶν μπουλουκιῶν καί παραμένουν μάρτυρες τοῦ μόχθου τους .
Ὁ θεσμός τῆς συνεργασίας τῶν μαστόρων, δηλαδή τῶν συντεχνιῶν ξεκινᾶ ἀπό πολύ παλιά καί συνεχίζεται κατά τήν Τουρκοκρατία. Οἱ Τοῦρκοι ἀνέχθηκαν τά σινάφια, ἀφοῦ τούς χρησίμευαν καί τούς βοηθοῦσαν στήν εἴσπραξη τῶν φόρων. Τά σινάφια γίνονται πλέον μεγάλες συσσωματώσεις ἀποβλέποντας στήν ἀποδοτικότερη παραγωγή. Σέ ὅλα τά σινάφια ὑπῆρχε κατά κανόνα μιά ἐσωτερική ὀργάνωση μέ ἄγραφους κανονισμούς πού ὅλοι ἀκολουθοῦσαν αὐστηρά. Ἀπό τά μαθητούδια γίνονται τσιράκια καί μετά καλφᾶδες, πού στό τέλος, μετά ἀπό ἐμπειρίες καί σκληρή δουλειά ἐτῶν, μποροῦν νά γίνουν μαστόροι.
Ὁλόκληρα χωριά ἤ περιοχές ἐξειδικεύονται στήν παραγωγή καί τήν ἀπασχόληση. Ἡ Στεμνίτσα γίνεται τό κέντρο τῆς μεταλλοτεχνίας, ἡ Καστοριά τῆς γουναρικῆς, ἡ Δημητσάνα τοῦ μπαρουτιοῦ, στήν Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία χωριά καί περιοχές ἐπιδίδονται στήν οἰκοδομική. Τά χωριά τῆς Κορυτσᾶς ἔδωσαν πλῆθος κουδαραίων, ὅπως τά χωριά τῶν Τζουμέρκων, τά Μαστοροχώρια τῆς Κόνιτσας, τά χωριά τῆς Ἄρτας καί τῆς Παραμυθιᾶς, τά χωριά τῆς Σιάτιστας, τά ὀρεινά χωριά τῆς Φλώρινας. Στή Θράκη οἱ δουλγκέρηδες ξεκινοῦσαν ἀπό τό Σουφλί, τήν Ἀδριανούπολη, τό Ὀρτάκιοϊ καί τή Βιζύη.
Οἱ ὁμάδες τῶν οἰκοδόμων, τά μπουλούκια, ξεκινοῦσαν ἀπό τά χωριά τους μετά τίς Ἀποκριές γιά νά δουλέψουν σέ μακρινούς τόπους. Οἱ ἀποδημίες τῶν μπουλουκιῶν γίνονταν κατά μῆκος μεγάλων δρόμων πού ὁδηγοῦσαν στήν Κεντρική Εὐρώπη καί στή Βλαχία πρός Βορρᾶ˙ στήν Θράκη, στήν Κωνσταντινούπολη, τήν Κιλικία καί τήν Καππαδοκία πρός Ἀνατολάς, δρόμο πού μποροῦσε νά φθάσει μέχρι τή μακρινή Περσία˙ καί πρός Νότο, πρός τό Αἰγαῖο, τή Σμύρνη, τή Βυρηττό, τήν Παλαιστίνη, τήν Ἀλεξάνδρεια καί τό Κάιρο. Κανονικά ἡ ἀποδημία διαρκοῦσε μέχρι τόν Δεκέμβριο, ὅταν ἐπέστρεφαν στά χωριά τους γιά νά φροντίσουν τά σπίτια τους καί νά καλλιεργήσουν τά χωράφια.
Ὑπῆρχε ἕνα κῦμα, ἕνα μεγάλο κῦμα πού σκέπαζε τή στεριανή Ἑλλάδα˙ ἕνα παράξενο κῦμα πού μιλοῦσε μιά κρυφή, μυστική γλώσσα, τοῦ "κουδαραίικα" ἤ "μαστορικά". Τό πλήρωνες καί σου ‘χτίζε τό σπίτι. Τό κῦμα τῶν περιπλανώμενων μαστόρων τοῦ Μεσαίωνα, πού ἀνῆκαν στά "σινάφια" καί μιλοῦσαν μιάν ἀκατάληπτη γλώσσα, ἕνα μυστικό ἰδίωμα. Μέ τήν κρυφή γλώσσα ἀμύνονταν, ἀλλά καί πολεμοῦσαν τόν δύστροπο ἐργοδότη πού τούς ἀδικοῦσε, θά τούς κακοπλήρωνε ἤ θά τούς πίεζε (Δημ. Βασιλειάδη: "Θεώρηση τῆς αἰγαιοπελαγίτικης ἀρχιτεκτονικῆς ἀπό ἀνήσυχη ὀπτική γωνιά" Ἀθήνα, 1971, σελ. 156).
Δέν γνωρίζουμε ποιοί κτίσαν τήν Ξάνθη. Οὔτε γνωρίζουμε ἄν τά σημαντικά κτήρια ἔγιναν μετά ἀπό σχέδια ἀρχιτεκτόνων.
Μπουλούκια κουδαραίων, ὅμως, πρέπει νά ἔκτισαν πολλά ἀπό τά σπίτια καί τά ἐργοστάσια τῆς Ξάνθης. Φαίνεται, ἀκόμη, ὅτι ἀρκετοί Ἠπειρῶτες καί Μακεδόνες μπουλουκτζῆδες ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα στήν πλούσια Ξάνθη.
Μεγάλος ἀριθμός κτισμάτων τῆς Ξάνθης φαίνεται νά εἶναι κτισμένος ἀπό Ἠπειρῶτες κτίστες, καλούς μαστόρους στήν κατεργασία καί τήν ἐφαρμογή τῆς πέτρας. Ἔχει καλά τεκμηριωθεῖ ἡ δραστηριότητα τῶν οἰκοδόμων τῆς Ἠπείρου, καί γιά τούς ὁποίους μάλιστα ὁ Γεώργιος Μέγας γράφει:
"Εἶχαν δηλαδή οἱ Ἠπειρῶται ἐκεῖνοι μαστόροι πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς ἀξίας καί τελειότητος τῶν ἔργων καί ἐπέγραφαν τά ὀνόματά των εἰς αὐτά, μόνον ὅτι δέν ἔγινεν ἕως τώρα ἡ δέουσα ἔρευνα καί δέν γνωρίζομεν καί ἄλλα ὀνόματα, καί ἄλλους πρωτομαστόρους ἐξ ἐκείνων, πού ἔκτισαν καί ἐφιλοτέχνησαν τά ὡραῖα ἀρχοντικά τῆς Σιατίστης, τῆς Κοζάνης, τῆς Βέροιας, τῆς Καστοριᾶς. Γενικῶς ὅμως εἶναι γνωστοί οἱ μαστόροι καί πρωτομαστόροι τῆς Ἠπείρου καί Δυτ. Μακεδονίας, πού ἐκ παλαιοτάτης παραδόσεως ἤσκησαν τήν τέχνην τοῦ οἰκοδόμου εἰς τόν τόπον μας. Καί σήμερον ἀκόμη πλῆθος χωρίων τῆς Ἠπείρου καί Δυτ. Μακεδονίας καί ἀκριβέστερον τῆς Πίνδου, ἰδία τῶν περιοχῶν τῆς Κονίτσης, τῆς Κορυτσᾶς, τοῦ Μετσόβου, τοῦ Μαλακασίου, τῶν Χουλιαράδων, τῶν Τζουμέρκων καί τοῦ Βοΐου εἶναι γνωστά ὑπό τήν ἐπωνυμίαν Μαστοροχώρια, ἐπειδή οἱ κάτοικοί των σχεδόν ἐν τῷ συνόλῳ ἀσκοῦν ἀπό αἰώνων τό ἐπάγγελμα τοῦ οἰκοδόμου ἤ τοῦ τεχνίτου καί τό περισσότερον μέρος τοῦ χρόνου μέ τό ζεμπίλι καί τά ἐργαλεῖα τῆς τέχνης ἀνά χείρας περιώδευον ἄλλοτε τάς χώρας τῆς χερσονήσου τοῦ Αἵμου, φθάνοντας ἕως τό Βουκουρέστι καί τήν Κωνσταντινούπολιν κατά συντροφιάς, πού εἶχαν ἐπί κεφαλῆς πρωτομαστόρους." (Ἀναφέρεται στό Μερακλῆς 2004, σελ. 409).
Ἔντονη εἶναι ἡ παρουσία τῶν Ἠπειρωτῶν στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπου μεταναστεύουν γιά νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τήν οἰκονομική ἀνάπτυξη τῆς πόλης. Ἀναφέρονται ἔμποροι, μικρέμποροι, φουρναραῖοι, χανιτζῆδες, μαγαζάτορες. Σίγουρα ἡ παρουσία τῶν Ἠπειρωτῶν στήν πόλη συνδέεται μέ τίς σχέσεις πού εἶχαν μέ τά μπουλούκια τῶν οἰκοδόμων καί μέ τίς κατασκευές πού πραγματοποίησαν.
Οἱ οἰκοδόμοι τῆς Ξάνθης χρησιμοποιοῦν ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό τόν ἄφθονο γκρίζο γρανίτη τῆς Ροδόπης (γρανοβιορίτη) σέ κατεργασμένη ἤ φυσική μορφή. Σέ ἁπλές φθηνές κατασκευές οἱ γρανιτένιες κροκάλες ἀπό τήν κοίτη του Κόσσινθου καί τίς προσχώσεις του χρησιμοποιοῦνται ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό. Σέ καλύτερες κατασκευές, ὁ γρανίτης χρησιμοποιεῖται κατεργασμένος.
Χρησιμοποιήθηκε ἐπίσης ἡ ἰδιότυπη ροδίζουσα πέτρα, πού προέρχεται ἀπό τό λατομεῖο τῆς Μάνδρας κοντά στά ἀρχαῖα Ἄβδηρα. Ἡ πέτρα τοῦ λατομείου τῆς Μάνδρας διαθέτει ἐκτός ἀπό τό ροδίζον χρῶμα καί κυματισμούς, πού μπορεῖ νά φθάσουν μέχρι ἀποχρώσεις τοῦ κόκκινου. Εἶναι εὔκολα κατεργάσιμη, ἡ ἀντοχή της ὅμως εἶναι περιορισμένη καί ἀποσαθρώνεται. Ἡ πέτρα αὐτή χρησιμοποιήθηκε σέ μεγάλη κλίμακα κατά τήν κλασσική ἐποχή. Σώζονται σήμερα οἰκοδομικά μέλη καί σαρκοφάγοι πού βρέθηκαν στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας πόλης τῶν Ἀβδήρων. Κατά τή σύγχρονη ἐποχή ἡ ροδίζουσα πέτρα τῆς Μάνδρας χρησιμοποιήθηκε σέ κατασκευές στόν κάμπο τῆς Ξάνθης καί ἰδίως σέ κτίσματα τῆς Γενισέας, κατά τήν περίοδο τῆς ἀκμῆς της πρίν τό 1870. Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ χρήση τῆς ροδίζουσας πέτρας τῆς Μάνδρας στά κομψά τεμένη πού ἀνήγειραν οἱ Ὀθωμανοί Τοῦρκοι στή Γενισέα, ἀμέσως μετά τήν κατάκτηση τῆς Θράκης. Ἐξαιρετικῆς τεχνικῆς καί ὑποδειγματικῆς χρήσης τῆς πέτρας τῆς Μάνδρας εἶναι καί ἡ κατασκευή τοῦ ταφικοῦ μνημείου (τουρμπέ) τοῦ τεκκέ Κιουτουκλοῦ Μπαμπᾶ, ἔξω ἀπό τό χωριό Σέλινο, στά ὅρια τῶν νομῶν Ροδόπης-Ξάνθης. Πρόκειται γιά κτίσμα τοῦ 15ου αἰώνα, πού μάλιστα φέρει σήμερα τά ἴχνη διπλῆς λατρείας ἀπό μέρους μουσουλμάνων Μπεκτασίδων καί χριστιανῶν.
Οἱ ἐμπειρίες τῶν μαστόρων συσσωρεύουν γνώσεις αἰώνων, τόσο οὐσιαστικές, ὥστε οἱ κατασκευές τους νά γίνονται μέ οἰκονομία τοῦ ὑλικοῦ καί τῶν διατομῶν τῶν φερόντων στοιχείων, μέ τρόπους πού ἐξασφαλίζουν τήν ἀντοχή, ἀλλά καί δίνουν λαμπρά αἰσθητικά ἀποτελέσματα. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ κατασκευή μεγάλων ἀνοιγμάτων στά χαγιάτια τῶν ὀρόφων ἤ μεγάλων σειρῶν ἀπό παράθυρα πού ἐπιτρέπουν τό ἄνοιγμα τοῦ ἐσωτερικοῦ χώρου πρός τά ἔξω. Ἡ ἐλαφριά κατασκευή τῶν ὀρόφων ἐπιτρέπει τά πολλά παράθυρα καί τά σαχνισιά πού ἐμπλουτίζουν καί ἐπεκτείνουν τούς ἐσωτερικούς χώρους. Ἐπιπλέον, ἡ βιοκλιματική ἐμπειρία τῶν μαστόρων ἐξασφαλίζει τίς προσφορότερες κλιματικές συνθῆκες στίς κατασκευές, μέ τρόπους πού ὑπερβαίνουν τίς σημερινές διατάξεις.
Οἱ κατασκευές τῶν σπιτιῶν γίνονται συνήθως μέ μικτή κατασκευή, μέ πέτρινους τοίχους στό ἰσόγειο καί ἐλαφρότερη ὑπερκατασκευή στούς ὀρόφους. Ἡ ἐλαφριά κατασκευή εἶναι ὁ τσατμᾶς ἤ μπαγδατί, πού βασίζεται σέ πλέγμα ἀπό ὁριζόντιες καί διαγώνιες ξύλινες δοκούς, ὅπου καρφώνονται οἱ μπαγδατόπηχες ἤ καλάμια. Τό πλέγμα αὐτό γεμίζεται μέ ἀσβεστοκονίαμα ἐνισχυμένο μέ ἄχυρο ἤ τρίχα καί συμπληρώνεται μέ κομμάτια ἀπό κεραμίδι.
Ὁ φέρων σκελετός τοῦ κτηρίου εἶναι ξύλινος μέ ὑποστυλώσεις (ντερέκια) καί ὁριζόντιες δοκούς (νταμπάνια), πάνω στά ὁποῖα καρφώνονται τά πατόξυλα. Τά ξύλινα φουρούσια τῶν σαχνισιῶν εἶναι συχνά καμπύλα γιά ἀντισεισμική προστασία. Τά ξύλινα τσιμπίδια τῆς στέγης προεκτείνονται, ὥστε νά προεξέχουν τοῦ κτηρίου καί νά στηρίζουν τήν ἀστρέχα. Τά ξύλο τῆς κατασκευῆς εἶναι ἀπό βελανιδιά ἤ κυπαρίσσι.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου