Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Ἡ Νέα Πόλη τῆς Ξάνθης

Μέ τήν ὀνομασία Νέα Πό­λη χα­ρα­κτη­ρί­ζου­με τίς πε­ρι­ο­χές πού βρί­σκον­ται ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ προ­στα­τευ­ό­με­νου σή­με­ρα οἰκι­σμοῦ, δη­λα­δή ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς σή­με­ρα ὀνο­μα­ζό­με­νης Πα­λι­ᾶς Πό­λης. 
Ἡ Νέα Πό­λη ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται με­τά τό πρῶ­το μι­σό τοῦ 19ου αἰ­ώ­να, ὅ­ταν ἡ Ξάν­θη ἔ­χει ἀρ­χί­σει νά ἀπο­κτᾶ κά­ποια σπου­δαι­ό­τη­τα χά­ρη στή συ­γκέ­ντρω­ση τῆς κα­τερ­γα­σί­ας καί τοῦ ἐμπο­ρί­ου τοῦ κα­πνοῦ καί τήν πα­ρα­κμή τῆς Γε­νι­σέ­ας. Τήν ἐπο­χή ἐκεί­νη τό ἐμπο­ρι­κό κέ­ντρο ἐπε­κτεί­νε­ται ἀπό τήν πλα­τεία Ἀν­τί­κα πρός τόν Πά­νω Μα­χα­λᾶ. Δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό­τε μι­ά νέα ἀγο­ρά κα­τά μῆ­κος τοῦ ἄ­νω τμή­μα­τος τῆς ὁ­δοῦ  Ἐ­λευ­θε­ρί­ου Βε­νι­ζέ­λου. Τήν ἴδια ἐπο­χή ἀνε­γεί­ρο­νται οἱ κα­πνα­πο­θῆ­κες καί τό μου­σουλ­μα­νι­κό θρη­σκευ­τι­κό, δι­οι­κη­τι­κό καί κοι­νω­νι­κό κέ­ντρο στήν πε­ρι­ο­χή τῆς ση­με­ρι­νῆς Κε­ντρι­κῆς Πλα­τεί­ας. Αὐ­τό εἶ­ναι ἀπο­τέ­λε­σμα τῆς με­τα­φο­ρᾶς τῆς ὀ­θω­μα­νι­κῆς δι­οί­κη­σης ἀπό τήν Γε­νι­σέα στήν Ξάν­θη (1872).
Τό κουλ­λι­γι­έ, ὅπως ὀνο­μά­ζε­ται αὐ­τό τό συγ­κρό­τη­μα κτη­ρί­ων, ἀπο­τε­λεῖ βα­σι­κή καί χαρα­κτη­ρι­στι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς τουρ­κι­κῆς πο­λε­ο­δο­μί­ας, ἀλ­λά καί τῆς τουρ­κι­κῆς δι­οι­κη­τι­κῆς καί θρη­σκευ­τι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης καί πρα­κτι­κῆς. Με­γά­λες ἰσ­λα­μι­κές πό­λεις τῆς κεν­τρι­κῆς Ἀ­σί­ας, (Μέρβ, Σα­μαρ­κάν­δη,  Ἐσφα­χάν) δια­θέ­τουν κουλ­λι­γι­έ, τό ὁποῖο μά­λι­στα ἀπο­τε­λεῖ καί τόν πο­λε­ο­δο­μι­κό τους πυ­ρῆ­να. Τό κουλ­λι­γι­έ εἶ­ναι συνή­θως ἑνιαία κα­τα­σκευή πού συνα­θροί­ζει κοι­νω­νι­κές, δι­οι­κη­τι­κές καί θρη­σκευ­τι­κές λει­τουρ­γί­ες.  Ἕ­να τυ­πι­κό κουλ­λι­γι­έ μπο­ρεῖ νά πε­ρι­λαμ­βά­νει τζα­μί, κρῆ­νες (σεμ­πίλ), ὑπαί­θρια ἤ στε­γα­σμέ­νη ἀγο­ρά (πα­ζά­ρι), ξε­νο­δο­χεῖο (χάνι), σχο­λεῖο (με­δρε­σέ), λου­τρό (χα­μάμ), νοσο­κο­μεῖ­ο, πτω­χο­κο­μεῖο (ἱμα­ρέτ) καί νε­κρο­τα­φεῖ­ο, ἀλ­λά καί ἄλ­λα βο­η­θη­τι­κά καί δι­οι­κη­τι­κά κτή­ρια. Σέ με­γά­λα ἀστι­κά κέν­τρα τό κουλ­λι­γι­έ ἀνε­γεί­ρε­ται ὡς ἑνιαῖο καί ἐν­τυ­πω­σια­κό συγ­κρό­τη­μα κτη­ρί­ων.
Τό κουλ­λι­γι­έ τῆς Ξάν­θης δέν ἀπο­τε­λοῦ­σε ἑνιαῖο οἰκο­δο­μι­κό συγ­κρό­τη­μα, ἀλ­λά συνά­θροι­ζε θρη­σκευ­τι­κά καί δι­οι­κη­τι­κά κτή­ρια τῆς πό­λης καί φαί­νε­ται ὅτι δη­μι­ουρ­γή­θη­κε με­τά τό 1872, ὅταν ἡ Ξάν­θη ἔγι­νε ἕδρα τοῦ Κα­ζᾶ.  Ἐδῶ, στό χῶρο πού καταλαμβάνει ἡ σημερινή Κεντρική Πλατεία, ὑπῆρ­χε τό τζα­μί τῆς ἀγο­ρᾶς μέ πύ­λη ρυ­θμοῦ ὀθω­μα­νι­κοῦ μπα­ρόκ, δί­πλα ἀνε­γέρ­θη­κε τό γνω­στό ρο­λόι τῆς Ξάν­θης, το­πό­ση­μο τῆς πό­λης σή­με­ρα, πού τό­τε σή­μαι­νε τίς ὧ­ρες προ­σευ­χῆς γιά  τούς μου­σουλ­μά­νους. Μπρο­στά στό κέν­τρο τῆς πλα­τεί­ας ὑπῆρ­χε σκε­πα­στή κρή­νη γιά  τόν τε­λε­τουρ­γι­κό κα­θαρ­μό τῶν πι­στῶν πρίν τήν προ­σευ­χή, βο­ρει­ό­τε­ρα λει­τουρ­γοῦ­σε ἱε­ρο­σπου­δα­στή­ριο καί κον­τά λου­τρά, πρός Νό­το ὑπῆρ­χε τό δι­οι­κη­τή­ριο τοῦ Κα­ζᾶ. Τό Δη­μαρ­χεῖο τῆς πό­λης βρι­σκό­ταν ἐκεῖ πού σή­με­ρα στέκεται τό νε­ο­κλασ­σι­κό κτή­ριο τῆς  Ἐθνι­κῆς Τρά­πε­ζας. Γύ­ρω ὑπῆρ­χαν μου­σουλ­μα­νι­κές ἰδι­ο­κτη­σί­ες. Τό νε­κρο­τα­φεῖο βρι­σκό­ταν δυ­τι­κά, στά ὅρια τῆς πό­λης, ὅπως συνη­θί­ζουν οἱ μου­σουλ­μά­νοι.  Ἡ ὕπαρ­ξη καί ἡ λει­τουρ­γία τοῦ κουλ­λι­γι­έ προ­σέλ­κυ­σαν ἀρι­θμό μου­σουλ­μά­νων καί πλῆ­θος ἐμ­πο­ρι­κῶν δρα­στη­ρι­ο­τή­των μέ τό πα­ζά­ρι στό χῶ­ρο τῆς ση­με­ρι­νῆς Κεν­τρι­κῆς Πλα­τεί­ας, πρᾶγμα πού συντέλεσε στήν ἀνά­πτυ­ξη ἀγο­ρῶν κα­τά μῆ­κος τῶν ὁδῶν Πα­να­γῆ Τσαλ­δά­ρη καί 28ης Ὀκτω­βρί­ου. 
Ἡ ἀπε­λευ­θέ­ρω­ση, ἡ ἀπο­ξή­ραν­ση τῆς παλι­ᾶς δεύ­τε­ρης κοί­της τοῦ πο­τα­μοῦ Κόσσινθου, ἡ ἄφι­ξη τῶν προ­σφύ­γων καί ἡ με­τα­τόπι­ση τοῦ κέν­τρου βά­ρους τῆς πό­λης δυ­τι­κά σημα­το­δό­τη­σαν τό τέ­λος τοῦ ἰσ­λα­μι­κοῦ κουλ­λι­γι­έ, τήν ἀλ­λα­γή τῶν χρή­σε­ων καί τήν ἐξα­φά­νι­ση τῶν κτη­ρί­ων.
Κα­τά τίς ἀρ­χές τοῦ 19ου αἰώ­να φαί­νε­ται ὅτι ὑπῆρ­χαν οἱ συνοι­κί­ες Ἀ­σᾶ Μα­χα­λᾶ, νό­τια τῆς Πα­λι­ᾶς Πό­λης καί στή δυ­τι­κή ὄχθη τοῦ Κόσ­σιν­θου, κα­τοι­κού­με­νη ἀπό πτω­χούς μου­σουλ­μά­νους καί Σοῦν­νε Μα­χα­λᾶ, δυ­τι­κά ἀπό τόν Πά­νω Μα­χα­λᾶ, κα­τοι­κού­με­νη ἀπό Σουν­νί­τες μου­σουλ­μά­νους, πού ἀνῆ­καν στό μου­σουλ­μα­νι­κό κα­τε­στη­μέ­νο καί δι­έ­θε­ταν οἰκο­νο­μι­κή εὐ­χέ­ρεια.
Τό δεύ­τε­ρο μι­σό τοῦ 19ου αἰώ­να ση­μα­το­δο­τεῖ τή με­τα­τρο­πή τῆς Ξάν­θης σέ βι­ο­μη­χα­νι­κό καί ἐμ­πο­ρι­κό κέν­τρο τοῦ κα­πνοῦ. Μιά νέα κο­σμο­πο­λί­τι­κη ἐμ­πο­ρευ­μα­τι­κή τά­ξη πού ἀπο­τε­λεῖ­ται κυ­ρί­ως ἀπό χρι­στια­νούς ἐμ­φα­νί­ζε­ται. Τό ἐνδιαφέρον τοῦ διεθνοῦς κεφα­λαίου καί ἡ εἰσροή πλούτου προσεγγίζουν τήν πόλη στήν κοσμοπολίτικη ἀτμόσφαιρα τοῦ Πέραν καί τῆς Θεσσαλονίκης. Οἱ ἔμπο­ροι τοῦ καπνοῦ ταξιδεύουν στήν Κεντρική Εὐρώπη καί φέρνουν κατά τήν ἐπιστροφή τους τούς ρυθμούς καί τό ὕφος τῆς εὐρω­παϊκῆς μπέλ ἐπόκ. Οἱ ἔμποροι δίνουν μία μορφή ἀστικότητας στό κοινωνικό περιβάλ­λον, ἀφοῦ ἀποτελοῦν πρότυπα καί παραδείγ­ματα γιά μίμηση. Πα­ράλ­λη­λα, ἡ πό­λη προ­σελ­κύ­ει πλή­θη χρι­στια­νῶν ἐρ­γα­τῶν γιά νά ἀπασχο­λη­θοῦν στή βι­ο­μη­χα­νία καί στό ἐμ­πό­ριο τοῦ κα­πνοῦ.  Ἡ μου­σουλ­μα­νι­κή συμ­με­το­χή εἶ­ναι πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη, πα­ρά τό ὅτι με­γά­λο μέ­ρος τῆς πα­ρα­γω­γῆς κα­πνοῦ γί­νε­ται ἀπό μου­σουλ­μά­νους Πο­μά­κους κα­τοί­κους τῆς ὀρει­νῆς πε­ρι­ο­χῆς καί μου­σουλ­μά­νους καλ­λι­ερ­γη­τές τῆς πε­ρι­ο­χῆς τῶν Για­κᾶ. Μιά ἀπό­πειρα ἐγκατά­στασης Βουλγάρων καπνερ­γατῶν ματαιώ­θηκε μετά ἀπό σθεναρή ἀντίσταση τῆς ρωμαίικης κοι­νό­τητας,  πρωτοστατοῦντος τοῦ Μητροπολίτη Ἰωακείμ Σγουροῦ (1906).
Κα­τά τίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ αἰώ­να ἡ πό­λη εἶ­χε ἀπο­κτή­σει δι­φυ­ῆ χα­ρα­κτῆρα μέ πλή­ρως δια­κρι­τά χρι­στια­νι­κά καί μου­σουλ­μα­νι­κά κέν­τρα: τό μου­σουλ­μα­νι­κό θρη­σκευ­τι­κό καί δι­οι­κη­τι­κό κέν­τρο στό χῶ­ρο τῆς ση­με­ρι­νῆς Κεν­τρι­κῆς Πλα­τεί­ας καί τό χρι­στια­νι­κό κέν­τρο στήν πλα­τεία Μη­τρο­πό­λε­ως, ὅπου τά θρη­σκευ­τι­κά καί ἐκ­παι­δευ­τι­κά κτή­ρια.  Ἡ χρι­στια­νι­κή δη­λα­δή Ξάν­θη εἶ­χε ἀν­τι­κα­τα­στα­θεῖ ἀπό μία μι­κτή πό­λη, σάν νά εἶ­χε με­τα­φερ­θεῖ ἐκεῖ τό δί­πο­λο Γε­νι­σέ­ας–Ξάν­θης.  Ἡ πα­ρακ­μή καί ἡ πτώ­ση τῆς Γε­νι­σέ­ας ση­μα­το­δο­τοῦν καί τήν κυ­ριαρ­χία τῆς ρω­μαί­ι­κης ἐμπο­ρευ­μα­τι­κῆς τά­ξης καί προ­αν­αγ­γέ­λουν τήν ἀπε­λευ­θέ­ρω­ση τῆς πό­λης πού ἔγινε στίς 4.10.1919.
Ἡ ἀνά­πτυ­ξη τοῦ ἐμ­πορίου τοῦ κα­πνοῦ δη­μι­ούρ­γη­σε καί τήν πρώ­τη χρι­στια­νι­κή συνοι­κία ἐκτός τῶν ὁρί­ων τῆς Πα­λι­ᾶς Πό­λης, αὐ­τή τοῦ Χατ­ζη­σταύ­ρου, στίς πα­ρυ­φές τῆς βιο­μη­χα­νι­κῆς πε­ρι­ο­χῆς τῶν κα­πνα­πο­θη­κῶν.  Ἐκεῖ φαίνεται ὅτι στε­γά­σθη­καν πολλοί ἀπό τούς νέους κατοίκους τῆς πόλης πού ἀνῆκαν προφανῶς στήν κύ­ρια μά­ζα τῶν κα­πνερ­γα­τῶν.  Τό ὄνο­μα τῆς νέ­ας αὐ­τῆς συνοι­κί­ας ὀφεί­λε­ται στόν ἰδι­ο­κτή­τη τῶν ἐκτά­σε­ων πού δω­ρή­θη­καν στήν κοι­νό­τη­τα γιά  τή δη­μι­ουρ­γία της. Μέ τόν κα­πνό καί τή δη­μι­ουρ­γία τοῦ μου­σουλ­μα­νι­κοῦ κέν­τρου συν­δέ­ε­ται καί ἡ ἀνά­πτυ­ξη ἑνός νέ­ου ἐμ­πο­ρι­κοῦ ἄξο­να ἔξω ἀπό τήν Πα­λιά Πό­λη καί κα­τά μῆ­κος τῶν ση­με­ρι­νῶν ὁδῶν Κα­βά­λας καί Πα­να­γῆ Τσαλ­δά­ρη. Ταυ­τό­χρο­να, βι­ο­τε­χνι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες στε­γά­ζον­ται στήν πε­ρι­ο­χή νό­τια τῆς ση­με­ρι­νῆς ὁδοῦ Μι­χα­ήλ Καραολῆ καί μέ­χρι τίς κα­πνα­πο­θῆ­κες. 
Ἡ Νέα Πό­λη ἀπο­κτᾶ με­γά­λη ἔκτα­ση μέ τήν ἀνέ­γερ­ση τῶν συνοι­κι­σμῶν τῆς προ­σφυ­γι­κῆς ἀπο­κα­τά­στα­σης (19241928). Τό­τε ἡ πό­λη δι­πλα­σι­ά­ζε­ται σέ ἔκτα­ση καί πλη­θυ­σμό καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται οἱ συνοι­κι­σμοί Γυμ­να­στη­ρί­ου, Ἀ­στι­κός, Τσι­μεν­τέ­νια, Κυ­ψέ­λη καί Χρύ­σα. Πα­ράλ­λη­λα, ἀλ­λά­ζει χα­ρα­κτήρα τό ἐμ­πο­ρι­κό κέν­τρο, ἀφοῦ οἱ πρό­σφυ­γες, ἐκτός ἀπό τή μάζα τῶν κα­πνερ­γατῶν, ἀπο­τε­λοῦν πλέ­ον καί τό κύ­ριο σῶ­μα τῶν ἐμ­πό­ρων.
Ἀ­κο­λου­θῶν­τας τά πρό­τυ­πα τῆς ἀνά­πτυ­ξης τῶν ἑλ­λη­νι­κῶν πό­λε­ων με­τά τό 1950 ἡ Νέα Πό­λη ἐπε­κτεί­νε­ται πρός τήν πε­δι­ά­δα καί πρός τή Δύ­ση καί ἑνώ­νε­ται μέ τίς κα­πνο­πα­ρα­γω­γές πε­ρι­ο­χές τῆς Χρύ­σας δυ­τι­κά καί τῶν Κιμ­με­ρί­ων ἀνα­το­λι­κά.





Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Ἡ σύγχρονη πόλη τῆς Ξάνθης

Ὄψη σύγ­χρονης ἑλληνικῆς πόλης, ὅπως καθορίζεται ἀπό τό πρότυπο τῆς Ἀθήνας, ἔχει ἡ Ξάνθη μέ κατα­σκευές ἐμπνεόμενες ἀπό τά ρεύματα τοῦ μοντέρνου καί τοῦ μεταμοντέρνου, μέ ἀντίληψη ὅμως φορμαλιστική καί χωρίς φαντασία. 

Ἀναπόφευκτη εἶναι ἡ μεταβολή τοῦ δομημένου χαρα­κτήρα στίς μή διατηρητέες περιοχές τῆς πόλης, ὅπου ἡ ἀξία τῆς γῆς ἐπιβάλλει τήν ἀνοικοδό­μηση στούς χώρους μέ διώροφα καί μονοκατοικίες.


Τυπική εἰκόνα στόν προσφυγικό Ἀστικό συνοικισμό τά τελευ­ταῖα χρόνια, μέ τήν ἀντικατάσταση τῶν παλαιῶν μονοκατοικιῶν τῆς προσφυγικῆς ἀποκατάστασης ἀπό σύγχρονες πολυκατοικίες.

Συνύπαρξη παλιοῦ καί καινούργιου στήν περιοχή τῶν καπναποθηκῶν.

Ὄψη τῆς Ξάνθης ἀπό τά ὑψώματα βόρειά της: εἶναι ἐμφανής ὁ τοπογραφικός καί τοπιογραφικός διαχωρισμός τῆς παλιᾶς πρός τή νέα πόλη (2005).


Τό τελευταῖο τέταρτο τοῦ 19ου αἰώνα ἡ πόλη ἐπεκτείνεται πρός Νότο, ἔξω ἀπό τά ὅρια τοῦ ἱστορικοῦ οἰκισμοῦ πού σήμερα ὀνομάζεται Παλιά Πόλη. Νέες συνοικίες χριστιανικές καί μουσουλμανικές δημιουργοῦνται, ἐνῶ ἀνεγείρονται οἱ μεγάλες καπναποθῆκες τῆς βιομηχανικῆς περιοχῆς.
Τήν ἴδια ἐποχή δημιουργεῖται μετά τά μέσα τοῦ 18ου αἰώνα στήν περιοχή τῆς σημερινῆς κεντρικῆς πλατείας τῆς Ξάνθης ἕνα ἰσλαμικό κοινωνικό καί θρησκευτικό κέντρο, σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τῆς ἰσλαμικῆς πολεοδομίας καί κοινωνικοθρησκευτικῆς ὀργάνωσης (κουλλιγιέ). Ἀνεγείρονται κεντρικό τέμενος μέ μεντρεσέ, πλατεῖα γιά παζάρι, πανδοχεῖο, λουτρά καί χάνια, ὅπως καί νεκροταφεῖο. Ἡ περιοχή βρισκόταν στίς παρυφές τῆς ἱστορικῆς πόλης καί οἱ ἰδιοκτησίες ἀνῆκαν σέ μουσουλμάνους. Ἡ ἀποχώρηση ἀριθμοῦ μουσουλμάνων μετά τό 1922 καί ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς πόλης κατά τόν μεσοπόλεμο καί τή μεταπολεμική ἐποχή ἀνάπτυξης μετέβαλε ριζικά τόν χαρακτῆρα τῆς περιοχῆς, ἡ ὁποία σήμερα εἶναι τό λειτουργικό κέντρο τῆς σύγχρονης πόλης.
Οἱ βάρβαρες προσπάθειες ἐκβουλγαρισμοῦ κατά τίς δύο βουλγαρικές κατοχές τό 1912-1919 καί τό 1941-1944 δέν θά ἀφήσουν σημαντικά ἴχνη στήν πόλη, ἄν καί χιλιάδες εἶναι οἱ   Ἕλληνες κάτοικοι πού ἀναγκάζονται νά ἐγκαταλείψουν τήν πόλη – πολλοί ἀπ’ αὐτούς γιά νά μήν ξαναγυρίσουν μετά τήν ἀπελευθέρωση.
Μετά τήν ἀσύλληπτης ἔκτασης Μικρασιατική Καταστροφή, ἡ Ξάνθη γίνεται καταφύγιο πολλῶν χιλιάδων προσφύγων τῆς πάλαι Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς καί μία πραγματική προσφυγούπολη.
Μετά τίς περιπέτειες καί τά πάθη τῆς χώρας κατά τή δεκαετία τοῦ 1940, τό Νέο Ἑλληνικό Κράτος ἐντάσσεται στήν περιφέρεια τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ οἰκονομικοῦ καί πολιτικοῦ συστήματος, γιά νά συμμετάσχει πλήρως σέ αὐτό ὡς δυτικό πλέον κράτος στά τέλη τοῦ 20οῦ αἰῶνα. Ἡ οἰκονομική ἀπογείωση τῆς χώρας συνεπάγεται καί τή μείωση τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν μέ τή μετανάστευση τῶν ἀγροτῶν στό ἐξωτερικό καί στίς πόλεις καί μέ τή συνακόλουθη ἐρήμωση τῶν ὀρεινῶν περιοχῶν.
Οἱ μεταβολές αὐτές ἀποτελοῦν καί τήν ἀφορμή γιά τή μεταβολή τῆς κοινωνικῆς σύνθεσης τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλης. Οἱ παλιοί αὐτόχθονες ἔμποροι μεταναστεύουν σέ μεγαλύτερα ἀστικά κέντρα καί νέοι μικροαστικοί ἤ ὑπό ἀστικοποίηση πληθυσμοί συγκεντρώνονται.
Ἡ καταστροφή τοῦ Ἀνατολικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ κατάτμηση τῆς Θράκης, ἡ οἰκονομική δυσπραγία τοῦ Μεσοπολέμου καί οἱ περιπέτειες καί τά πάθη τῆς χώρας κατά τή δεκαετία τοῦ 1940 μαζί μέ τόν εὐτελισμό τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, εἶναι οἱ αἰτίες τῆς καθυστέρησης τῆς οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης στήν περιοχή τῆς Θράκης. Μέ τήν ἀπουσία οἰκονομικῆς ἀνάπτυξης στήν Θράκη καί τόν εὐτελισμό τῆς τιμῆς τοῦ καπνοῦ, ἤ ἀνοικοδόμηση τῶν δεκαετιῶν τοῦ 1950 καί 1960, πού χαρακτηρίζει τήν ὑπόλοιπη Ἑλλάδα, καθυστερεῖ στήν Ξάνθη γιά μετά τό 1970. Ἡ οἰκονομική καθυστέρηση σημαίνει καί συνεπάγεται τή διατήρηση τοῦ οἰκισμοῦ τῆς Παλιᾶς Ξάνθης, ὁ ὁποῖος κατά τή δεκαετία τοῦ 1970 κηρύσσεται διατηρητέος. Ἡ πόλη ἀποφεύγει ἔτσι, σέ μεγάλο βαθμό, τήν καταστροφή τοῦ δομημένου περιβάλλοντος καί τοῦ χαρακτῆρα της καί ἴσως σήμερα ἀποτελεῖ τό πληρέστερο δεῖγμα παραδοσιακοῦ οἰκισμοῦ στή Θράκη καί στή Βόρειο Ἑλλάδα. Ἡ πόλη ἀποκτᾶ ἕνα πρόσθετο διφυῆ χαρακτῆρα μέ τή συνύπαρξη παλιοῦ καί καινούργιου, ὁ ὁποῖος προστίθεται στόν συγκερασμό Δύσης καί Ἀνατολῆς πού τή χαρακτήριζε ἀπό τήν Τουρκοκρατία.
Τό 1974, οἱ ἀπειλητικές ἐξωτερικές συνθῆκες ἐπιβάλλουν στό Ἑλληνικό Κράτος τήν ἀνάληψη δραστικῶν μέτρων στήν πόλη καί τήν περιφέρειά της: ἀλλεπάλληλες προσπάθειες ἐκβιομηχάνισης δημιουργοῦν μία μεταποιητική καί παραγωγική βάση, σχολές τοῦ νεοϊδρυμένου Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης ἐγκαθίστανται στήν πόλη, ἐνῶ παράλληλα θεσμοθετούνται ποικίλα ὀργανωτικά καί ἀναπτυξιακά μέτρα. Ἡ πόλη λαμβάνει σύγχρονη μορφή καί γίνεται οἰκονομικό καί διοικητικό κέντρο, τό ὁποῖο βασίζεται στή πλούσια ἀγροτική παραγωγή τῆς περιφέρειάς της καί προσβλέπει στήν ἀνάπτυξη τῶν ὑπηρεσιῶν.
Στίς ἐκτός τοῦ διατηρητέου παλαιοῦ οἰκισμοῦ περιοχές τῆς πόλης λαμβάνει πρόσφατα χώρα μιά ριζική ἀνοικοδόμηση. Παρά τή σχετική ἀδυναμία της νά προσεγγίσει τά καταναλωτικά πρότυπα, ἡ πόλη τείνει νά γίνει λειτουργική καί ἀπρόσωπη, σύμφωνα μέ τά πρότυπα τῆς Ἀθήνας. Τό παλιό ἐμπορικό, βιοτεχνικό καί βιομηχανικό κέντρο σχεδόν ἐξαφανίζεται. Τό δομημένο περιβάλλον χάνει τίς χαρακτηριστικές μορφές του καί μιμεῖται τούς διεθνοποιημένους συρμούς, γεμᾶτο ὅμως δυναμισμό καί ἀνοικτό στίς προκλήσεις τοῦ μέλλοντος.
Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι ἕνα περιβάλλον ὅπου ὑφίσταται μία χαρακτηριστική τοπικότητα. Ἀλλά καί ἡ πόλη τῆς Ξάνθης σέ πεῖσμα τῶν καιρῶν ἐπιβιώνει ὡς τόπος.
Τόπος καί τοπικότητα, ἐλάχιστα, περιφερειακά καί ἄγνωστα, πού ὅμως στέκονται καί ὑπάρχουν.
Στά πλαίσια αὐτά, περιβάλλοντα περιφερειακά, ἀγνοημένα καί περιφρονημένα, ὅπως αὐτό τῆς Ξάνθης, πλήν δικά μας, εἶναι δυνατό νά μᾶς θυμίσουν ἀντιλήψεις καί καταστάσεις οἱ ὁποῖες ἔχουν σημασία γιά μᾶς, ἀλλά καί νά μᾶς ἀποκαλύψουν τρόπους βίου, ὅπως τήν οἰκουμενικότητα τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς.


Ἡ σύγχρονη Ἑλλάδα

Ξάνθη 2006. Ἀνοικοδόμηση στόν ὑπάρχοντα πολεοδομικό ἱστό, ὅπου τό πλᾶτος τῶν δρόμων παραμένει ἴδιο, ἐνῶ τά ὕψη τρι­­πλασιάζονται.

Ἡ πολυκατοικιοποίηση ὡς ἕνα ἰδανικό μέλλον. Ἅρμα μιᾶς παρέλασης τοῦ Καρνάβαλου κατά τά τελευταῖα χρόνια τῆς δεκαετίας τοῦ 1960. Μέ πολυκατοικίες θέ­λουν τό τότε μακρινό μέλλον τοῦ 2001 οἱ Ξανθιῶτες, ὅπως καί ὅλοι οἱ  Ἕλληνες ἐκείνης τῆς ἐποχῆς.


Ἀσύμμετρη ἀνοικο­δόμηση ὅπου δημιουργοῦνται κενά μέ μορφή χαράδρας μέσα στήν πόλη.

Ἀσυμμετρία μεγεθῶν καί ἀσυμφωνία ὕφους μέ τήν ἀνέγερση μεγάλης κατοικίας στήν Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης πρίν τήν ἀνα­κήρυξή της ὡς διατηρητέας. Παρόμοιες καταστάσεις δημιουρ­γοῦνται κατά κόρον στίς ἑλληνικές πόλεις οἱ ὁποῖες δέν προστα­τεύον­ται νομοθετικά γιά διατήρηση τοῦ παραδοσιακοῦ περιβάλλοντος.

Ὅσον ἀφορᾶ στήν παρούσα κατάσταση τῶν πραγμάτων, πρέπει νά παρατηρήσουμε ὅτι μέ τήν κυριαρχία τοῦ μοντερνισμοῦ, τήν ἐπικράτηση διεθνοποιημένων συρμῶν καί τήν οἰκονομική ἀπογείωση τῆς χώρας κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 20οῦ αἰώνα, πραγματοποιεῖται μία καθολική ἀνοικοδόμηση τῶν ἑλληνικῶν οἰκισμῶν καί πόλεων[i]. Τό δομημένο περιβάλλον τῆς πατρίδας μας, τό ὁποῖο διέθετε ὑψηλή αἰσθητική, χαρακτηριστική ταυτότητα, ἰδιαίτερη ἀτομικότητα καί μοναδική λειτουργικότητα, ὑφίσταται ριζικές μεταβολές. Τό ἑλληνικό περιβάλλον ἀποτελεῖ πλέον προϊόν μίας ἄκρατης ἐμπορευματοποίησης τοῦ χώρου, ἡ ὁποία γίνεται ἀπόλυτη ἀξία. Τό νέο δομημένο περιβάλλον τῶν ἑλληνικῶν οἰκισμῶν καί πόλεων θά ἐπηρεάσει τόν ψυχισμό καί τόν τρόπο ζωῆς τῶν Ἑλλήνων γιά τά ἑπόμενα χρόνια.
Ὅσον ἀφορᾶ στήν ἰδιαιτερότητα, εἶναι ἀναγκαῖο νά κατανοήσουμε ὅτι ἡ τοπικότητα –ὁ χαρακτῆρας καί ἡ ἰδιαίτερη σημασία κάποιου συγκεκριμένου τόπου–, εἶναι ἕνας βασικός συντελεστής τῆς ταυτότητας καί τῆς αὐτογνωσίας. Σήμερα, σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις πού ἰσχύουν, τό τοπικό θεωρεῖται κατώτερο ἀπό τό διεθνές τό παλαιό, ὑποδεέστερο ἀπό τό καινούργιο. Ὁ λαϊκός πολιτισμός ὑποκαθίσταται ἀπό τή διεθνοποιημένη βιομηχανία τοῦ πολιτισμοῦ. Οἱ ἐθνικοί πολιτισμοί ὑφίστανται πρωτοφανεῖς πιέσεις. Οἱ ἰδιαιτερότητες θεωροῦνται τροχοπέδη καί ὁπισθοδρόμηση. Ἐνδεικτικό τῶν δυσχερειῶν τοῦ παρόντος εἶναι τό ὅτι ἡ ἑλληνική ἰδιομορφία, τῆς ταύτισης τῆς ἐθνικῆς καί τῆς πολιτισμικῆς ταυτότητας καί τῆς συνάρτησής τους μέ τό θρησκευτικό συναίσθημα, βρίσκεται σήμερα στό στόχαστρο.
Στή συναρπαστική ἀνάλυση τοῦ φαινομένου τῆς πόλης πού παραθέτει ὁ θεωρητικός τῶν πολιτισμῶν Ὄσβαλντ Σπένγκλερ[ii] διατυπώνεται ἡ ἀντίληψη ὅτι: "ἐκεῖνο πού διακρίνει μία πόλη ἀπό ἕνα χωριό δέν εἶναι τό μέγεθος ἤ ὁ πλοῦτος, ἀλλά ἡ παρουσία μίας ψυχῆς. ". Αὐτή ἀκριβῶς ἡ ἰδιαιτερότητα χαρακτηρίζει διαχρονικά τίς ἑλληνικές πόλεις. Τέτοιες ἰδιαιτερότητες εἶναι πολιτισμικά φαινόμενα καί ἀποτελοῦν ἐγγύηση συνέχειας καί ἐπιβίωσης τοῦ συγκεκριμένου πολιτισμοῦ, πού πραγματώνεται καί ὑπάρχει μέ τόν τρόπο αὐτόν.
Ὁ ἑλληνικός φυσικός χῶρος χαρακτηρίζεται ἱστορικά ἀπό μία ἔντονη ἰδιομορφία καί μία μοναδική ποικιλομορφία. Αὐτό ἐκτείνεται καί στό ἀνθρώπινο περιβάλλον. Στίς ἑλληνικές πόλεις συναντᾶμε χαρακτηριστικές ἰδιομορφίες, μέ ἐξατομικευμένο χαρακτῆρα.
 Ἕνα διαχρονικό φαινόμενο εἶναι ἡ ἐπιπολιτισμική[iii] ἐπίδραση στό ἑλληνικό περιβάλλον.
Τίς τελευταῖες δεκαετίες, εἶναι ραγδαία ἡ ἀλλοτρίωση τῶν μορφῶν, τῶν πρακτικῶν καί τῶν ἐκδηλώσεων τῆς ἑλληνικῆς ζωῆς, ἐνῶ φαίνεται νά περιθωριοποιοῦνται καί νά ὑποβαθμίζονται σταθερά οἱ πολιτισμικές μας ἰδιαιτερότητες. Εἴμαστε μάρτυρες αὐτοῦ πού ὁ Ἄρνολντ Τόυνμπη χαρακτηρίζει: "σάν τήν πιό μακροχρόνια ἐπίδραση ἑνός πολιτισμοῦ πάνω σ’ ἕναν ἄλλο πολιτισμό"[iv]: τῆς ἐπιβολῆς τοῦ δυτικοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ πάνω στόν ἑλληνικό κόσμο καί τίς ἑλληνικές παραδόσεις. Αὐτό εἶναι τό πλαίσιο τῆς κρίσης ταυτότητας στήν Ἑλλάδα.
Ἡ νεοελληνική κρίση ταυτότητας ἐκδηλώνεται στό δομημένο περιβάλλον μέ τήν ἐπικράτηση τῆς ἀνάγκης πάνω στήν αἰσθητική, τήν ἄκρατη ἐμπορευματοποίηση τοῦ χώρου, τήν κυριαρχία τοῦ προτύπου τῆς μεγαλόπολης καί τή δημιουργία τοῦ ἀστικοῦ ἐφιάλτη τῆς Ἀθήνας. Ὁ ἀστικός ἐφιάλτης φαίνεται νά κυνηγᾶ πάντα τούς  Ἕλληνες. Στή μεγαλόπολη πραγματοποιεῖται μέ ἀπόλυτους τρόπους ἡ καταστροφή τῆς ἰδιαιτερότητας καί ἡ λήθη τοῦ παρελθόντος.



[i] Ἡ ἀνοικοδόμηση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων ἦταν κοινωνικά καί οἰκονομικά ἐξαιρετικά ἐπιτυχής, ἄν λάβουμε ὑπόψη ὅτι στεγάσθηκε μετά τόν πόλεμο ὁ πληθυσμός τῆς χώρας μέ πολύ ὑψηλό βαθμό ἰδιοκατοίκησης (ἀπό τούς ὑψηλότερους στόν κόσμο), ἐνῶ ἡ ἀνοικοδόμηση ἔπαιξε τόν ρόλο ἀτμομηχανῆς γιά τήν ἀνάπτυξη.

[ii] Στό πολυδιαβασμένο, πολυσυζητημένο, ἀλλά καί ἀμφιλεγόμενο βιβλίο του "Ἡ παρακμή τῆς Δύσης" (1918-1922, ἑλληνική μετάφραση ἐκδόσεις Τυπωθήτω, Ἀθήνα 2003)

[iii] Ἐπιπολιτισμός εἶναι τό περίπλοκο φαινόμενο τῆς ἀλλοίωσης τῶν χαρακτηριστικῶν ἑνός πολιτισμοῦ ἤ ἑνός ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ, μέ τή μαζική υἱοθέτηση τρόπων καί πολιτισμικῶν χαρακτηριστικῶν ἑνός ἄλλου πολιτισμοῦ,ἤ ἑνός ἄλλου ἐθνικοῦ πολιτισμοῦ. 

[iv] Στό βιβλίο του "Οἱ  Ἕλληνες καί οἱ κληρονομίες τους",  (Καρδαμήτσας, Ἀθήνα 1992).

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Σύγχρονες πολυκατοικίες και κατασκευές.


Πλήρης ἀνοικοδόμηση στήν ὁδό Τσιμισκῆ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Ἐξάντληση τῶν ὁρίων τοῦ χώρου στήν ὁδό Μιχαήλ Καραολῆ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Μεταφορά σύγχρονου διεθνοποιημένου περιβάλλοντος στή γωνία τῶν ὁδῶν Μιχαήλ Καραολῆ καί Σμύρνης.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Σωρεία χρήσεων στήν ὁδό Δαγκλῆ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Μεγάλη κάλυψη καί μεγάλα ὕψη στό δομημένο περιβάλλον τοῦ Ἀστικοῦ συνοικισμοῦ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Ἀνέγερση μέ μεγάλα ὕψη στή συνοικία Μουχατζήρ.
(Φωτογραφία τοῦ 2005)



Νέες πολυκατοικίες κοντά στήν περιοχή τοῦ Σταθμοῦ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Ἀνέγερση πολυκατοικιῶν κοντά στήν περιοχή τοῦ Σταθμοῦ.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Ἄποψη τοῦ δομημένου περιβάλλοντος στή Νέ­α Πόλη τό 2006. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ διαφορά κλίμακος μεταξύ τῆς προσφυγικῆς κατοικίας καί τῶν σύγχρονων πολυκατοκιῶν. 



Ἡ ἀπογείωση τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας ἀπό τά μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 δέν ἀκολουθήθηκε μέ τόν ἴδιο ρυθμό ἀπό τίς πόλεις τῆς Θράκης. Ἡ περιθωριοποίηση καί ἡ οἰκονομική παρακμή τῆς Θράκης καθυστέρησαν τήν ἀνοικοδόμηση στίς πόλεις της. Τίς δεκαετίες τοῦ 1950 καί 1960, ὅταν ἡ χώρα ἀντιμετώπιζε ἀποτελεσματικά τό ὀξύ στεγαστικό πρόβλημα πού κληροδότησαν οἱ καταστροφές τῆς δεκαετίας τοῦ 1940 καί ἡ ἀστικοποίηση πού ἐπέβαλε ἡ μεταπολεμική ταχύρυθμη ἀνάπτυξη, οἱ πόλεις τῆς Θράκης παρέμειναν ὅπως εἶχαν διαμορφωθεῖ στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί τόν μεσοπόλεμο. Ὡστόσο, στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1970 ἡ πόλη τῆς Ξάνθης βρέθηκε σέ πλήρη ἀναπτυξιακή πορεία μέ τήν ἐγκατάσταση στρατιωτικῶν καί φοιτητῶν, οἱ ὁποῖοι προξένησαν ἔντονη ζήτηση κατοικίας. Παράλληλα, ἡ ἐγκατάσταση πληθυσμῶν ἀπό τήν περιφέρεια ἐνίσχυσε τή ζήτηση. Ἡ ἀπάντηση ἦταν, βέβαια, ἡ πολυκατοικιοποίηση, ἡ ὁποία εἶχε ἤδη ἐπιβληθεῖ ὡς ἐπιτυχές μοντέλο στέγασης τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν τῆς ὑπόλοιπης χώρας. Τό σύστημα τῆς ἀντιπαροχῆς εἶχε ἀποδειχθεῖ ἐξαιρετικά ἀποτελεσματικό γιά τήν παραγωγή σύγχρονων κατοικιῶν, ὥστε οἱ ἑλληνικοί πληθυσμοί νά στεγασθοῦν μέ ὑψηλό ποσοστό ἰδιοκατοίκησης.
 Ἡ πολυκατοικιοποίηση τῶν ἑλληνικῶν πόλεων συνέβη σέ ἐποχή πού ἐπικράτησε ἡ ἀντίληψη ὅτι ὁ λαϊκός πολιτισμός ἦταν πιά ξεπερασμένος. Τόσο, ὥστε οἱ νέες μορφές στό δομημένο περιβάλλον ἔπρεπε νά συμφωνοῦν μέ τήν ἀντίληψη τοῦ μοντέρνου. Παράλληλα, ἡ ἐξασφάλιση εἰσοδήματος καί κέρδους στούς ἰδιοκτῆτες γῆς, ἀλλά καί τά ὑψηλά κέρδη πού πραγματοποιοῦσαν οἱ ἐργολάβοι ἐπέβαλαν τήν χωρίς ὅριο ἐκμετάλλευση τοῦ χώρου. Ἡ ἐπιλογή λοιπόν τῆς ἀνοικοδόμησης σέ ὑψηλή πυκνότητα, πού ἱκανοποιοῦσε ἀμφότερους τούς ἰδιοκτῆτες καί τούς ἐργολάβους, κατέληξε σέ ἀρνητικό ἀποτέλεσμα γιά ὅλες τίς ἑλληνικές πόλεις. Δημιουργήθηκε ἕνα ἄξενο ἀστικό περιβάλλον ὑψηλῶν κτηρίων σέ ὅλο τό μῆκος τῶν στενῶν ὁδικῶν ἀξόνων. Ἡ καταχρηστική ἐφαρμογή τῶν ὅρων δόμησης καί οἱ ἀνεξέλεγκτες ὑπερβάσεις ἐπιβάρυναν τόν ἀστικό χῶρο σέ βαθμό πού ἔγινε ἄσχημος καί καταπιεστικός. Τά βιοκλιματικά στοιχεῖα ἀγνοήθηκαν, ἡ αἰσθητική ξεχάσθηκε, περιοχές χωρίς ὀρθολογική ρυμοτομία ἀνοικοδομήθηκαν, ὁ δημόσιος χῶρος ἔπαψε νά ὑπάρχει. Ἀλλά καί ἡ συνεχής παραγωγή νέων κατοικιῶν ἀπαξίωσε τό ἱστορικό περιβάλλον. Ἡ αἰσθητική τοῦ δομημένου περιβάλλοντος στόν ἑλλαδικό χῶρο εἶναι πλέον ἑνιαία καί οἱ ἑλληνικές πόλεις ἔχασαν σέ μεγάλο βαθμό τόν χαρακτήρα καί τήν ἰδιαίτερη ἀτομικότητα πού τίς ξεχώριζε. Ἀλλά καί ἡ προστασία συγκεκριμένων κτισμάτων πού κηρύσονται διατηρητέα δημιουργεῖ ἀσύμμετρες πραγματικότητες. Ἡ πόλη τῆς Ξάνθης εὐτύχησε νά ἀποφύγει γιά τό παλιό τμῆμα της τή μοίρα αὐτή.