Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2010

Δρόμοι.

Ἡ περιοχή τῆς σημερινῆς Κεντρικῆς Πλατείας, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1900.





Σειρά πρόχειρων κατασκευών, στήν ὁδό Κονίτσης.
(Φωτογραφία τοῦ 1979)

Δευτέρα, 6 Σεπτεμβρίου 2010

Αστικές κατοικίες






Μέ τήν ἀνάπτυξη τῶν μεγαλουπόλεων καί τήν αὔξηση τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ στή Δυτική Εὐρώπη ἡ παραδοσιακή μορφή τῆς κατοικίας περιορίζεται στίς ἀγροτικές περιοχές. Οἱ κατοικίες τῶν πόλεων ἀποκτοῦν πλέον μιά διεθνιστική μορφή καί γιά τήν κατασκευή τους χρησιμοποιοῦνται ὑλικά καί στοιχεῖα πού ἀποτελοῦν προϊόντα βιομηχανικῆς παραγωγῆς. Ἡ στέγαση τῶν ἀστικῶν πληθυσμῶν λαμβάνει πλέον μαζικές καί τυποποιημένες μορφές.
Στήν Ξάνθη λίγες κατοικίες αὐτοῦ τοῦ τύπου θά ἐμφανισθοῦν κατά τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα, ἀλλά ἡ κατασκευή τους θά γενικευθεῖ μέ τήν ἀνοικοδόμηση τῆς δεκαετίας τοῦ 1920 ὅταν στεγάσθηκαν οἱ πρόσφυγες, ἀλλά καί ὅταν ἡ ἀνάπτυξη τῆς οἰκονομικῆς δραστηριότητας ἐπέτρεψε τήν ἀνοικοδόμηση.
Ἡ παλαιότερη κατοικία πού φαίνεται ὡς μετάβαση ἀπό τήν παραδοσιακή μορφή τῆς κατοικίας σέ κάποια μοντέρνα μορφή εἶναι ἡ κατοικία λαϊκῶν διαμερισμάτων στήν ὁδό Βιζυηνοῦ. Ὑπάρχουν ἐπίσης λαϊκές κατοικίες μέ λόγια στοιχεῖα πού θέλουν νά προσεγγίσουν τό ἀστικό περιβάλλον, ὅπως καί κατοικίες ἀστῶν πού ἀνεγείρονται σέ νεωτερικό ὕφος. Πολλές κατοικίες τῆς δεκαετίας τοῦ 1920 ἔχουν πλέον καθαρά ἀστικό χαρακτῆρα καί χρησιμοποιοῦν μεγάλη ποικιλία ἐκλεκτικιστικῶν στοιχείων γιά διακόσμηση καί διάκριση.

Πέτρινα δημόσια κτήρια


Τό μειονοτικό σχολεῖο σέ πάροδο τῆς ὁδοῦ Παναγῆ Τσαλδάρη, κτισμένο ἀπό Ἠπειρῶτες μαστόρους στίς ἀρχές τοῦ 20οῡ αἰώνα. 
(Φωτογραφία τοῦ 2002)



Τό κτήριο τῆς ὀθωμανικῆς διοίκησης στήν Κεντρική Πλατεία. Κατεδαφίσθηκε τό 1968. 
(Φωτογραφία τοῦ 1936)



Τό Νηπιαγωγεῖο Στάλιου στήν ὁδό Στάλιου κτισμένο τό 1881, σέ ρυθμό νεοαναγεννησιακό. 
(Φωτογραφία τοῦ 1995)



Τό κτήριο τῆς Ἑλληνικῆς Λέσχης στή γωνία τῶν ὁδῶν Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη. 
(Φωτογραφία τοῦ 2004)



Τό κοινοτικό σχολεῖο στόν περίβολο τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Βλασίου. (Φωτογραφία τοῦ 2004)



Ἡ ἐπιβλητική εἴσοδος τοῦ Μητροπολιτικοῦ μεγάρου μέ διακοσμητική χρήση τοῦ γρανίτη. (Φωτογραφία τοῦ 2005)



Τό Μητροπολιτικό μέγαρο κτισμένο τό 1897σέ ρυμθό νεοκλασσικό μέ νεοαναγεννησιακά στοιχεῖα. (Φωτογραφία τοῦ 1908)


Τό σχολεῖο τοῦ νέου Ἀστικοῦ προσφυγικοῦ συνοικισμοῦ, μόλις μετά τήν ἀποπεράτωσή του (1928)



Τό Παρθεναγωγεῖο τῆς Ξάνθης πού κατεδαφίστηκε τό 1963. (Φωτογραφία τοῦ 1919)



  Τό πίσω τμῆμα τοῦ Νηπιαγωγείου Στάλιου μέ τήν παρακείμενη αἴθουσα διδασκαλίας. (Φωτογραφία τοῦ 2005)



Τό Ματσίνειο Ἀρρεναγωγεῖο κτισμένο μέ εὐεργεσία τοῦ ἐμπόρου Ματσίνη τό 1860. (Φωτογραφία τοῦ 1919) 


http://1.bp.blogspot.com/_ZuNl6TmzZ4I/TJEkR1KeIhI/AAAAAAAAAUo/1kd7xcIl_R4/s1600/02a.jpg
Τό Μητροπολιτικό μέγαρο κτισμένο σέ ρυμθό νεοκλασσικό μέ νεοαναγεννησιακά στοιχεῖα τό 1897. (Φωτογραφία τοῦ 1908)




Ἡ μεγάλη πλειονότητα τῶν κτηρίων στίς πόλεις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἦταν διώροφες κατοικίες, συνήθως κτισμένες μέ πέτρα στό ἰσόγειο καί ἐλαφρότερη κατασκευή  στόν ὄροφο (τσατμάς, μπαγιαντί, μπαγδατί). Εἰδικά τό σαχνισί κατασκευάζεται κυρίως ἀπό ἐλαφρά ὑλικά. Στήν Ξάνθη οἱ κατοικίες διαθέτουν συχνά καί ἡμιϋπόγειο. Στή γεωγραφική ζώνη γύρω ἀπό τήν Προποντίδα καί στίς μικρασιατικές ἀκτές τοῦ Εὐξείνου Πόντου οἱ κατοικίες ἦταν σέ μεγάλο ποσοστό ξύλινες. Ὡστόσο, ἀπό τόν 15ο αἰώνα ὑπάρχουν κατοικίες κτισμένες μέ κατεργασμένη πέτρα, ὅπως οἱ κατοικίες τῶν Φαναριωτῶν στήν Κωνσταντινούπολη, οἱ κατοικίες στήν Καισάρεια καί στήν Καππαδοκία καί μεμονωμένες κατασκευές ἀνά τήν Αὐτοκρατορία. Τόν 19ο αἰώνα ἡ οἰκονομική ἀνάπτυξη τῆς Αὐτοκρατορίας δημιούργησε μία ἐμπορευματική τάξη πού μποροῦσε νά ἀνεγείρει πιό δαπανηρές κατασκευές. Τότε ἐμφανίσθηκαν ἀρχοντικά καί νοικοκυρόσπιτα κτισμένα ἐξ ὁλοκλήρου μέ πέτρα καί μάλιστα μέ κατεργασμένη πέτρα, λιθανάγλυφα καί διακοσμήσεις.
Τά δημόσια κτήρια, τεμένη, ἐκκλησίες, διοικητήρια, σχολεῖα καί κάθε εἴδους κυβερνητικά κτήρια κατασκευάζονταν γιά λόγους ἐπιβολῆς, ἀλλά καί γιά λόγους ἀντοχῆς καί μακροβιότητας ἀπό κατεργασμένα πέτρινα ὑλικά. Οἱ κατασκευές γινόταν κατά κανόνα ἀπό μπουλούκια μαστόρων ἀπό τήν Ἤπειρο ἤ ἀπό τήν Ἀλβανία.
Χαρακτηριστικά πέτρινα δημόσια κτήρια εἶναι στήν Ξάνθη τό Διοικητήριο τοῦ Καζᾶ, πού δέν σώζεται σήμερα, μεγάλο κτήριο στή σημερινή Κεντρική Πλατεία μέ ὕφος νεοκλασσικό καί λόγιο καί μέ συμμετρική διάταξη, τό Μητροπολιτικό Μέγαρο, τό σημερινό μειονοτικό σχολεῖο κοντά στό παζάρι, παρόμοιο μέ τό Διοικητήριο καί κτισμένο τήν ἴδια ἐποχή ἀπό τό ἴδιο, κατά πληροφορία, μπουλούκι κτιστάδων. Πέτρινα κτήρια εἶναι αὐτά τοῦ σχολείου τοῦ Ἁγίου Βλασίου, ὅπως καί τά ἐκπαιδευτήρια πού ἀνήγειρε ἡ Κοινότητα παρά τή Μητρόπολη (Ματσίνειο Ἐκπαιδευτήριο καί Παρθεναγωγεῖο). Τά ἐκπαιδευτήρια εἶναι κτήρια λόγιας ἀντίληψης μέ σειρές μεγάλων παραθύρων καί τετράρριχτες στέγες. Διαθέτουν περίτεχνες σιδεριές.
 



Παρασκευή, 3 Σεπτεμβρίου 2010

Τόπος, χῶρος καί ἱστορία


"Σύμφωνα μέ τήν ἀνθρώπινη ἱστορία καί τήν ἐμπειρία, στό βαθμό πού εἶμαι ἐνήμερος, γνωρίζω ὅτι κάθε τί τό οὐσιῶδες καί τό μεγάλο δημιουργήθηκε μόνο ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶχε μία πατρίδα καί ἦταν ἐνταγμένος σέ μιά παράδοση. "
Μάρτιν Χάιντεγκερ, συνέντευξη στόν Spiegel, 1976

Εἶναι τώρα σκόπιμο νά κάνουμε μερικές παρατηρήσεις σχετικές μέ τίς σημασίες πού βρίσκονται πίσω ἀπό τίς διαπιστώσεις πού ἔγιναν. Βάση γιά τίς παρατηρήσεις αὐτές θά εἶναι τά συμπεράσματα σύγχρονων στοχαστῶν, ἀλλά καί τά δεδομένα τῆς δικῆς μας παράδοσης.
Οἱ παρατηρήσεις αὐτές ἀφοροῦν στήν ἀντίληψη τοῦ χώρου καί τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καί οὐσιαστικά τό πρόβλημα τῆς οἰκείωσης καί τῆς ἀποξένωσης ἀπό τό φυσικό καί ἀνθρώπινο περιβάλλον.
Ἄν καί ἡ συλλογιστική αὐτή μᾶς ὁδηγεῖ πολύ μακριά, εἶναι ἀπαραίτητη γιά νά προσεγγίσουμε σέ κάποια κατανόηση τῆς κατάστασής μας.
Τόπος, χῶρος, χρόνος εἶναι ἔννοιες πού ἀποκτοῦν σημασία μέ τήν ἀνθρώπινη πολιτισμική παρουσία. Ἀποτελοῦν δηλαδή πολιτισμικά καί κοινωνικά ἀποτελέσματα.
Ὁ χῶρος ἀπό ἄξενος καί χαώδης μετατρέπεται σέ τόπο μέ τήν ἀνθρώπινη παρουσία. Ἡ ἀντίληψη γιά τόν τόπο εἶναι βέβαια μία ἀντίληψη ὑποκειμενική. Ὁ τόπος δέν εἶναι μία ὀπτική ἀντίληψη, ἕνας χῶρος πού μπορεῖ νά μετρηθεῖ ἤ ἕνα τοπογραφικό σύστημα, ἀλλά μία διανοητική κατασκευή, μία ἐπέκταση τῆς ἀτομικῆς καί τῆς συλλογικῆς ὕπαρξης. Ὁ τόπος περιγράφεται καί γίνεται κατανοητός μέ ὑποκειμενικό τρόπο. Τίποτε δέν εἶναι πιό χαρακτηριστικό γιά τήν ὑποκειμενικότητα τοῦ τόπου ἀπό τίς καλλιτεχνικές περιγραφές καί τά ἐγκώμια[i]. Ἔτσι μποροῦμε νά καταλάβουμε πόσο βαθιά σχέση ἔχει ὁ τόπος μέ τήν ταυτότητα, πόσο οὐσιαστικά συνδέεται μέ τήν ἱστορία καί μέ τά συστήματα ἔκφρασης – γλώσσα[ii], γραφή καί τέχνη.
Σύμφωνα μέ τή σύγχρονη ὀρθολογική κοσμοαντίληψη, ὁ χῶρος εἶναι ἄμορφος, ὁμοιογενής, ἀόριστος καί ἀφηρημένος, ἐνῶ περιλαμβάνει ὅλα τά πράγματα, εἶναι κενός ἀπό σημασίες καί διαθέτει συγκεκριμένες χρηστικές δυνατότητες. Αὐτό σημαίνει ἕνα ἀντικειμενικό, ἀδιάφορο πρός τό ὑποκείμενο σύμπαν, ἀλλά καί τό χῶρο ὡς ἀντικείμενο ἐπιβολῆς καί ἐκμετάλλευσης. Ἡ ἀντίληψη αὐτή ἔχει τήν ἀρχή της στόν διαχωρισμό ἀντικειμένου καί ὑποκειμένου πού ἐπιχειρεῖ ὁ δυτικός εὐρωπαῖος ἄνθρωπος.
Ἀντίθετα, σύμφωνα μέ τή "συμβολική" κοσμοαντίληψη, ὁ χῶρος εἶναι στενά δεμένος μέ τή συγκεκριμένη ἐμπειρία, γεμᾶτος σημασίες, ἄρα χῶρος τοῦ ὑποκειμένου. Οἱ σημασίες μεταφέρονται μέ σύμβολα. Σύμβολο εἶναι ἡ συμβολή κόσμου-ὄντος, ὅπως ἀποκαλύπτεται ὑπερλογικά μέ τήν παρουσία τοῦ συμβόλου. Τό σύμβολο "οὔτε λέγει, οὔτε κρύπτει, ἀλλά σημαίνει"[iii], σύμφωνα μέ τήν ἔκφραση τοῦ Ἡράκλειτου. Ἡ "συμβολική" ἀντίληψη ἐπιτρέπει τή μυστική σύνδεση μέ τό χῶρο. Αὐτό σημαίνει τήν ὑποκειμενοποίηση τοῦ χώρου, πού περιβάλλοντας προστατευτικά τό ὑποκείμενο, τό ἀπομακρύνει ἀπό τήν ἀποξένωση καί τή λήθη.
Ἡ συμβολική ἀντίληψη δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τήν ὀρθολογική, οὔτε παρωχημένη, ὅπως ὁ μοντερνισμός θέλησε νά πιστέψει. Ἡ συμβολική ἀντίληψη εἶναι ἁπλῶς μία διαφορετική ἀντίληψη.
Ἡ βυζαντινή συμβολική ἀντίληψη ἱεροποιεῖ τόν κόσμο, ἀποκαθιστᾶ τήν ἑνότητά του καί ἁγιάζει τή φύση. Στό Βυζάντιο δημιουργεῖται ἕνας καθαρά πνευματικός πολιτισμός. Ὁ βυζαντινός ἄνθρωπος στρέφεται πρός τά ἔσω καί ἀναπτύσσει τό συναίσθημα καί τήν ἐσωτερική ζωή, χωρίς νά κυριαρχεῖται ἀπό τίς ἀνάγκες τῆς πρακτικῆς ζωῆς.
Στά περιβάλλοντα τῆς Ἀνατολῆς ὑφίσταται μία πνευματική διάσταση καί ἡ φύση ἁγιάζεται ἀπό τόν Θεό μέσα ἀπό τό μυστικό πνεῦμα, ὥστε δέν εἶναι δυνατό νά διανοηθεῖ ὁ ἄνθρωπος νά τή μεταχειριστεῖ ὡς ἀντικείμενο. Ἐδῶ δέν ὑπάρχει, ἡ χαρακτηριστική στή Δύση, διάσπαση τοῦ κόσμου σέ πραγματικό καί ὑπερβατικό, πού ἐκφράζεται στόν περιλάλητο λόγο τοῦ Φάουστ: "Μέσα μου ἔχω δυό ψυχές"˙ ὅπως δέν ὑπάρχει ἡ παρουσία ἐκείνων τῶν μορφῶν τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνικῆς, οἱ ὁποῖες ὑποτάσσουν τά ὄντα καί καταστρέφουν τούς μυστικούς δεσμούς μας μέ αὐτά, χωρίς νά μποροῦν νά τά ἐξηγήσουν.
Ἡ ἀντίληψη γιά τόν τόπο καί ἡ σημασία του ἔχουν σχέση μέ τό πόσο εἶναι δυνατή ἡ οἰκείωση τοῦ ὑποκειμένου, ἡ ἀκόμη καί μέ τό ποιά εἶναι ἡ θέση του στόν κόσμο. Τό ἦθος τοῦ ὑποκειμένου εἶναι καί ὁ τόπος του. Κατά τόν αἰνιγματικό Ἡράκλειτο "ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων"[iv], τό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ μοίρα του, ὅπου ἦθος εἶναι κατά τήν ἀρχαϊκή σημασία του καί ὁ τόπος διαμονῆς. Σέ σχέση, λοιπόν, μέ τόν τόπο πού συνειδητοποιεῖται τό ὑποκείμενο καθορίζεται ὁ τρόπος τῆς ὕπαρξης του. Τό ἀντίστροφο εἶναι ἐπίσης δυνατό, ἀφοῦ μεταξύ τοῦ ὑποκειμένου καί τοῦ τόπου ὑφίστανται διαλεκτικές σχέσεις. Ἔχουμε σήμερα περισσότερο ἀπό ποτέ, τήν ἐμπειρία τοῦ ὅτι τό ὑποκείμενο διαμορφώνει τό χῶρο. Τό ἦθος-τόπος λοιπόν, σημαίνει καί οἰκείωση.
Ὡστόσο, ἡ νεοφιλελεύθερη ἀντίληψη θεωρεῖ τόν τόπο ὡς ἀντίληψη ἀντιδραστική, ἀφοῦ ὁ τόπος ἀντιμάχεται μέ πολλούς τρόπους τόν κοσμοπολιτισμό.
Ὁ Μάξ Βέμπερ ἀποδίδει ἐξαιρετική σημασία στόν τόπο καί ἐπισημαίνει τήν ἀπό ἱεροποίηση τοῦ χώρου, τήν ὁποία θεωρεῖ χαρακτηριστικό στοιχεῖο τοῦ δυτικοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολιτισμοῦ.
Ὁ Β. Σ. Νάϊπουλ, ὁ σκεπτόμενος ταξιδευτής τοῦ Τρίτου Κόσμου, βλέπει τούς κατοίκους τῶν σύγχρονων ἄξενων πόλεων ἀποκομμένους ἀπό τή συναίσθηση τοῦ παρελθόντος[v], μέ ἀποτέλεσμα τή δημιουργία μίας "φαντασιακῆς ἀντίληψης τοῦ ποιοί καί τί εἶναι". Περιπλανώμενοι ἀπό κατάλυμα σέ κατάλυμα, οἱ σύγχρονοι ξένοι, διαμορφώνονται σέ νομάδες ἀκόμη καί ἄν παραμένουν στό ἴδιο κατάλυμα, ἀφοῦ ὁ γύρω χῶρος ἀλλάζει συνεχῶς. Ἄν ὑπάρχει μία μυστική σχέση καί δεσμός ψυχισμοῦ καί χώρου, ἡ διαταραχή του μπορεῖ νά ὁδηγήσει "σέ νεύρωση καί μηδενισμό". Μία σημαντική παράμετρος τῆς ἐσωτερίκευσης τοῦ χώρου καί τοῦ τόπου εἶναι ἡ ἱερότητα κτισμάτων καί τοποθεσιῶν, ἡ παρουσία ἱερῶν προσκυνημάτων. Ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τόν ἱερό χῶρο μαζί μέ τήν ἀδυναμία ἐσωτερίκευσης τοῦ περιβάλλοντος, δημιουργεῖ τήν αἴσθηση τῆς ἔλλειψης καί τῆς ἀποξένωσης, πού εἶναι χαρακτηριστικές σήμερα σχεδόν σέ ὅλο τόν κόσμο.
Ἡ ἔλλειψη μυστικῆς σύνδεσης μέ τό χῶρο καί τό παρελθόν πού δημιουργεῖ ἡ συνεχής ἀλλαγή, τό ἄμορφο τοῦ περιβάλλοντος καί ἡ μετακίνηση τῶν πληθυσμῶν, εἶναι ὁ ψυχικός πόθος ὁ ὁποῖος γεννᾶ τήν κρίση ταυτότητας. Ἡ κρίση ταυτότητας εἶναι, βέβαια, ἕνα σημαντικό μεταφυσικό πρόβλημα πού συναντᾶται σέ πολλούς λαούς στά χρόνια μας.
Κατά τόν Μάρτιν Χάιντεγκερ "Ἡ ἔλλειψη πατρίδας γίνεται ἕνα παγκόσμιο πεπρωμένο"[vi]. Τό πεπρωμένο αὐτό δέν εἶναι ἰδεολογικό. Εἶναι, μᾶλλον, ἕνα φαινόμενο ὀντολογικῆς τάξης καί ὑπαρξιακῆς ἐμπειρίας, πού ἀφορᾶ τή θέση τοῦ ἀνθρώπου στόν κόσμο. Πρᾶγμα πού πρέπει νά συνδέεται μέ τήν ἀλλοτρίωση τοῦ ὑποκειμένου στήν ὁποία ὁδηγεῖ ἡ "ὀρθολογική" ἀντίληψη τοῦ ἀφηρημένου χώρου, σέ ἀντίθεση πρός τήν οἰκείωση πού ἐπιτρέπει ἡ αἴσθηση τοῦ "συμβολικοῦ" ἐμπειρικοῦ χώρου. Πάλι κατά τόν Μάρτιν Χάιντεγκερ: "ἡ ἀποξένωση τοῦ ἀνθρώπου, ἔχει τίς ρίζες της στό γεγονός ὅτι ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος δέν ἔχει πατρίδα"vi. Ἐκεῖνο πού ἔχει τεθεῖ σέ ἀμφισβήτηση εἶναι, πάντα κατά τό μεγάλο ὑπαρξιστή φιλόσοφο, ἡ "οὐσιαστικότητα τοῦ ἱστορικοῦ στοιχείου μέσα στό εἶναι"vi. Ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἰδιαιτερότητας καί ἡ κυριαρχία τῆς ὁμοιομορφίας τοποθετοῦν τόν κόσμο μέσα σέ ἕνα "διαρκές παρόν", μέσα στό ὁποῖο τό χαρακτηριστικό καί τό διαφορετικό στεροῦνται τῆς ἱστορικῆς τους θεμελίωσης καί τοῦ πολιτισμικοῦ τους βάθους. Αὐτό εἶναι ἕνα ἀκόμη κεφαλαιώδες σύμπτωμα κρίσης τῶν πολιτισμῶν. Ἡ οἰκείωση εἶναι ἀδύνατη μέσα στίς ἄξενες πόλεις. Ἐκεῖ, ὁ χῶρος γίνεται βορά τῆς συνεχοῦς ἀλλαγῆς μέσω τῆς κατανάλωσης καί τῆς ἀνάπτυξης, ἐνῶ ἡ ἱστορική μνήμη διαλύεται ἀπό τήν πολιτισμική ἀλλοτρίωση.
Κατά τήν ἀνάλυση τοῦ Μάρτιν Χάιντεγκερ ἡ οἰκείωση σημαίνει καί προϋποθέτει τήν ἐγγύτητα. Ὡστόσο, ἡ ἐγγύτητα ποτέ δέν ἱκανοποιεῖ. Πάντα, ἀπέναντι σέ ὅτι θεωροῦμε κοντινό καί οἰκεῖο θά ὑπάρχει κάτι πού ταυτόχρονα θά τό κρατᾶ σέ μία ἀπόσταση ἀπό μᾶς. Ἡ ἀπόσταση αὐτή γίνεται μεγαλύτερη ὅταν ἐπικρατεῖ ἡ λήθη. Πάντα θά ζητᾶμε νά ἑρμηνεύσουμε αὐτό πού εἶναι δικό μας καί πάντα αὐτή ἡ ἑρμηνεία θά εἶναι προσωπική. Τό γεφύρωμα αὐτῆς τῆς ἀπόστασης γίνεται κατά τόν Μάρτιν Χάιντεγκερ μέ τρόπο ποιητικό. Ἡ οἰκείωση δηλαδή ἀποκαλύπτεται μέ τρόπο συμβολικό καί μυθικό. Ὁ συμβολικός καί ποιητικός τρόπος ἔχει τόν χαρακτῆρα τῆς ἀποκάλυψης, τῆς ἀλήθειας ὡς μη-λήθης. Αὐτό δηλώνεται ἀπό τόν Ἡράκλειτο μέ τήν αἰνιγματική ρήση "φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ"[vii]. Ὁ Μάρτιν Χάιντεγκερ εἶναι κατηγορηματικός στήν ἀντίθεσή του πρός τή σύγχρονη τεχνολογική ὀργάνωση τοῦ κόσμου μέ τήν ὁποία ὑποτίθεται ὅτι ὁ κόσμος ἐξηγεῖται, ἀλλά ταυτόχρονα γίνεται ἑρμητικά κλειστός. Ἡ ἀνάλυση αὐτή ἀποτελεῖ καί μία ἀπό τίς πιό σημαντικές σύγχρονες κριτικές πρός τήν ἀπο-ιεροποίηση τοῦ χώρου.
Ἡ ἐξαφάνιση τῆς ἰδιαιτερότητας ὡς πολιτισμικῆς ἔκφρασης μεταμορφώνει τό χῶρο σέ ἀστική ἔρημο, ὅπου τό χαρακτηριστικό καί τό ἰδιόμορφο δέν ὑπάρχουν πιά, ἀφοῦ ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τίς χωρίς χαρακτῆρα μορφές ἑνός παγκοσμιοποιημένου συρμοῦ.
Κατά τόν ἀνθρωπολόγο Μάρκ Ὡζέ[viii] τό ὑπερ-μοντέρνο, δηλαδή ἡ ἔσχατη κατάληξη τοῦ μοντέρνου, δημιουργεῖ τό χῶρο ὅπου ὁ τόπος παίρνει τή μορφή τοῦ μη-τόπου. Παίρνει δηλαδή τή μορφή ὅπου ἐξαφανίζεται ἡ οἰκείωση μέ τήν ἐπιβολή μίας ἀπρόσωπης λειτουργικότητας ὡς δεσμοῦ ἀνθρώπου καί τεχνικῆς. Ἡ δημόσια δραστηριότητα καλύπτει πλέον οἰκονομικές καί τεχνικές σκοπιμότητες παγκόσμιας ἐμβέλειας. Ἡ ἱστορική μνήμη παίρνει τή μουσειακή ἐμπορευματοποιημένη μορφή τῆς διατήρησης. Τό περιβάλλον ὑποκύπτει στήν ἀντιαισθητική ἀνάγκη. Ἡ φύση ἔχει ἐρημωθεῖ καί ἔχει ὑποταχθεῖ ὡς ἀντικείμενο στήν ἐκμετάλλευση καί τήν κυριαρχία. Πρόκειται γιά μία κατάρρευση πνευματικῆς τάξης[ix].
Γιά τόν Οὐμπέρτο Ἔκο ὁ μεταμοντέρνος χῶρος ἔχει τή μορφή μίας ὑπερ-πραγματικότητας, στήν ὁποία ἡ μίμηση ἀποκτᾶ τή δύναμη μίας πίστης πρός τό πλαστό καί τό ψευδές[x]. Μέ καυστική παρατηρητικότητα καί εἰρωνία ὁ Οὐμπέρτο Ἔκο περιγράφει τά περιβάλλοντα ἐκεῖνα τῶν σύγχρονων μουσείων, ὅπου ἐπιδιώκεται ἡ ἔκθεση τοῦ "πραγματικοῦ" καί τοῦ "αὐθεντικοῦ"[xi], ἀλλά ὅπου ὅμως θριαμβεύει τό ψευδές καί τό πλαστό[xii].
Κατά τόν θεωρητικό τοῦ μεταμοντερνισμοῦ Ζάν Μπωντριγιάρ, ὅ,τι μπορεῖ νά δημιουργήσει ὁ σύγχρονος κόσμος ἔχει τόν χαρακτῆρα τῆς ἀπομίμησης[xiii]. Μίας ἀπομίμησης πού δέν ἔχει ἄμεση σχέση μέ τήν πραγματικότητα, ἀλλά μιμεῖται μία φαντασιακή ἀτμόσφαιρα, ὅπως αὐτή διαδίδεται ἀπό τά Μέσα Μαζικῆς Ἐνημέρωσης καί ἰδίως ἀπό τήν τηλεόραση. Τήν ἀπαισιόδοξη αὐτή ἀντίληψη συμπλήρωσε ὁ Ζάν Μπωντριγιάρ τό 1994 διατυπώνοντας τήν ἄποψη ὅτι ἡ ἀπόλυτη ἀπομίμηση εἶναι ἡ αἰσθητική τοῦ θεματικοῦ πάρκου, μιᾶς "εἰκονικῆς πραγματικότητας", μιᾶς φαντασίας χωρίς ἐπαφή μέ τήν πραγματικότητα, ἡ ὁποία ὅμως καταλήγει νά γίνεται "πιό πραγματική ἀπό τήν πραγματικότητα". Χωρίς νά πάψει νά σηματοδοτεῖ τήν ἔλλειψη μίας βασικῆς πραγματικότητας, – θά πρέπει ἐμεῖς νά συμπληρώσουμε.




[i] Παραδείγματα ὑποκειμενικῆς περιγραφῆς τοῦ τόπου μέσα ἀπό τήν τέχνη εἶναι ἡ συμφωνική μουσική εἰσαγωγή Ἑβρῖδες τοῦ Φελίξ Μέντελσσον-Μπαρθόλντι, ἡ ψυχογραφική ἀπεικόνιση τοῦ Τολέδο ἀπό τόν Γκρέκο ἤ, τέλος, ἡ περιγραφή τοῦ πίνακα τοῦ Φερμέερ Ὄψη τοῦ Ντέλφτ ἀπό τόν Μαρσέλ Προύστ στήν ἀφήγηση γιά τήν ἀνάκτηση τοῦ χαμένου καιροῦ.

[ii] Σημαντική παράμετρος τῆς νοηματοδότησης τοῦ τόπου ἀποτελοῦν οἱ ὀνομασίες. Οἱ ὀνομασίες συγκροτοῦν συστήματα καί ἱστορίες νοηματοδότησης καί τροφοδοτοῦν τό παλίμψηστο στό ὁποῖο τά ἴχνη τῶν διαδοχικῶν ἐμπειριῶν ἀθροίζουν τήν ταυτότητα τοῦ τόπου.

[iii] Ἀπόσπασμα 93

[iv] Ἀπόσπασμα 119

[v] Στά βιβλία του Among the believers (1982), καί Beyond belief-Istamic excursions among the converted peοples (1998).

[vi] Ἐπιστολή γιά τόν ἀνθρωπισμό

[vii] Ἀπόσπασμα 136.

[viii] Ἡ ἀνάλυση τοῦ Μάρκ Ὠζέ παρατίθεται στό βιβλίο του: Non places. An anthropology of the super modernity (1990).

[ix] Χαρακτηριστικά, τό νέο ἀεροδρόμιο, ἡ πύλη δηλαδή τῆς ξακουστῆς πόλης τῆς Ἀθήνας καί ὅλης τῆς πασίγνωστης γιά τόν πολιτισμό καί τήν ἱστορία τῆς Ἑλλάδας, δέν διαθέτει κανένα ἰδιαίτερο πολιτισμικό ἡ αἰσθητικό χαρακτῆρα, σέ πείσμα τῶν ἑλληνικῶν παραδόσεων. Δέν ὑπάρχουν σύμβολα ἤ στοιχεῖα ταυτότητας. Ποῦ, –τέλος πάντων–, φθάνει ὁ ταξιδιώτης; Βρισκόμαστε σέ ἕνα δημόσιο χῶρο χωρίς ἀρχιτεκτονική καί ὕφος, μέ ἀποκλειστικά λειτουργικό καί διεθνιστικό χαρακτῆρα.

[x] Ἡ ἀνάλυση παρατίθεται στό βιβλίο του : Travels in hyperreality Harcourt, Νέα Ὑόρκη 1986.

[xi] Ὡς "αὐθεντικό" ὁρίζεται ὅ,τι εἶναι συμβατό πρός τήν πολιτισμική ταυτότητα καί τήν παράδοση. Τό αὐθεντικό παρουσιάζεται ἔτσι ὡς ἀσύμβατο πρός τόν διατυμπανιζόμενο παγκόσμιο πολιτισμό καί τόν μαζικό πολιτισμό τῶν Μέσων Μαζικῆς Ἐνημέρωσης.

[xii] Τό φαινόμενο αὐτό χαρακτηρίζεται ἀπό τόν  Ἔκο ὡς "ὑπερπραγματικότητα", ὅρος πού περιγράφει τήν ἀντίληψη τῶν μουσείων καί τῶν θεματικῶν πάρκων, ὅπου μία ψευδαίσθηση ἀπόλυτης πραγματικότητας δημιουργεῖται ἀπό ὁλογράμματα, προβολές καί πιστά ἀντίγραφα μεγάλων ἔργων τέχνης.   Ἔτσι τό καθοριστικό χαρακτηριστικό τῆς ψυχαγωγίας, τῆς γνώσης καί τῆς διασκέδασης καταλήγει νά εἶναι τό ἀπόλυτα πλαστό, πλήν ὅμως ἀπόλυτα πραγματικό.

[xiii] Ὅπως ἀναλύεται στά βιβλία τουSymbolic Exchange and Death (1976) καί Simulacra and simulations (1981).


Πέμπτη, 2 Σεπτεμβρίου 2010

Ἡ διατήρηση τῆς Παλιᾶς Πόλης τῆς Ξάνθης

Μορφή διατήρησης στήν Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης μέ ἐξωραϊσμό τῶν παλιῶν κτισμάτων μέ ψευδοπαραδοσιακά στοιχεῖα καί ὑλικά καί ταυτόχρονη ὑπέρβαση τῶν ὅρων δόμησης (2005).

Τό κέντρο τῆς ἀνοικοδομούμενης σύγχρονης Ξάνθης (2005).


Παρουσιάσαμε καί ἀναλύσαμε τίς σημασίες πού μεταφέρει τό δομημένο περιβάλλον, ὅπως αὐτό διασώζεται σήμερα στήν Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης. Ἐξετάσαμε τήν καθαγίαση τοῦ χώρου, ὅπως παραδίδεται ἀπό τή βυζαντινή ἐποχή. Παρουσιάσαμε τό περιβάλλον τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς καί τήν ἱστορική σημασία τῆς κοινοτικῆς ὀργάνωσης τῶν Ἑλλήνων μετά τή γέννηση τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Τονίσαμε τόν ρόλο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Κοινότητας ὡς κτιτόρων τῆς Παλιᾶς Πόλης. Ἐξετάσαμε τήν πολυπλοκότητα καί τήν πολυμορφία τῶν ρυθμῶν καί τῶν ἐκφράσεων πού ἐπιβιώνουν στήν Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπως καί τίς ἰδεολογικές καί πολιτισμικές προϋποθέσεις τους. Ὅλα αὐτά ἀποτελοῦν στοιχεῖα μιᾶς ἱστορικότητας πού ἀναδύονται μέσα ἀπό ἕνα παρωχημένο περιβάλλον. Ἕνα περιβάλλον πού διαθέτει ὁρισμένες ποιότητες σπάνιες σήμερα καί πού εἶναι διαφορετικό ἀπό αὐτό πού μποροῦμε νά δημιουργήσουμε.
Τώρα μποροῦμε νά ρωτήσουμε: γιατί σήμερα τά παρωχημένα περιβάλλοντα διατηροῦνται; Γιατί τά παλαιά κτίσματα ὄχι μόνο δέν γκρεμίζονται, ἀλλά καί ἀπαγορεύεται νά ἀλλοιωθοῦν καί ὅταν μάλιστα οἱ πόλεμοι καί οἱ φυσικές καταστροφές τά ἐξαφανίσουν, τότε ἀνακατασκευάζονται ὡς πανομοιότυπα ἀντίτυπα, ὡς μιμήσεις ἑνός ἱστορικοῦ πλέον ὕφους; Δηλαδή, τά μνημεῖα ἀναστηλώνονται, ἀνακαινίζονται, "ἀναπαλαιώνονται" σύμφωνα μέ τόν ἐπικρατοῦντα νεολογισμό. Γιατί, δηλαδή, τά παλιά περιβάλλοντα ξαναφτιάχνονται ὡς μιμήσεις ἄν καταστραφοῦν, ἤ ἐπιδιορθώνονται γιά νά διατηρηθοῦν; Μιμήσεις πού μποροῦν νά καταλήξουν στή δημιουργία ἑνός περιβάλλοντος ὅπου στό ὄνομα τῆς διατήρησης καί τῆς προστασίας τοῦ αὐθεντικοῦ συχνά θριαμβεύει τό πλαστό.
Ἔχουμε φθάσει σέ μία ἀντίληψη ὅπου τό περιβάλλον τείνει νά ἀναπαραχθεῖ ὡς μουσεῖο. Πιστεύουμε ὅτι αὐτό πού ἀναγνωρίζουμε ὡς αὐθεντικό πρέπει νά διατηρηθεῖ καί ὅταν ἱστορικές καί πολιτισμικές πραγματικότητες πού τό στηρίζουν ἔχουν παρέλθει. Αὐτό ἀποτελεῖ ἱστορικά μιά καινούργια αντίληψη.
Τό ἐρώτημα γιατί τά παρωχημένα περιβάλλοντα πρέπει νά διατηροῦνται προκύπτει μετά τή διαπίστωση ὅτι πάντα σέ ὅλους τούς πολιτισμούς καί τά ἱστορικά περιβάλλοντα τό καινούργιο ἀντικαθιστοῦσε τό παλιό καί πάντα τό παλιό διαρκοῦσε ὅσο ἡ φυσική φθορά καί τά ἱστορικά γεγονότα τοῦ ἐπέτρεπαν. Πάντα, μετά ἀκολουθοῦσε κάτι νέο καί κανείς δέν προσπάθησε νά ξαναφτιάξει τό παλιό.
Μετά τή ναυμαχία τῆς Σαλαμίνας καί τή μάχη τῶν Πλαταιῶν οἱ Ἀθηναῖοι δέν ἀναστήλωσαν τά γκρεμισμένα ἀπό τόν Ξέρξη κτίσματα τῆς Ἀκρόπολης τῶν Ἀθηνῶν[i]. Οἱ Ἀθηναῖοι, ἀντί νά ἀναστηλώσουν τούς γκρεμισμένους ναούς, –πρᾶγμα εὔκολο–, προτίμησαν νά κτίσουν κάτι καινούργιο: τόν Παρθενῶνα. Ἀνάλογα, ὁ Ἰουστινιανός ἀνοικοδομεῖ τήν κατεστραμμένη Ἁγία Σοφία στήν Κωνσταντινούπολη μέ τήν κατασκευή ἑνός ριζικά καί κοσμοϊστορικά διαφορετικοῦ ἀρχιτεκτονήματος. Ἀναθέτει σέ δύο ἐξέχοντες ἐπιστήμονες τῆς ἐποχῆς του ἕνα καθοριστικό ἔργο πού σηματοδοτεῖ τή μετάβαση ἀπό τόν ἀρχαῖο στόν βυζαντινό κόσμο καί ἐπισφραγίζει τήν ἑνότητά τους.
Πιό πρόσφατα, τό 1834, ὁ διάσημος ἀρχιτέκτονας Κάρλ Φρίντριχ Σίνκελ ἐκπόνησε σχέδιο ἀνέγερσης ἀνακτόρων πάνω στήν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν γιά τόν νεαρό βασιλιά τῶν Ἑλλήνων Ὄθωνα Βίττελσμπαχ. Ὁ Σίνκελ σχεδίασε ὡς ἱεροφάντης τοῦ κλασσικισμοῦ τήν ἀνέγερση τεράστιου συγκρότηματος κτηρίων[ii] σέ ὁλόκληρο τόν ἱερό βράχο καί ἀνακατασκευή τῶν Προπυλαίων. Τά μάρμαρα τοῦ Παρθενῶνα καί τοῦ Ἐρεχθείου θά διακοσμοῦσαν τούς κήπους τῶν ἀνακτόρων[iii] πού θά εἶχαν τή μορφή ἀρχαιολογικοῦ πάρκου.
Σήμερα ἡ Εὐρώπη, μετά τούς φοβερούς Παγκόσμιους Πολέμους ἀνακατασκευάζει τά κατεστραμμένα μνημεῖα της κατά πιστή ἀπομίμησή τους καί συντηρεῖ ὅσα διασώθηκαν, ἐνῶ ἡ Unesco φροντίζει γιά τή διατήρηση καί τήν προστασία τῶν μνημείων ἄλλων, ἐκτός τῆς Εὐρώπης, πολιτισμῶν.
Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα γιατί τά παρωχημένα περιβάλλοντα διατηροῦνται μπορεῖ νά εἶναι τό ὅτι τά περιβάλλοντα αὐτά διαθέτουν κάτι τό ὁποῖο ἀπουσιάζει ἀπό αὐτό πού οἱ σημερινές κοινωνίες μποροῦν νά δημιουργήσουν. Κάτι πού στό σύγχρονο (μοντέρνο) περιβάλλον δέν ὑπάρχει.
Τί εἶναι αὐτό πού ἀπουσιάζει καί τί εἶναι αὐτό πού μᾶς τό κρύβει;

Θίξαμε κορυφαῖα ζητήματα πού κρύβονται πίσω ἀπό τήν καθημερινότητα. Θά πρέπει ὅμως νά τελειώσουμε μέ ἀναφορά πάλι στόν διφυή χαρακτῆρα τῆς πόλης τῆς Ξάνθης. Ὁ διφυής χαρακτῆρας ἀφορᾶ ἀπολύτως τήν ποιότητα ζωῆς καί τήν ἀνάπτυξη, δηλαδή τό παρόν καί τό μέλλον μας. Ἡ διατήρηση τοῦ χαρακτῆρα αὐτοῦ ἐπιβάλλεται ἀπό λόγους οἰκονομικούς, ἐθνικούς, ἱστορικούς, πολιτισμικούς, αἰσθητικούς, ἀλλά καί ἀπό λόγους πού στηρίζουν τήν αὐτογνωσία καί τήν ταυτότητα.
Ἡ διατήρηση τοῦ διφυοῦς χαρακτῆρα τῆς πόλης δέν ἐξαρτᾶται μόνο ἀπό τόν χειρισμό τοῦ περιβάλλοντος τῆς Παλιᾶς Πόλης. Ἀπαιτοῦνται καί ἄλλες προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες ἔχουν ἄμεση σχέση μέ τήν πολιτιστική μας συγκρότηση καί τή δημιουργία πολιτισμοῦ. Χρειάζονται δηλαδή οἱ γνώσεις καί οἱ ἐμπειρίες ἀλλά καί οἱ εὐαισθησίες, οἱ ὁποῖες θά συμφιλιώσουν τούς πολίτες μέ τίς δυνατότητες τῶν νέων ὑλικῶν, ἔτσι ὥστε οἱ ἀποκαταστάσεις καί ἡ διατήρηση νά ἐντάσσονται στήν παράδοση. Εἶναι ἀπαραίτητο τό οἰκονομικό καί κοινωνικό κλῖμα πού θά συγκρατήσει τόν πληθυσμό στήν Παλιά Πόλη. Χρειάζονται ἀκόμη δράσεις καί κατευθύνσεις, τέτοιες, ὅπως εἶναι γιά παράδειγμα, ἡ ἵδρυση καί ἡ ἀνάπτυξη μουσείων πού θά ἀναφέρονται καί θά ἀφοροῦν τίς πραγματικότητες ἐκεῖνες πού ἀποτελοῦν καί τίς προϋποθέσεις τῆς ὕπαρξης τῆς Παλιᾶς Πόλης. Ἀναφέρομαστε συγκεκριμένα στό βυζαντινό ὑπόβαθρο, τήν κοινοτική πρακτική καί παράδοση, τήν ἀρχιτεκτονική παράδοση καί αὐτό πού ὀνομάζουμε καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή.
Ἐπιπλέον, ἡ Παλιά Πόλη ἔχει ἀναδειχθεῖ ὡς μοχλός ἀνάπτυξης καί ἀποτελεῖ πλέον οὐσιαστικό στοιχεῖο στίς τοπικές πολιτιστικές δράσεις πού ἀποσκοποῦν στήν ἀνάπτυξη. Ὑποστηρίζεται ὅτι ὁ πολιτισμός εἶναι προϋπόθεση καί ἐπιταχυντήρας τῆς ἀνάπτυξης. Μέ τήν παρακμή τῆς βιομηχανικῆς δραστηριότητας, περιοχές καί πόλεις ἐντάσσουν στίς ἀναπτυξιακές προοπτικές τους δραστηριότητες πού βασίζονται στίς ὑπηρεσίες. Ὁ τουρισμός γίνεται πηγή νέων ἐπενδύσεων καί δημιουργός θέσεων ἐργασίας. Ὁ πολιτισμός συνδέεται μέ τήν οἰκονομία, ἀλλά εἶναι βέβαια πολύ σημαντικός γιά τήν ἱστορία καί τήν ταυτότητα τῆς χώρας γιά νά παραδοθεῖ στήν κερδοσκοπία τῆς ἀγορᾶς. Εἶναι ἑπομένως ἀναγκαῖο νά κατανοήσουμε γιά ποιόν πολιτισμό καί ποιά ἀνάπτυξη μιλᾶμε.
Ποιό, λοιπόν, εἶναι τό μέλλον τῆς Παλιᾶς Πόλης ;
Ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τήν ὁποία προσφέρει ὁ συρμός καί ἡ κυριαρχοῦσα βιομηχανία τοῦ πολιτισμοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη ἐπιλογή, ἡ ὁποία μάλιστα συνεπάγεται καί μεγάλους κινδύνους.
Δηλαδή ἡ Παλιά Πόλη μπορεῖ νά μετατραπεῖ σέ ἕνα πεδίο ἰδιωτικῶν ἐπενδύσεων καί κερδοσκοπίας, σέ τόπο προσέλκυσης εὐπορότερων στρωμάτων καί σέ τουριστικό ἀξιοθέατο. Ἡ ἐπιχειρηματικότητα θά βρεῖ ἐδῶ ἕνα πεδίο πραγματοποίησης κερδῶν. Τό δομημένο παραδοσιακό περιβάλλον τότε θά συντηρηθεῖ. Θά τονισθοῦν τά μορφολογικά καί εἰκονικά στοιχεῖα του, ὡς μία ἀπαστράπτουσα (ἀλλά συγχρόνως ἀπατηλή) βιτρίνα τῆς πόλης. Προσόψεις καί ψιμύθια ψευδοπαραδοσιακῆς μορφῆς θά χρησιμοποιηθοῦν. Παράλληλα, ἴσως ἐπιδιωχθεῖ ἡ ἀμφίβολη ἀναβίωση κάποιων παραδόσεων. Θά δημιουργηθεῖ τό περιβάλλον κάποιας μίμησης, ἀλλά ἡ παράδοση καί ἡ αἰσθητική θά εἶναι ἀποῦσες. Θά ἔχουμε τότε ἕνα θεματικό πάρκο, μία ἀπομίμηση ἱστορίας καί πολιτισμοῦ, –αὐτό πού λέμε φολκλορισμό[iv]. Τότε θά ἔχουμε κάτι πού θά εἶναι πλαστό καί ἀπόλυτα ψευδές. Βέβαια, ἐνδεχομένως θά πραγματοποιηθεῖ κάποια ἀνάπτυξη. Τό κόστος, ὅμως, θά εἶναι σημαντικό. Γιατί στήν περίπτωση αὐτή θά ἀπομακρυνθοῦν ἀπό τήν Παλιά Πόλη τά χαμηλότερα εἰσοδήματα καί οἱ κάτοικοι οἱ ὁποῖοι εἶναι φορεῖς ζωῆς καί πολιτισμοῦ. Συγχρόνως, ὅμως, θά διαγραφεῖ καί ἡ πολιτισμική παράδοση. Γιατί ὁ πολιτισμός δέν εἶναι μόνο ἡ εἰκόνα πού ἐντυπωσιάζει τούς ξένους, οὔτε εἶναι ἡ ἀπαστράπτουσα εἰκόνα, πού ἀπαιτεῖ καί παρουσιάζει ὁ τουρισμός. Ὁ πολιτισμός ἔχει χαρακτῆρα λαϊκό καί εἶναι στενά δεμένος μέ τόν τόπο. Ὁ πολιτισμός συντίθεται ἀπό τήν καθημερινότητα, τήν ἐργασία, τίς τέχνες, τίς δράσεις καί τά ὄνειρα τῶν πολιτῶν. Ὁ πολιτισμός συνθέτει τό παραδοσιακό μέ τό σύγχρονο καί παράγεται καθημερινά, μέσα καί ἀπό τόν τόπο καί ὄχι ἀλλοῦ.
Ὑπάρχει, ἀντίθετα, ἡ δυνατότητα νά ὑποβοηθηθεῖ καί ὑποστηριχθεῖ ἡ πολυπλοκότητα στό δομημένο περιβάλλον καί τίς κοινωνικές σχέσεις, πού σήμερα καθιστοῦν τήν Παλιά Πόλη ἕνα τόπο τόσο ἐνδιαφέροντα, ὅπως προηγουμένως παρουσιάσαμε. Νά ὑποστηριχθοῦν δηλαδή οἱ χαμηλές εἰσοδηματικές ὁμάδες καί τό κύριο σῶμα τῶν πολιτῶν, ὥστε νά ἀντιμετωπίσουν τό οἰκονομικό βάρος τῆς ἀνάπλασης τοῦ χώρου καί τῶν κτισμάτων. Αὐτό ἤδη ἔχει γίνει, ὥς ἕνα βαθμό ἀπό τόν Δῆμο στήν ὑποδομή τοῦ οἰκισμοῦ. Νά πεισθοῦν (ἤ νά ὑποχρεωθοῦν) τά ὑψηλότερα εἰσοδήματα νά μήν χρησιμοποιοῦν τήν Παλιά Πόλη ὡς πεδίο ἐπίδειξης τῆς οἰκονομικῆς τους ἰσχύος καί τῶν καταναλωτικῶν προτύπων τους, (ὅπως ἔγινε, γιά παράδειγμα, στήν Πλάκα στήν Ἀθήνα). Νά ἀπελευθερωθοῦν οἱ λαϊκές ἐκεῖνες δυνάμεις, οἱ ὁποῖες θά ὑποστηρίξουν τήν τοπικότητα καί θά ὑπερασπίσουν τήν ἰδιαιτερότητα. Νά ὑποστηριχθεῖ ἡ διατήρηση λειτουργιῶν καί ἐξυπηρετήσεων, πού συνοδεύουν τήν κατοικία, τή ζωή καί τήν καθημερινότητα, γιά νά μήν κατακλυσθεῖ ἡ Παλιά Πόλη ἀπό κέντρα ἀναψυχῆς (ὅπως ἔγινε στοῦ Ψυρρῆ στήν Ἀθήνα καί στά Λαδάδικα στή Θεσσαλονίκη). Νά ἀποφευχθεῖ ἡ δημιουργία τοῦ περιβάλλοντος τῆς συνεχοῦς ἐμπορευματοποιημένης διασκέδασης καί νά μήν καταντήσει τό ἱστορικό περιβάλλον κάτι χωρίς ἔννοια, μουσειακό καί ἄψυχο, μέσα σέ ἕνα εὐδαιμονικό διαρκές παρόν.
Αὐτό θά εἶναι καί μία πραγματική πολιτιστική δράση ἄξια τοῦ ὀνόματός της.


ΤΕΛΟΣ
ΚΑΙ Τῼ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤῌ ΤΩΝ ΚΑΛΩΝ ΘΕῼ
ΧΑΡΙΣ




[i] Ὑπῆρχαν πεταμένα πάνω στήν Ἀκρόπολη τά ἐρείπια καί τά θραύσματα τοῦ Ἑκατόμπεδου καί τοῦ ἡμιτελοῦς προ-Παρθενώνα. Μαζί μέ τά θραύσματα τῶν ἀναθημάτων, τά ὑλικά τῶν ἐρειπίων χρησιμοποιήθηκαν γιά τό μπάζωμα τῆς ἐπιφάνειας τῆς Ἀκρόπολης καί τήν ἐπισκευή τῶν τειχῶν της. Οἱ ἡμιτελεῖς σπόνδυλοι τοῦ προ-Παρθενώνα ἐντειχίσθηκαν σέ ἐμφανές σημεῖο τῶν τειχῶν τῆς Ἀκρόπολης, ὥστε νά ὑπενθυμίζουν μόνιμα τή βαρβαρότητα καί τήν ἀσέβεια τῶν Περσῶν.

[ii] Τό σχέδιο περιελάμβανε μεγάλα ἀνάκτορα στήν ἀνατολική πλευρά τοῦ βράχου, κήπους, συντριβάνια καί αἴθρια. Μεταξύ τῶν ἐρειπίων τοῦ Παρθενῶνα καί τοῦ Ἐρεχθείου θά κατασκευαζόταν μεγάλο ἱπποδρόμιο. Ἡ ὅλη κατασκευή ἐμπνεόταν ἀπό τίς ρωμαϊκές βίλλες τῆς Πομπηίας, πού τότε εἶχαν ἀποκαλυφθεῖ καί ὄχι ἀπό τό κλασσικό ὕφος τοῦ Παρθενῶνα. Ἡ ἀντίληψη αὐτή φαίνεται ἀδιανόητη σήμερα.

[iii] Τό σχέδιο δέν πραγματοποιήθηκε. Σέ ἐπιστολή του πρός τόν Σίνκελ σύμβουλος τοῦ  Ὄθωνα παρατήρησε ὅτι τό κόστος τῆς πραγματοποίσης τοῦ μεγαλεπήβολου ἐκείνου σχεδίου ἦταν ἀπαγορευτικό γιά ἕνα κράτος, τό ὁποῖο δέν μποροῦσε κἄν νά χρηματοδοτήσει τήν ἐπισκευή τοῦ δρόμου πρός τήν Πεντέλη, ἀπαραίτητου γιά τή μεταφορά τῶν μαρμάρων. Ὁ Σίνκελ ἀνταμείφθηκε μέ ἕνα ἀπό τά πρῶτα παράσημα πού ἀπένειμε ὁ  Ὄθων

[iv] Φολκλορισμός εἶναι ἡ ρομαντική ἐπανάληψη ἐθίμων, ἀφοῦ ἔχει χαθεῖ ἡ κοινωνική καί ἱστορική πραγματικότητα μέσα στήν ὁποία δημιουργήθηκαν. Μπορεῖ ἀκόμη, νά εἶναι ἡ ἐφεύρεση λαογραφικῶν στοιχείων, ἡ προσπάθεια ψυχρῆς ἀναβίωσής τους ἤ ἡ χρήση τους γιά τίς σκοπιμότητες τῆς ἀγορᾶς.


Τετάρτη, 1 Σεπτεμβρίου 2010

Εμπειρίες και φαντασίες.



…Καθοριστική, μόνιμη και μακροχρόνια είναι η σχέση μου με την παλιά Ξάνθη. Πάντα εδώ γυρίζω και ξαναγυρίζω. Γιατί δεν χορταίνω να περιεργάζομαι αυτά τα παράξενα σπίτια και τί με τραβά στις ξεχασμένες αυτές γωνιές;
Μυαλωμένοι μου φαίνεται πως ήταν εκείνοι που πρώτοι κτίσαν τα σπίτια τους στην πλαγιά αυτή, που αγναντεύει τον γεμάτο θαμπάδα και υγρασία κάμπο της Θράκης, όπως αυτός απλώνεται στα πόδια της πόλης όλο ανεξήγητη θλίψη. Εδώ, ανάμεσα στα βουνά και στην πεδιάδα, ο αέρας είναι κρυστάλλινος και διαυγής χάρη στον άνεμο που φυσά μέσα απ’ τη χαράδρα. Τη χαράδρα τη δημιούργησε σχίζοντας το βουνό το ποτάμι της Ξάνθης, ο Κόσσινθος. Ο άνεμος, που διώχνει τους ατμούς από την πόλη, ξεκινά μακριά, ψηλά, από τα γεμάτα μυστήριο δασωμένα βουνά, που βρίσκονται βόρεια και πάνω από την πόλη. Από κει υπερχειλίζουν και διαρρέουν και τα νερά, που τα μεταφέρει ο Κόσσινθος κάτω στην πεδιάδα για να ποτίσει το λιπαρό χώμα και να δώσει ζωή στον καπνό˙ αυτό που φέρνει πλούτο στην πολιτεία.
Πιο πάνω από την πόλη, στα άξενα, σκοτεινά βουνά, βυζαντινά μοναστήρια που ημερώνουν τον τόπο και στεφανώνουν την πόλη προστατευτικά. Είναι γι’ αυτό αγγελοφύλακτη και αγγελόκαστρη η πόλη κάτω απ’ τα βουνά, που καταλήγουν σε παράξενες ιδιόμορφες κορυφές.
Την πολιτεία, όπως είναι σήμερα, την έφτιαξαν όλοι όσοι έζησαν και ζουν εδώ. Όμως, εγώ πιστεύω ότι τη σήκωσε πάνω από την ανάγκη και της έδωσε ψυχή η Ρωμηοσύνη, όταν ανορθώθηκε πάλι, αναγεννήθηκε κι έγινε και πάλι κυρίαρχη, όντας τότε μαζί πολιτικά υποταγμένη σε δυνάστη και κατακτητή σκληρό, – που λίγο έλειψε για να την αφανίσει. Λέω ψυχή και εννοώ εκείνο που φαίνεται απόμακρο, άγνωστο και είναι περιφρονημένο, πλην σε στιγμές εξαιρετικές ή και σε τόπους μυθικούς, όπως η Κωνσταντινούπολη, ανορθώνεται και αναβρύζει, παραδόξως και μυστικώς καταλάμπον. Λέω ψυχή και καταλαβαίνω αυτό που ξεχωρίζει μια πόλη από ένα οικισμό. Δηλαδή, ό,τι διακρίνει μια πόλη από το συνονθύλευμα των κατοικιών, που είναι πάντα το ίδιο, χωρίς καμιά οικειότητα, έτσι που κάνει τους τόπους ξένους. Λέω ψυχή και αναζητώ αυτό που λείπει από τούς οικισμούς, όπου δεν μπορώ να γνωρίσω αυτούς που τους δημιούργησαν και που ζουν στο δομημένο χάος.
Για όλους έχει θέση η πολιτεία…
...Φαντάζομαι πλούσιους και μεροκαματιάρηδες σε αρχοντικά και ξεχαρβαλωμένα χαμόσπιτα δίπλα-δίπλα. Κοσμοπολίτες, πάμπλουτους εμπόρους, που διεκδικούν με σκληρά παζάρια και το τελευταίο γρόσι και που, όταν έρθει η ώρα, τα χαρίζουν όλα για να γίνουν σχολεία. Κυρίες ντυμένες με ακριβές δαντέλες, φερμένες κατευθείαν από τη Γάνδη. Μαζεμένους, φαρμακωμένους αρχοντάνθρωπους, πρόσφυγες από τις πολιτείες της Προποντίδας, που προσπαθούν να επιβιώσουν αξιοπρεπώς και ζουν με την ανάμνηση του χαμένου τους πλούτου. Δερβίσηδες της μυστικής Ανατολής, που μετράν κομπολόγια με 99 χάντρες και κρατούν συμβολικά στο χέρι το πελέκι τους. Σχιστομάτηδες με εξογκωμένα μάγουλα, που οι νομάδες παππούδες τους ζούσαν σε γιούρτ, περιπλανώμενοι πέρα από τον Καύκασο και την Κασπία. Χωριάτες, αλαφιασμένους και απαρηγόρητους από τα μέρη της Προύσας, που ακόμη δεν έχουν δεχθεί ότι χάσαν τους δικούς τους κι επιμένουν να τους ψάχνουν με τον Ερυθρό Σταυρό. Εργατικούς, αυστηρούς Πομάκους με σφιγμένα χείλη, που δεν γελάν ποτέ και που φοράν μάλλινα ρούχα κατακαλόκαιρο. Ολιγαρκείς Τσιγγάνους, που φτιάχνουν καλάθια και που, παρά τη φτώχεια τους, δεν χάνουν ποτέ το κέφι τους για πανηγύρι. Αυθεντικούς νέγρους, φερμένους σαν σκλάβους από την Άνω Αίγυπτο πριν αιώνες για να καλλιεργήσουν τα βαμβάκια. Χριστιανούς Καραμανλήδες από τα χωριά της Νίγδης, που ακόμη μιλάνε τούρκικα μεταξύ τους. Σαρακατσάνες με τις εξωπραγματικές μαυρόασπρες φορεσιές τους, φτιαγμένες λες από φουτουριστή ζωγράφο…
Για όλους έχει κάτι να προσφέρει η πολιτεία...
...Προς τα έξω βρίσκεται το ενδιαφέρον εδώ. Βγαίνω πάντα από την πόρτα περιμένοντας κάτι καλό. Πλημμυρίζουν οι δρόμοι, τα πάρκα, τα κέντρα από τον κόσμο. Μια φορά τη βδομάδα, κάθε Σάββατο, κατεβαίνουν όλοι στον ελεύθερο χώρο που άφησε το ποτάμι όταν ξεράθηκε η δεύτερη κοίτη του. Εκεί γίνεται το παζάρι. Εγώ προτιμώ να βλέπω. Εδώ δεν χρειάζομαι κανένα για να μου υποδείξει το τί και το πώς. Εδώ δεν χρειάζομαι ερμηνείες. Μόνο βλέπω. Οφθαλμοί γαρ των ώτων ακριβέστεροι μάρτυρες.
Με γοητεύουν τα σπίτια, τα μαγαζιά, τα εργαστήρια και τα εργοστάσια, που κουβαλούν άλλες μακρινές αναμνήσεις και ξένες φαντασίες. Γεμάτα είναι τα κτίσματα αυτά από όνειρα και φαντασιώσεις φερμένες μετά από ταξίδια στη μακρινή Δύση. Σχέδια και ρυθμοί ξένων αρχιτεκτόνων, που παραδόξως πάντα ταιριάζουν με το ύφος το ντόπιο και που φτιάχτηκαν από μαστόρους ντόπιους με τέχνη και μεράκι πολύ. Ζωγραφιές από τεχνίτες ξένους, που μεταφέρουν εδώ τα ρομαντικά ονειροπολήματα της Κεντρικής Ευρώπης. Σπίτια που θέλουν να εντυπωσιάσουν, για να δείξουν τον πλούτο αυτού που μόλις ξέφυγε από τη φτώχεια. Σπίτια νεοκλασικά με αετώματα και πήλινα κοσμήματα φερμένα από το Ελληνικό Βασίλειο. Πάνω τους μυστικώς κυματίζει η πολύπόθητη γαλανόλευκη. Εκκλησίες βασιλικές, όπως αυτές της Κωνσταντινούπολης, πυρήνες των μαχαλάδων των Ρωμηών, σε μια εποχή που οι Ρωμηοί αναθαρρούν και δεν φοβούνται πια να κτίσουν τούς ναούς που τούς αξίζουν. Στα δάπεδά τους, ανάγλυφος σε μάρμαρο είναι ο Δικέφαλος Αετός, σύμβολο του βασιλικού γένους των Ρωμηών και υπόσχεση ανόρθωσης στην αρχαία δόξα. Μέσα στα σκοτάδια, που τούς τριγυρίζουν και τούς απειλούν, λάμπουν και ακτινοβολούν για τούς Ρωμηούς οι ελληνικοί αιώνες. Με τη λαμπρότητα της εκκλησίας, την ιερατική γλώσσα και το βυζαντινό τυπικό επιμένει σταθερά το αυτοκρατορικό παρελθόν, η νοσταλγία της μεγάλης Ρωμανίας και της ανωτερότητάς της, που υπόσχεται τη βέβαιη ανόρθωση μέσα από την κατάπτωση και την τυραννία. Σχολεία κτισμένα ως προσφορές μέσα στον περίβολο εκκλησίας. Ταπεινοί δάσκαλοι της παιδείας και του ήθους, που βρίσκονται πάνω από την ανάγκη και την επιτυχία.
Γύρω-γύρω βλέπω τούς μαχαλάδες των μουσουλμάνων, που ζουν κι αυτοί τη δική τους ζωή στην πόλη. Είναι φερμένοι από μακριά ή είναι κι αυτοί ντόπιοι, ζηλωτές, νεοφώτιστοι της καινούργιας τους πίστης. Ποιοί είναι αυτοί που με κοιτάζουν μέσα από τα κατάκλειστα περιμαντρωμένα σπίτια; Ελάχιστα τούς ξέρω και δεν μπορώ να τούς γνωρίσω. Στα τζαμιά τους υψώνονται κατάλευκοι μιναρέδες, που λογχίζουν τα σύννεφα, γυρεύοντας τη θέση τους στην πολιτεία.
Κοιτάζω τις σκουριασμένες πέτρες, περιεργάζομαι τα ξεβαμμένα, ξεφτισμένα ντουβάρια, εξετάζω τα κάγκελα και τις σιδεριές, ξαναδιαβάζω τις μισοσβυσμένες επιγραφές, κρυφοκοιτάζω μέσα από τις πόρτες και τα μεγάλα παράθυρα, στέκομαι κάτω από τα σαχνισιά, περπατώ άσκοπα στους στενούς δρόμους... Είναι οι τρόποι μιας πολιτείας που πρόκοψε κι ακούστηκε με τον μόχθο της, την παραγωγή της και το εμπόριό της κι έγινε η ίδια μια εικόνα τους, καθώς καθρέφτης του εαυτού της.
Ερήμωσαν, γκρεμίζονται και χάνονται τα παζάρια, τα χάνια και τα καπνομάγαζα, που ένα καιρό τα γέμιζαν ζωή οι Ρωμηοί της Ελληνικής Ανατολής, που κατανοούσε ως ίση τη Δύση και την αφομοίωνε, χωρίς να θέλει να τη μιμηθεί. Της Ρωμηοσύνης, πού συνέχιζε να είναι, που ήταν, και πού θα έπρεπε να είναι πάντα ο οδηγός και ο πόλος της μεγάλης, ακατάλυτης Ανατολής.
Κι εμείς, σήμερα, τί;
Γύρισε ο τροχός του χρόνου κι άλλαξαν οι καιροί και τα πράγματα του κόσμου. Χρειάζεται κι εμείς πάλι σήμερα, όπως χρειαζόταν και θα χρειάζεται πάντα, να επινοήσουμε τούς τρόπους και να ανοίξουμε τούς δρόμους τούς δικούς μας για να τούς κάνουμε πραγματικότητα, δηλαδή έκφραση και συνέχεια αυτού που μας ορίζει και μας χαρακτηρίζει. Όπως το κατόρθωσαν οι Έλληνες της Ανατολής κι όπως αυτό φαίνεται σ’ ό,τι απομένει από την πολιτεία της Ξάνθης. Σπουδαία και επίκαιρα επιτεύγματα, που εμείς φερόμαστε σήμερα σα να τα αγνοούμε…
Κάθομαι στην ευλογημένη γωνιά μου, στο σπίτι μου, κουρνιάζω κι επιμένω να τα αναλογίζομαι όλ’ αυτά… Τελειώνει η μέρα, πέφτει το δειλινό κι εγώ δεν ανάβω το φως. Αφουγκράζομαι τους ειρηνικούς θορύβους κι όλα είναι γαλήνια και φιλικά. Μια γνώριμη, ευχάριστη θλίψη με κυριεύει. Ένα συναίσθημα, που σήμερα με τη συνεχή κίνηση, τον θόρυβο των αυτοκινήτων και τη μόνιμη παρουσία της τηλεόρασης, δυστυχώς γεννιέται σπάνια. Τα ψηλοτάβανα αυτά κτήρια με τα πολύχρωμα τζάμια στο υπέρθυρο της εισόδου, τον φωτισμό με τη λάμπα πετρελαίου, με κεριά η με αχνούς γλόμπους, ταιριάζουν στην αίσθηση αυτής της ευχάριστης θλίψης, που συνήθως απλώνεται το σούρουπο μετά τον καφέ και μέσα στο ημίφως και τη σιωπή ή τις ψιθυριστές ομιλίες. Θυμάμαι τέτοια δειλινά στις προσφυγικές γειτονιές, όταν αργά το απόγευμα, μετά τη δουλειά, η θλίψη των σκληρών βιωμάτων και η άφατη νοσταλγία για τον χαμένο κόσμο της νιότης και της πατρίδας, ξετυλίγονταν μαζί με μία ανέκφραστη ελπίδα. Αυτή η παράδοξη χαροποιός ελπίδα μέσα στη θλίψη της υπαρξιακής απογοήτευσης, αυτή η χάρη που μας επιτρέπει να "ανυψούμεθα ταπεινούμενοι", δεν είναι μόνο ένα από τα πολύτιμα στολίδια της ιδιόμορφης παράδοσής μας. Είναι κάτι απ’ όλα αυτά που μοιάζουν αυταπάτες, αλλά βρίσκονται πάντα μαζί μας.
"Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ.
Μα, ωστόσο, λάμπει."