Τετάρτη, 6 Απριλίου 2011

Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης





Στή σή­με­ρα ὀνο­μα­ζό­με­νη Πα­λιά Πό­λη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ὁ χῶ­ρος πού ἱστο­ρι­κά προσ­δι­ό­ρι­ζε τόν βυ­ζαν­τι­νό οἰκι­σμό καί τόν οἰκι­σμό τῆς Τουρ­κο­κρα­τί­­ας.  Πε­ρι­λαμ­βά­νον­ται δη­λα­δή οἱ ση­με­ρι­νές συνοι­κί­ες Μη­τρο­πό­λε­ως, Κα­βα­κί­ου (Τα­ξιαρ­χῶν), Ἀκάθιστου   Ὕμ­νου καί ἡ μου­σουλ­μα­νι­κή συνοι­κία Ἀ­κρο­πό­λε­ως (Ἀ­χρι­άν). Πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται ἐπί­σης ὁ λε­γό­με­νος Πά­νω Μα­χα­λᾶς, πε­ρι­ο­χή τμῆ­μα τῆς ὁποί­ας ἀγο­ρά­σθη­κε γύ­ρω στά μέ­σα τοῦ 19ου αἰώ­να ἀπό τούς μου­σουλ­μά­νους ἰδι­ο­κτῆ­τες της.  Ἡ ὕπαρ­ξη στήν πε­ρι­ο­χή τοῦ Πάνω Μαχαλᾶ δύο ἀπό τίς πα­λιές­ ἐκ­κλη­σί­ες τῆς Ξάν­θης μαρ­τυ­ρᾶ τήν ἐκεῖ ἀπό αἰώ­νων πα­ρου­σία χρι­στια­νῶν κα­τοί­κων.  Ἡ πε­ρι­ο­χή αὐ­τή ἀνοι­κο­δο­μή­θη­κε γιά  νά στε­γά­σει πολ­λούς ἀπό αὐ­τούς πού ἀπέ­κτη­σαν πλοῦ­το ἀπό τό ἐμ­πό­ριο τοῦ κα­πνοῦ. Ὀνο­μά­σθη­κε ἔτσι καί συνοι­κία τῶν Κα­πνεμ­πό­ρων. Στήν Πα­λιά Πό­λη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται, ἐπί­σης, καί ἡ συνοι­κία Σα­μα­κώβ, στήν ὁποία κα­τοί­κη­σαν οἱ πρό­σφυ­γες ἀπό τήν ὁμώ­νυ­μη πό­λη τῆς Βό­ρειας Θρά­κης. Τἐλος, στήν Πα­λιά Πό­λη πε­ρι­λαμ­βά­νε­ται καί ἡ μου­σουλ­μα­νι­κή συνοι­κία Σοῦν­νε. Εἶ­ναι δη­λα­δή ἡ Πα­λιά Πό­λη ὁ χῶ­ρος ὁ ὁποῖ­ος προ­στα­τεύ­ε­ται νο­μο­θε­τι­κά μέ τήν ἀνα­κή­ρυ­ξή του ὡς δια­τη­ρη­τέ­ου οἰκι­σμοῦ στίς 5 Μα­ΐ­ου 1976.
Ὁ δια­χω­ρι­σμός τῶν συνοι­κι­ῶν σέ χρι­στια­νι­κές καί μου­σουλ­μα­νι­κές ἐπι­βάλ­λε­ται ἀπό τήν ὀθω­μα­νι­κή δι­οί­κη­ση. Σύμ­φω­να μέ τήν ὀθω­μα­νι­κή ἀν­τί­λη­ψη, οἱ ὑπή­κο­οι τῆς Ὀθω­μα­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας χω­ρί­ζον­ται μέ βά­ση τόν ἰσ­λα­μι­κό νό­μο σέ μου­σουλ­μά­νους καί μή μου­σουλ­μά­νους, σέ κύ­ρι­ους καί ὑπο­τα­γμέ­νους.  Ὁ δια­χω­ρι­σμός αὐ­τός ἐπι­βάλ­λε­ται μέ κα­νο­νι­σμούς καί στό δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον, ὥστε πάν­τα νά προ­βάλ­λε­ται τό μου­σουλ­μαι­κό στοι­χεῖο.  Αὐ­στη­ρά πε­ρι­ο­ρι­στι­κά μέ­τρα ἐπι­βάλ­λουν κα­νο­νι­σμούς καί ἀπα­γο­ρεύ­σεις, ὥστε τά θρη­σκευ­τι­κά κτή­ρια τῶν ὑπο­δού­λων λα­ῶν νά μήν εἶ­ναι ἐμ­φα­νῆ καί νά μήν προ­βάλ­λον­ται, ἀλ­λά καί νά μή κτί­ζον­ται και­νούρ­για.  Ἀνά­λο­γα, οἱ οἰκο­δο­μές ἀνε­γεί­ρον­ται μέ δια­φο­ρε­τι­κά μέ­τρα δό­μη­σης γιά  κά­θε κα­τη­γο­ρία πο­λι­τῶν. Τά σπίτια τῶν χριστιανῶν δέν μποροῦν νά εἶναι ὑψηλότερα ἀπό αὐτά τῶν μουσουλ­μάνων, ἀλλά καί δέν μποροῦν νά εἶναι τριώροφα.  Ἡ πό­λη δια­χω­ρί­ζε­ται σέ πε­ρι­ο­χές μου­σουλ­μά­νων καί μή μου­σουλ­μά­νων μέ δια­φο­ρε­τι­κούς κα­νο­νι­σμούς γιά  τήν ἀνέ­γερ­ση τῶν κα­τοι­κι­ῶν καί ὀρ­γα­νώ­νε­ται σέ ἑνό­τη­τες.
Κα­τά εὐ­τυ­χῆ συγ­κυ­ρία ἡ ἀνοι­κο­δό­μη­ση τῆς Ξάν­θης, ὅπως εἶναι σήμερα γνωστή ὡς Παλιά Πόλη, λαμ­βά­νει χώ­ρα σέ μία ἐπο­χή κα­τά τήν ὁποία αἵ­ρον­ται οἱ αὐ­στη­ροί κα­νο­νι­σμοί πού ἀφο­ροῦ­σαν τά θρη­σκευ­τι­κά καί κο­σμι­κά κτί­σμα­τα τῶν μή μου­σουλ­μα­νι­κῶν πλη­θυ­σμῶν τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας. Σύμ­φω­να μέ τόν ἱε­ρό νό­μο, ἀπα­γο­ρευ­ό­ταν ἡ ἀνέ­γερ­ση νέ­ων ἐκ­κλη­σι­ῶν καί μό­νο κα­τ’ ἐξαί­ρε­ση ἐπι­τρε­πό­ταν ἡ ἐπι­σκευή τῶν πα­λαι­ῶν πού ὑπῆρ­χαν πρίν τήν τουρ­κι­κή κα­τά­κτη­ση. Κα­τά τήν περί­ο­δο τοῦ Ταν­ζι­μάτ, καί ἰδί­ως με­τά τή δη­μο­σί­ευ­ση τοῦ Χά­τι Χου­μα­γι­οῦν τοῦ 1856, ἀρχί­ζει νά ἐπι­τρέ­πε­ται ἡ ἀνέ­γερ­ση νέ­ων ἐκ­κλη­σι­ῶν, ἀφοῦ ὑπο­βλη­θεῖ πρῶ­τα σχέ­διο στή δι­οί­κη­ση καί ἐγκρι­θεῖ μέ αὐ­το­κρα­το­ρι­κό δι­ά­τα­γμα. Οἱ μεταρρυθμίσεις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀπέβλεπαν στό διοικητικό, τόν οἰκονομικό καί τόν κοινωνικό ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθω­μανικῆς Αὐτοκρατορίας. Οἱ οἰκο­δο­μές καί κα­τοι­κίες τῶν μή μου­σουλ­μά­νων, οἱ ὁποῖες βρι­σκό­ταν κά­τω ἀπό αὐ­στη­ρή ἐπι­τή­ρη­ση, μπο­ροῦν πλέον νά ἀνε­γεί­ρον­ται χω­ρίς τίς δια­κρί­σεις πού ἴσχυαν ἐπί αἰῶ­νες. Τό ἐπι­τρε­πό­με­νο ὕψος, ὁ ἀριθ­μός τῶν ὀρό­φων, τά χρώ­μα­τα τῶν κα­τοι­κι­ῶν τῶν μή μου­σουλ­μά­νων δέν βρί­σκον­ται πλέον κά­τω ἀπό ἀπα­γο­ρευ­τι­κά ὅρια.  Ἐνῶ ἐξα­κο­λου­θοῦν νά ἰσχύ­ουν οἱ κα­νό­νες γιά  τήν ὀρ­γά­νω­ση τῆς πό­λης, τῶν συνοι­κι­ῶν, τόν δια­χω­ρι­σμό τῶν κοι­νο­τή­των καί τῶν χρή­σε­ων.
Ὁ οἰκι­σμός πού σή­με­ρα χα­ρα­κτη­ρί­ζου­με ὡς Πα­λιά Πό­λη τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι κτι­σμέ­νος με­τά τό 1829Ἡ Πα­λιά Πό­λη τῆς Ξάν­θης δια­τη­ρεῖ λί­γα ἴχνη τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ξάν­θειας, πού ἐντο­πί­ζον­ται στά θε­μέ­λια τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν καί στή δι­ά­τα­ξη τοῦ πο­λε­ο­δο­μι­κοῦ ἱστοῦ, ὅπως καί τῶν μο­να­στη­ρι­ῶν πού ἔχουν ἱδρυ­θεῖ με­τά τή με­σο­βυ­ζαν­τι­νή ἐπο­χή καί εἶναι τοποθετη­μένα, ὥστε νά καθαγιάζουν τόν χῶρο.  Ἡ Πα­λιά Πό­λη τῆς Ξάν­θης δια­τη­ρεῖ­ται σή­με­ρα σέ με­γά­λο βαθ­μό ἄθι­κτη καί ἔχει κη­ρυ­χθεῖ δια­τη­ρη­τέα τό 1976.  Ἡ δια­τή­ρη­σή της ὀφεί­λε­ται στήν οἰκο­νο­μι­κή δυ­σπρα­γία τῶν πρώ­των με­τα­πο­λε­μι­κῶν ἐτῶν, ἡ ὁποία δέν ἐπέ­τρε­ψε τήν ἀνοι­κο­δό­μη­ση μέ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, ὅπως ἔγι­νε στίς ἄλ­λες ἑλ­λη­νι­κές πό­λεις.  Ὁ σω­ζό­με­νος σή­με­ρα οἰκι­σμός τῆς Πα­λιᾶς Πό­λης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι ὁ με­γα­λύ­τε­ρος πα­ρα­δο­σια­κός οἰκι­σμός πού δια­σώ­ζε­ται στή Βό­ρειο  Ἑλ­λά­δα, ἀλ­λά καί μα­ζί τό κα­λύ­τε­ρα δια­τη­ρού­με­νο δο­μη­μέ­νο δεῖ­γμα τῆς κοι­νο­τι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης τῶν  Ἑλ­λή­νων κα­τά τήν ὕστε­ρη Τουρ­κο­κρα­τία πού δια­σώ­ζε­ται στόν ἑλ­λα­δι­κό χῶ­ρο.
Πα­ρά τό ὅτι μι­λᾶ­με γιά  τήν "Πα­λιά Πό­λη" τῆς Ξάν­θης, ὡ­στό­σο –σέ σχέ­ση μέ τό ἱστο­ρι­κό βά­θος τῆς πα­τρί­δας μας–, χα­ρα­κτη­ρί­ζου­με ἔτσι μία σχε­τι­κῶς νε­ό­κτι­στη πό­λη. Κτί­το­ρας τῆς Πα­λι­ᾶς Πό­λης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι ἡ Ἑλληνορθόδοξη Κοινότητα. Πρω­τερ­γά­της τῆς ἀνοι­κο­δό­μη­σης εἶ­ναι ἡ κε­φα­λή τῆς Δη­μο­γε­ρον­τί­ας ὁ Μη­τρο­πο­λί­της Εὐ­γέ­νι­ος, ὁ ὁποῖ­ος ἀρ­χι­ε­ρά­τευε τήν κρί­σι­μη δε­κα­ε­τία τοῦ 1830.  Ἡ ἐξω­στρέ­φεια τῶν Ρω­μη­ῶν ἐμπό­ρων τοῦ κα­πνοῦ καί ἡ αἴγλη τῆς με­γά­λης ἀστι­κῆς πα­ρά­δο­σης τῶν Δυ­τι­κῶν συν­τε­λοῦν ὥστε ἡ πόλη νά ἀνοι­κο­δο­μη­θεῖ ὡς ἕ­να ὑβρί­διο τῆς "ἀρ­χον­τι­κῆς" ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τοῦ νό­τι­ου ἑλ­λη­νι­κοῦ χώ­ρου τοῦ 18ου αἰώ­να (Πήλιο, Ζαγόρι, Δυτική Μακεδονία) καί τῆς ἐκλε­κτι­κι­στι­κῆς ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης, ὅπως αὐ­τή θρι­άμ­βευε τήν ἐπο­χή ἐκεί­νη στά ἀστι­κά κέν­τρα τῆς Ὀθω­μα­νι­κῆς Αὐ­το­κρα­το­ρί­ας.
Ἡ κα­τε­στραμ­μέ­νη πό­λη ἀνοι­κο­δο­μεῖ­ται μέ πό­λους καί πυ­ρῆ­νες τά θε­μέ­λια τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν, πού ἀνῆ­καν μᾶλ­λον στή βυ­ζαν­τι­νή Ξάν­θεια καί πού πά­νω τους στη­ρί­χθη­καν οἱ νέες ἐκ­κλη­σίες –κέν­τρα τῶν συνοι­κι­ῶν.  Ἡ ὁδική χάραξη φαίνεται νά παραμένει σταθερή.  Ἡ ἀνοι­κο­δό­μη­ση ἔγι­νε μέ γνώ­μο­να τίς νε­ο­ελ­λη­νι­κές κοι­νο­τι­κές ἀντι­λή­ψεις, ἀλλά καί σύμφω­να μέ πρακτικές αἰώνων: εἶ­ναι πλή­ρης ὁ ἐθνι­κο­θρη­σκευ­τι­κός δια­χω­ρι­σμός καί οἱ χρι­στια­νι­κές συνοι­κί­ες, οἱ ὁποῖες πα­ρα­μέ­νουν στά ὅρια πού ἔχουν κα­θι­ε­ρω­θεῖ ἐπί αἰῶνες, ἁπλώ­νον­ται πέ­ριξ τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν πού ἀπο­τε­λοῦν καί τά κέν­τρα τοῦ οἰκι­στι­κοῦ ἱστοῦ.  Ἡ πο­λε­ο­δο­μι­κή μορ­φή τοῦ χώ­ρου τῆς Ξάν­θης ὀρ­γα­νώ­νε­ται σέ γει­το­νιές­ (μα­χα­λᾶ­δες), σύμ­φω­να μέ τίς ὀθω­μα­νι­κές ἀντι­λή­ψεις καί πρα­κτι­κές δι­οί­κη­σης, μέ δια­χω­ρι­σμό τῶν κα­τα­κτη­μέ­νων λα­ῶν σέ θρη­σκευ­τι­κά ἔθνη (μιλ­λέτ).
Δέν σώ­ζε­ται σχε­δόν τί­πο­τε μέ­σα στήν πό­λη πού νά πα­ρα­πέμ­πει σέ ἐπο­χή πα­λαι­ό­τε­ρη τῶν σει­σμῶν. Τό πα­λαι­ό­τε­ρο χρο­νο­λο­γη­μέ­νο σπί­τι τῆς Ξάν­θης ἀνά­γε­ται στό 1849.  Ἀμέ­σως με­τά τήν κα­τα­στρο­φή τοῦ 1829, ὅμως, ἀνε­γεί­ρον­ται ἀπό τόν Μη­τρο­πο­λί­τη Εὐ­γέ­νιο πέν­τε κοι­νο­τι­κοί να­οί μέ­σα στήν πό­λη, τό κα­θο­λι­κό τῆς Μο­νῆς τῆς Ἀρ­χαγ­γε­λι­ώ­τισ­σας καί τρεῖς να­οί στήν πε­ρι­φέ­ρεια.  Ἡ ἐντυ­πω­σια­κή αὐ­τή οἰκο­δο­μι­κή ἔξαρ­ση θά πρέ­πει νά στη­ρί­χθη­κε στίς οἰκο­νο­μι­κές δυ­να­τό­τη­τες πού πρό­σφε­ρε στόν Μη­τρο­πο­λί­τη Εὐ­γέ­νιο ἡ ρω­μαί­ι­κη κοι­νό­τη­τα. Εὐ­νο­ϊ­κές ἦταν, ὅπως ἐξηγήθηκε, καί οἱ πο­λι­τι­κές συν­θῆ­κες.
 Ὅ­λα τά σπί­τια ἔχουν θέα πρός τήν πε­δι­ά­δα καί ἐλεύ­θε­ρο ὁρί­ζον­τα κα­τά πα­λαι­ό­τα­τη πο­λε­ο­δο­μι­κή πρα­κτι­κή τῶν Βυ­ζαν­τι­νῶν πού υἱο­θέ­τη­σαν καί οἱ Ὀθω­μα­νοί Τοῦρ­κοι: μπο­ροῦ­σες νά κτί­σεις ὅπως ἤ­θε­λες, ἀρ­κεῖ νά μήν ἐμπό­δι­ζες τή θέα τῶν γει­τό­νων.  Ἔ­τσι, οἱ γει­το­νιές­ τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι ἀμ­φι­θε­α­τρι­κά κτι­σμέ­νες σέ πλα­γι­ές, ἐνῶ οἱ νέες πε­ρι­ο­χές, οἱ κτι­σμέ­νες με­τά τήν ἐπέ­κτα­ση τῆς πό­λης με­τά τό 1870, ὅπως καί ἡ σύγ­χρο­νη πό­λη, βρί­σκον­ται στό κα­τώ­τε­ρο ση­μεῖο της πρός τήν πε­δι­ά­δα.
Τό δο­μη­μέ­νο πλέ­γμα πε­ρι­λαμ­βά­νει ἐλεύ­θε­ρους χώ­ρους, αὐ­λές, κή­πους καί δρό­μους καί συναρ­τᾶ­ται μέ τό γύ­ρω πε­ρι­βάλ­λον μέ  γρα­φι­κό τρό­πο. Τό ἀκα­νό­νι­στο τῶν οἰκο­δο­μι­κῶν τε­τρα­γώ­νων καί ἡ καμ­πυ­λό­τη­τα τῶν δρό­μων συγ­κρο­τοῦν αἰσθη­τι­κά σύ­νο­λα.  Ἡ σύν­δε­ση καί ἡ δια­μόρ­φω­ση τοῦ χώ­ρου γί­νε­ται ἐλεύ­θε­ρα καί αὐ­θόρ­μη­τα, ὥστε τά ὅρια τοῦ δη­μό­σι­ου καί τοῦ ἰδι­ω­τι­κοῦ χώ­ρου νά συντη­ροῦν τήν οἰκει­ό­τη­τα καί νά ὑπο­στη­ρί­ζουν τήν αἰσθη­τι­κή ἐν­τύ­πω­ση. Τό  ἀνά­γλυ­φο τοῦ οἰκι­σμοῦ στίς πλα­γιές­ καί σέ ὁρι­σμέ­νες θέ­σεις ἐπιτρέ­πουν ὀπτι­κές φυ­γές,  ὥστε νά δί­νε­ται πάν­τα μιά εἰκό­να ἑνός ποι­κι­λό­μορ­φου συνό­λου καί νά γεν­νᾶ­ται στόν ἐπι­σκέ­πτη ἡ αἴσθη­ση μι­ᾶς ἐσω­τε­ρι­κῆς ἁρ­μο­νί­ας. 
20ός αἰώ­νας βρί­σκει τήν πό­λη σέ πλή­ρη ἀκμή μέ ἰσά­ριθ­μες συνοι­κίες χρι­στια­νῶν καί μου­σουλ­μά­νων. Οἱ χρι­στια­νι­κές συνοι­κίες εἶ­ναι ἑπτά, δο­μη­μέ­νες γύ­ρω ἀπό με­τα­βυ­ζαν­τι­νούς να­ούς τῆς ὕστε­ρης Τουρ­κο­κρα­τί­ας. Οἱ πέν­τε ἀπό τίς χρι­στια­νι­κές συνοι­κίες βρί­σκον­ται μέ­σα στά ὅρια τῆς ση­με­ρι­νῆς Παλι­ᾶς Πό­λης. Οἱ μου­σουλ­μα­νι­κές συνοι­κίες ἐκτεί­νον­ται πε­ρι­φε­ρεια­κά καί εἶ­ναι ἕ­ξη, ἐκ τῶν ὁποί­ων οἱ δύο βρί­σκον­ται στήν Πα­λιά Πό­λη. Τέ­λος, τά βι­ο­τε­χνι­κά καί τά βι­ο­μη­χα­νι­κά κτή­ρια, οἱ κα­πνα­πο­θῆ­κες καί τά κα­πνο­μά­γα­ζα κτι­σμέ­να με­τά τό 1860, βρί­σκον­ται στό νό­τιο κα­τώ­τε­ρο καί πε­δι­νό τμῆ­μα τῆς πό­λης.  Ὁ δια­χω­ρι­σμός τῆς κα­τοι­κί­ας ἀπό τίς βι­ο­μη­χα­νι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες εἶ­ναι πλή­ρης.
Στήν πε­ρι­φέ­ρεια τῆς πό­λης κα­τοι­κοῦν σέ μο­νώ­ρο­φες ἤ δι­ώ­ρο­φες μο­νο­κα­τοι­κίες μέ περί­κλει­στη αὐ­λή οἱ ἐσω­στρε­φεῖς καί ὑπο­μο­νε­τι­κοί τουρ­κο­γε­νεῖς μου­σουλ­μά­νοι. Στή συνοι­κία Σοῦν­νε κα­τοι­κοῦν σέ με­γά­λα κο­νά­κια μέ πτέ­ρυ­γες οἱ μου­σουλ­μά­νοι τσι­φλι­κά­δες καί ἔμποροι μπέ­η­δες καί σέ μι­κρό­τε­ρες ἀστι­κές κα­τοι­κίες οἱ μου­σουλ­μά­νοι δη­μό­σι­οι ὑπάλ­λη­λοι. Στά βό­ρεια ὑψώ­μα­τα τῆς πε­ρι­φέ­ρειας τῆς πό­λης, κα­τοι­κοῦν σέ μι­κρές φτω­χι­κές κα­τοι­κίες οἱ αὐ­στη­ροί, ἐρ­γα­τι­κοί Πο­μά­κοι, ἀπό­γο­νοι γη­γε­νῶν ὀρε­σί­βι­ων Θρα­κῶν, τῶν ὁποί­ων ἡ γλώσ­σα καί ἡ ταυ­τό­τη­τα βρί­σκον­ται σέ συνε­χή ἀπει­λή. Στή νό­τια πε­ρι­φέ­ρεια βρί­σκον­ται οἱ φτω­χοί καί ὀλι­γαρ­κεῖς Ἀθίγ­γα­νοι. Στή νέα συνοι­κία τῶν Δώ­δε­κα Ἀπο­στό­λων κα­τοι­κοῦν στίς ἀρ­χές τοῦ 20οῦ αἰώ­να λί­γοι σλα­βό­φω­νοι ὀπα­δοί τῆς Βουλ­γα­ρι­κῆς  Ἐξαρ­χί­ας καί δυ­τι­κά ὑπάρ­χει μία κοι­νό­τη­τα  Ἑ­βραί­ων. Τέ­λος, στίς κεν­τρι­κές συνοι­κίες κα­τοι­κοῦν οἱ ἔμπο­ροι, μι­κρέμ­πο­ροι, βι­ο­τέ­χνες, μα­στό­ροι καί ἐρ­γά­τες πού εἶ­ναι  Ἕλ­λη­νες, αὐ­τό­χθο­νες ἤ ἐπή­λυ­δες, ἀπό πολ­λά μέ­ρη τῆς  Ἑλ­λά­δας καί κυ­ρί­ως ἀπό τήν  Ἤπει­ρο καί τή Μα­κε­δο­νία.
Μέ­σα στήν Ξάν­θη ἐγκα­θί­σταν­ται κα­τά πε­ρι­ό­δους χρι­στια­νι­κοί πλη­θυ­σμοί ἀπό τή Βό­ρεια Θρά­κη, τή Χαλ­κι­δι­κή, τήν   Ἤπει­ρο καί τή Μα­κε­δο­νί­α, ὅπως καί Μου­σουλ­μά­νοι πρό­σφυ­γες ἀπό τά Βαλ­κά­νια κα­τά τόν Ρω­σο­τουρ­κι­κό Πό­λε­μο τό 18771878.  Ἀρ­γό­τε­ρα, ἐγκα­θί­σταν­ται στήν πό­λη Κρη­τι­κοί καί ,με­τά τό 1922, ἐγκα­θί­σταν­ται μα­ζι­κά πρό­σφυ­γες τῆς Ἀνα­το­λι­κῆς Θρά­κης, τῆς Μι­κρᾶς Ἀσί­ας καί τοῦ Πόν­του καί, τέ­λος, πλη­θυ­σμοί πον­τια­κῆς κα­τα­γω­γῆς ἀπό τήν πρώ­ην Σο­βι­ε­τι­κή  Ἕ­νω­ση, τε­λευ­ταῖ­οι αὐ­τοί φυ­γᾶ­δες τῆς πάλαι πο­τέ ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀνα­το­λῆς.
Ἡ πό­λη εὐ­τύ­χη­σε νά βρί­σκε­ται σέ μία πε­ρι­ο­χή ἡ ὁποία δια­θέ­τει πλού­σιο καί ποι­κί­λο φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Τό φυ­σι­κό πε­ρι­βάλ­λον πε­ρι­βάλ­λει τήν πό­λη, εἶ­ναι ἀπό παν­τοῦ ὁρα­τό καί λει­τουρ­γεῖ ὡς συνο­δευ­τι­κό στοι­χεῖο τοῦ δο­μη­μέ­νου χώ­ρου, τόν δια­φο­ρο­ποι­εῖ ἀκό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο καί τόν ἀνα­δει­κνύ­ει.  Ἐν­δια­φέ­ρου­σα εἶ­ναι ἡ δι­ά­τα­ξη τῶν τρι­ῶν μο­να­στη­ρι­ῶν τῆς πό­λης στά γύ­ρω ὑψώ­μα­τα, μέ τρό­πο πού δη­μι­ουρ­γεῖ στόν ἐπι­σκέ­πτη αἰσθή­μα­τα οἰκεί­ω­σης καί σι­γου­ρι­ᾶς, ἀφοῦ τά μο­να­στή­ρια φαί­νε­ται σάν νά αἰω­ροῦν­ται πάνω ἀπό τήν πό­λη καί νά τήν πε­ρι­βάλ­λουν προ­στα­τευ­τι­κά.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου