Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Μαστοριά καί μεράκι: λαϊκή παράδοση καί λαϊκότητα.

Παράθυρο μέ πέτρινο πλαίσιο στήν ὁδό Ἀντίκα. Τυπική εἶναι ἡ σιδεριά μέ ρόδακες καί λόγχη κατά τά πρότυπα τῆς Κωνσταντι­νού­πολης.

Καμπυλόσχημο ἀέτωμα μέ ἐσοχή κατά τά πρότυπα τῆς Βόρειας Θράκης σέ κατοικία τῆς ὁδοῦ Ὑδραγωγείων.



Ἀνακαινισμένο κονάκι μακεδονικῆς ἀρχιτεκτονικῆς στή συνοικία Μητροπόλεως. Χαρακτη­ριστικά εἶναι τά δύο σαχνισιά πού καταλαμβάνουν ὅλον σχεδόν τόν ὄροφο.



Ρόπτρο σέ λαϊκό σπίτι τῆς Ξάνθης. Εἶναι ὅμοιο μέ ἀντίστοιχα πού συναντῶνται σέ ὅλη σχεδόν τήν Ἐγγύς Ἀνατολή.



Τυπικό κονάκι μέ δύο πτέρυγες καί λιακωτό κατά τά πρότυπα τῆς Μακεδονίας στή συνοικία Μητροπόλεως.

Τμῆμα κατοικίας λαϊκοῦ ὕφους χρονολογούμενης ἀπό τό πρῶτο μισό τοῦ 19ου αἰώνα.



Τυπική κατασκευή μικρῆς κατοικίας μέ τετράριχτη στέγη σχεδιασμένη
ἀπό τόν Ράλλη Κοψίδη.

Καταστήματα κατασκευα­σμένα κατά τά τέλη τοῦ 19ου αἰώ­να ἀπό Ἠπειρῶτες τεχνίτες στήν κεντρική ἀγορά τῆς Ξάνθης, ἔξω ἀπό τήν Παλιά Πόλη. Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη. 


Καμπυλόμορφο ἀέτωμα μέ δυτικές ἐπιδράσεις καί μέ χρήση κόκκινου τούβλου στήν ὁδό Λευ­κοῦ Πύργου.



Μία ἀπό τίς ἐν σειρᾶ κατοικίες στή συνοικία Ἁγίου Βλασίου τίς ἀποκαλούμενες "Τά Μιχαλογλέικα". Εἶναι ἐμφανής ὁ ἐκλεκτικιστικός συγκερασμός τῶν τοπικῶν παραδόσεων μέ τίς πρα­κτικές τῆς ἀγγλικῆς μικροαστικῆς κατοικίας.



Χρήση τοῦ γκρίζου γρανίτη τῆς Ροδόπης ὡς κύριου στοιχείου τῆς κατασκευῆς καί τῶν διακοσμήσεων.


 Ἡ ὁδός Βύρωνος ὅπου ὁ γκρίζος γρανίτης τῆς Ξάνθης χρησιμοποιεῖται κατά κόρον. Ὁ δρόμος στρωμένος μέ κυβόλιθους ἀπό γρανίτη κατά τό σύστημα "μακαντάμ" καί τά κτήρια καί οἱ ἀναληματικοί τοίχοι συγκρα­τοῦν­ται ἀπό μεγάλες κατεργασμένες πέτρες γρανίτη. (Ὑδατογραφία τοῦ Δημήτρη Σταθόπουλου).
      Οἱ οἰκοδόμοι τῆς Ξάνθης χρησι­μο­ποιοῦν ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό τόν ἄφθονο γκρίζο γρανίτη τῆς Ροδό­πης (γρανοβιορίτη) σέ κατεργασμένη ἤ φυσική μορφή. Σέ ἁπλές φθηνές κατασκευές οἱ γρανιτένιες κροκάλες ἀπό τήν κοίτη τοῦ Κόσσινθου καί τίς προσχώσεις του χρη­σι­μο­ποιοῦν­ται ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό. Σέ καλύτερες κατασκευές, ὁ γρανί­της χρησιμοποιεῖται κατεργα­σμένος. Εἶναι ἐνδιαφέροντα τά μεγάλα οἰκοδομικά στοιχεῖα ἀπό γρα­νίτη πού χρησιμεύουν ὡς πλατύσκαλα, ὑπέρθυρα, πλαί­σια γιά παράθυρα καί πόρτες ἤ καί ὡς ἀκρογωνιαῖοι λίθοι (φωτ. 111). Ἡ συλλογή καί ἡ κατεργασία τοῦ γρανίτης γινόταν στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, ὅπως καί στό νησί Καναρᾶ.


Διακοσμητικός ψευδο­κίονας μέ χρήση της πορώδους πέτρας τῶν Ἀβδήρων. Ἡ ἰδιό­τυ­πη ροδίζουσα αὐτή πέτρα προ­έρχε­ται ἀπό τό λατομεῖο τῆς Μάνδρας κοντά στά ἀρχαῖα Ἄβδηρα. Ἡ πέτρα τοῦ λατομείου τῆς Μάνδρας διαθέτει ἐκτός ἀπό τό ροδίζον χρῶ­μα καί χρωματικούς κυμα­τισμούς, πού μπορεῖ νά φθά­σουν μέχρι ἀπο­χρώ­σεις τοῦ κόκ­κινου, δημιουργώντας διακο­σμητική ἐντύπωση. Εἶναι εὔκολα κατερ­γάσιμη, ἡ ἀντοχή της ὅμως εἶναι περι­ορισμένη καί ἀποσα­θρώνεται. Ἡ πέτρα αὐτή χρησιμο­ποιήθηκε σέ μεγάλη κλίμακα κατά τήν κλασική ἐποχή. Σώζονται σήμερα οἰκοδο­μικά μέλη καί σαρκοφάγοι πού βρέθηκαν στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας πόλης τῶν Ἀβδήρων. Κατά τή σύγχρονη ἐποχή ἡ ροδίζουσα πέτρα τῆς Μάν­δρας χρησιμοποιήθηκε σέ κατασκευές στόν κάμπο τῆς Ξάνθης καί ἰδίως σέ κτίσματα τῆς Γενισέας, κατά τήν περίοδο τῆς ἀκμῆς της πρίν τό 1870.
      Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ χρήση τῆς ροδίζουσας πέτρας τῆς Μάνδρας στά κομψά τεμένη πού ἀνήγειραν οἱ Ὀθωμανοί Τοῦρκοι στή Γενισέα, ἀμέσως μετά τήν κατάκτηση τῆς Θράκης.


Τυπική διάταξη συνεχό­μενου σαχνισιοῦ σέ ὄροφο κατοικίας
(ὁδός Μάρκου Μπότσαρη).

Λαϊκή ζωγραφική στήν πλευρά κάρου σύμφωνα μέ τά βαλκανικά πρότυπα. ( Ὑδατο­γρα­φία τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Λιθανάγλυφο σέ ὑπέρθυρο καταστήματος. (Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).


Παρά τήν οἰκονομική καταστροφή τῆς χώρας μετά τή Μικρασιατική Ἐκστρατεία, τήν ἔλευση τῶν προσφύγων καί παρά τή διεθνή οἰκονομική κρίση, οἱ δεκα­ετίες τοῦ 1920 καί τοῦ 1930, ἐκτός ἀπό τήν ἐπική προσπάθεια τῆς στέγασης τῶν προσφύγων, χαρακτηρίζονται καί ἀπό τήν ἀνά­πτυξη τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Στή φωτογραφία δεξιά καφενεῖο στή βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ πού σέρβιρε πρόχειρα γεύματα στούς πολυπληθεῖς πρόσφυγες ἐργάτες. (Φωτογραφία τοῦ 1980).



Ἡ πλειονότητα τῶν προσφύγων πού κατέφυγαν στήν Ξάνθη μετά τό 1922 στεγάστηκαν στήν κύρια περιοχή πού ἀνέπτυξε τό Ἑλληνικό Δημόσιο στή νοτιο­δυτική ἄκρη τῆς πόλης καί σέ συνά­φεια μέ τίς τότε ὑπάρχουσες ἐργατικές συνοικίες τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων καί τοῦ Χατζησταύ­ρου. Ἡ στέγαση τῶν προσφύγων ἔγινε εἴτε μέ τήν ἀνέγερση τυποποιημένων κατοικιῶν, εἴτε μέ τήν παροχή οἰκοπέδων καί δανείων πρός τούς πρόσφυγες γιά αὐτοστέγαση μέ χρήση ἕτοιμου σχεδίου. Οἱ νέες γειτονιές τοῦ Ἀστικοῦ Συνοικισμοῦ τῶν Τσι­μεν­τένιων καί τῆς Κυψέλης δημι­ουργήθησαν. Στή φωτογραφία τῦπος σπιτιοῦ ἀπό τήν ὀργα­νωμένη ἀνοικοδόμηση στό νέο Ἀστικό Συνοικισμό. Πρόκειται γιά κατασκευή πού παραπέμπει στά ξύλινα σπίτια τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τῆς Προποντίδας. (Φωτογραφία τοῦ 2006).



Ἄλλος τῦπος κατοικίας τῆς ὀργανωμένης δόμησης στόν νέο Ἀστικό συνοικισμό. (Φωτογραφία τοῦ 2006).

Πέτρινη μικρή μονοκα­τοικία στήν ὁδό Μαραθῶνος 27 στό κέντρο τοῦ Ἀστικοῦ Συνοικι­σμοῦ μέ χρονολογία ἀνέγερσης 1926. Δέν φαίνεται νά ἀνήκει σέ κάποιο τυποποιημένο σχέδιο, ὁπωσδήποτε πάντως ἡ σέ ἐσοχή εἴσοδος παραπέμπει σέ ἀνατολικά πρότυπα, ἐνῶ τά γαλλικά κερα­μείδια θυμίζουν τή μαζική κατα­σκευή τῆς προσφυγικῆς ἀποκα­τάστασης. Τό ἐνδιαφέρον στήν κατασκευή αὐτή βρίσκεται στά ἀποτρεπτικοῦ χαρακτῆρα λαϊκά γλυπτά στήν κορυφή τῆς ἀψίδας τῶν παραθύρων πού παραπέμ­πουν στήν ἑλληνική λαϊκή παρά­δοση καί σέ πρότυπα τοῦ κύριου ἑλληνικοῦ χώρου. (Φωτογραφία τοῦ 2006).



Χρονολογία τῆς κατα­σκευῆς τῆς ἴδιας κατοικίας στήν ὁδό Μαραθῶνος 27. Ἀναφέρεται ἁπλῶς τό ἔτος κατασκευῆς χωρίς κτιτορικές λεπτομέρειες, μιά συνήθεια πού φαίνεται νά κράτησε λίγα χρόνια κατά τό πρῶτο μισό τοῦ 20οῦ αἰώνα.



Μία ἀπό τίς ἀποτροπαϊκές παραστάσεις στήν ἐρει­πωμένη κατοικία τῆς ὁδοῦ Μαραθῶνος στόν Ἀστικό Συνοι­κισμό. Εἶναι μᾶλλον γυναικεία μορφή καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό ὄψιμα δείγματα τῆς χρήσης τῆς ἀνθρώπινης μορφῆς ὡς ἀποτρε­πτικοῦ στοιχείου, ὅπως συνηθι­ζόταν στή λαϊκή τέχνη τοῦ 18ου καί τοῦ 19ου αἰώνα.

























Μαστοριά καί μεράκι: λαϊκή παράδοση καί λαϊκότητα

Ἡ πόλη ἀνοικοδομεῖται τόν 19ο αἰῶνα ἀκολουθῶντας, σέ μεγάλο βαθμό, τά καθιερωμένα πρότυπα τῆς "ἀρχοντικῆς" ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Βόρειας καί τῆς Κεντρικῆς Ἑλλάδας. Σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τή στέρηση καί τή φτώχεια τῶν προηγούμενων τρομερῶν αἰώνων, οἱ πλούσιοι πλέον ἔμποροι καί ναυτικοί νοικοκυραῖοι ἀνοικοδομοῦν, μετά τόν 18ο αἰῶνα, τά σπίτια τους μέ τρόπο πού ὑπερβαίνει τίς ἁπλές στεγαστικές ἀνάγκες. Οἱ μακραίωνες αἰσθητικές παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀναδύονται καί πάλι καί ἐμφανίζονται ὡς ἐπιλογές τῶν εὐπόρων νέων ρωμαίικων ἀστικῶν στρωμάτων, ἐκφραζόμενες βέβαια σύμφωνα μέ τίς αἰσθητικές ἀντιλήψεις καί τούς τρόπους τῆς καθ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, τῆς Δύσης, ἀλλά καί τῆς εὐρύτερης Ἀνατολῆς. Εἶναι σημαντικό καί ἐπίκαιρο τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνερχόμενη νέα ρωμαίικη καί ἐμπορευματική τάξη, –παρ ὅλη τή γοητεία πού αἰσθάνεται γιά τόν μεγάλο ἀστικό πολιτισμό τῶν Εὐρωπαίων καί τόν δυτικό εὐρωπαϊκό πολιτισμό–, παραμένει προσηλωμένη στή μακραίωνη παράδοση τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου καί στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ πλούσιοι ἔμποροι ζητοῦν τή συνεργασία τῶν λαϊκῶν μαστόρων, οἱ ὁποῖοι ἐνσωματώνουν στήν πλούσια παράδοσή τους τούς τρόπους καί τίς ἀντιλήψεις πού ἔρχονται ἀπό Ἀνατολή καί Δύση, δημιουργώντας μία ὑβριδική ἀρχιτεκτονική.
Ἡ Παλιά Ξάνθη εἶναι γεμάτη ἀπό λαϊκές βαλκανικές κατοικίες, χάνια, μαγαζιά, ρωμαίικες ἐκκλησίες τῆς τελευταίας ὀθωμανικῆς περιόδου καί ἀρχοντικά τῶν ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ, πού θέλουν νά ἐντυπωσιάσουν ἐπιδεικνύοντας χλιδή καί πλοῦτο σάν ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπέρβασης τῆς παλιᾶς τους φτώχειας.
Ὡστόσο, ἡ σύγκριση μέ τά χρονικά προηγούμενα παραδείγματα τῶν πόλεων τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας εἶναι σχετική, ἀφοῦ ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Ξάνθης ἀκολουθεῖ τά πρότυπα αὐτά μέ καθυστέρηση ἑνός αἰῶνος. Αὐτό ὀφείλεται στήν καταστροφή τῆς πόλης τό 1829, ἀλλά καί εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς γεωγραφικῆς ἐγγύτητας τῆς πόλης εἰδικότερα καί τῆς Θράκης γενικότερα πρός τό κέντρο τῆς δύναμης τῶν κατακτητῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τῶν ὁποίων ἡ κυριαρχία στή Θράκη ἦταν καταθλιπτική.
Ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς πόλης πού ξεκινᾶ ἀμέσως μετά τό 1929 καί ἐπιταχύνεται κατά τήν περίοδο 1870-1910 πραγματοποιεῖται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ὁμάδες μαστόρων πού ξεκινοῦν ἀπό τή Μακεδονία, τήν   Ἤπειρο καί τή Βόρεια Θράκη[i].
Ὁ μάστορας εἶναι αὐτός πού γνωρίζει καλά μία πρακτική τέχνη καί ἀσχολεῖται μ αὐτήν ἐπαγγελματικά. Ἡ λέξη εἶναι βυζαντινή (μαΐστωρ, μαγίστωρ ἀπό τό λατινικό magister). Ὁ μάστορας ἀποκτᾶ τόν τίτλο του μετά ἀπό μακροχρόνια μαθητεία σέ ἄλλο μάστορα. Ἡ μαθητεία ἀρχίζει ἀπό τήν παιδική ἠλικία. Ὁ ἀρχιμάστορας διευθύνει ὁμάδα μαστόρων καί βοηθῶν (τσιράκια καί καλφάδες). Ὁ ἀρχιμάστορας ἔχει τέτοια γνώση τῆς τέχνης του, ὥστε μπορεῖ νά καθοδηγήσει καί νά κατασκευάσει ἕνα σύνθετο ἔργο, γιά τό ὁποῖο χρειάζεται πολλή ἐργασία ἀπό πολλούς μαστόρους.
Ὁ θεσμός τῆς συνεργασίας καί τῆς ὀργάνωσης τῶν μαστόρων, δηλαδή ὁ θεσμός τῶν συντεχνιῶν ἤ τῶν συναφιῶν, ξεκινᾶ ἀπό πολύ παλιά καί συνεχίζεται κατά τήν Τουρκοκρατία. Τό σινάφι περιλαμβάνει ὅλους τούς μαστόρους μιᾶς συγκεκριμένης εἰδικότητας καί διοικεῖται ἀπό τούς ἀρχιμάστορες πού ἐκλέγονται σέ συνέλευση διά βοῆς. Οἱ Τοῦρκοι ἀνέχθηκαν τά σινάφια, ἀφοῦ τούς χρησίμευαν καί τούς βοηθοῦσαν στήν εἴσπραξη τῶν φόρων. Τά σινάφια γίνονται πλέον καί μεγάλες συσσωματώσεις καί ἀποβλέπουν στήν ἀποδοτικότερη παραγωγή. Ὁλόκληρα χωριά ἤ περιοχές ἐξειδικεύονται στήν παραγωγή καί τήν ἀπασχόληση. Ὅπως ἡ Στεμνίτσα γίνεται τό κέντρο τῆς μεταλλοτεχνίας, ἡ Καστοριά τῆς γουναρικῆς, ἡ Δημητσάνα τοῦ μπαρουτιοῦ, στήν   Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία χωριά καί περιοχές ἐπιδίδονται στήν οἰκοδομική. Τά σινάφια τῶν οἰκοδόμων λέγονται στήν  Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία κουδαραῖοι καί στή Θράκη δουλγκέρηδες.
Ὡστόσο, δέν γνωρίζουμε ποιοί κτίσαν τήν Ξάνθη. Οὔτε γνωρίζουμε ἄν τά σημαντικά κτήρια ἔγιναν μετά ἀπό σχέδια ἀρχιτεκτόνων.
Ὅσο γιά τή μαστοριά, τή δεξιοτεχνία περί τά τεχνικά, αὐτή, πέρα ἀπό ἐπαγγελματική προϋπόθεση, ἔχει σχέση καί μέ τό μεράκι– καί τοῦ μάστορα καί αὐτοῦ πού τόν πληρώνει.
Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς λαϊκῆς ἀρχιτεκτονικῆς στήν Ξάνθη εἶναι τό λεγόμενο σαχνισί. Τό σαχνισί ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ ὀρόφου, ἤ τμήματος τοῦ ὀρόφου ἑνός κτίσματος, πού συνήθως εἶναι κατοικία. Ἡ ἐπέκταση αὐτή ὑποστηρίζεται ἀπό ξύλινα στηρίγματα. Ἡ λέξη σαχνισί εἶναι περσική καί σημαίνει τόν θρόνο τοῦ βασιλιᾶ.
Τό σαχνισί συναντᾶται πολύ συχνά στή βυζαντινή ἀρχιτεκτονική, ὅπως καί μέ ἄλλη μορφή στή Δυτική Εὐρώπη (ἔρκερ). Ὡστόσο, στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἔλαβε τεράστια διάδοση γιά λόγους πού μᾶλλον εἶναι κοινωνικοί. Ὁ ἀποκλεισμός τῆς γυναίκας ἀπό τήν ἀνοικτή κοινωνική ζωή καί ἡ εσωστρέφεια τῶν Τούρκων, ὑποχρέωσαν τή νοικοκυρά νά ἀναζητᾶ κάποια ψυχαγωγία μέ τήν ἐπαφή μέ τά τεκταινόμενα στό δρόμο καί στήν ἄμεση γειτονιά τῆς κατοικίας. Τό σαχνισί προσφέρει ἕνα εἶδος στεγασμένου καί καλυμμένου μπαλκονιοῦ, ὅπου τό φῶς καί ὁ ἥλιος εἰσέρχονται χωρίς ἐμπόδια. Τό σαχνισί δίνει δυνατότητα εὐρύτερης θέας καί ἐπιτρέπει στή νοικοκυρά καί τά ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας νά περνοῦν τίς ἐλεύθερες ὧρες τους εὐχάριστα. Τά καφασωτά καλύμματα στά παράθυρα ἐμποδίζουν τά βλέμματα τῶν ξένων. Στούς χριστιανικούς μαχαλάδες εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἔλλειψη τῶν καφασωτῶν στά παράθυρα. Τό σαχνισί συναντᾶται κατά κόρον σέ κτίσματα τῆς λαϊκῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς στά Βαλκάνια καί στή Μικρά Ἀσία ἀπό τόν 12ο μέχρι τόν 19ο αἰῶνα, σέ τέτοιο βαθμό, πού ἀποτελεῖ ἴσως τό κύριο ἀρχιτεκτονικό στοιχεῖο στούς παραδοσιακούς οἰκισμούς τῆς Αὐτοκρατορίας. Συναντοῦμε διάφορες μορφές καί μεγέθη σαχνισιῶν –ἁπλά, διπλά, μέ διαφορετικό βάθος κατά τμήματα καί ἄλλα– καί εἶναι δυνατό ἐπίσης γιά ἕνα κτίσμα νά διαθέτει δύο ἤ περισσότερα σαχνισιά σέ συμμετρική ἤ μή διάταξη.
Συναντῶνται ἐπίσης στήν Ξάνθη στοιχεῖα τῆς κατά παράδοση ἑλληνικῆς λαϊκῆς τέχνης.
Στή λαϊκή τέχνη τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου κατά τόν 18ο καί 19ο αἰῶνα ἐμφανίζεται ἕνα ἀπό τά κύρια προβλήματα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἐννοοῦμε τήν ἐπίδραση καί τήν ἀναμέτρηση μέ τό πολιτισμικό περιβάλλον τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, δηλαδή τήν ἐπίδραση τῆς εὐρωπαϊκῆς αἰσθητικῆς στή μακραίωνη παράδοση τῆς ἑλληνικῆς τέχνης.
Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα εἶναι τά λιθανάγλυφα πού συναντῶνται σέ κατασκευές τῶν Ἠπειρωτῶν μαστόρων (κατάστημα στήν ὁδό Παλαιολόγου, ἀρχοντικό στήν πλατεῖα Ματσίνη, ἐρειπωμένη κατοικία στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου).
Ἀκόμη, στήν Παλιά Ξάνθη ὑπάρχουν δείγματα τῆς ἐργασίας ζωγράφων πού ἀφοροῦν κυρίως ζωγραφικές διακοσμήσεις ἀρχοντικῶν, γιά τά ὁποῖα τό μεράκι τῶν πλούσιων κτιτόρων τους δέν ἐμποδίστηκε ἀπό τό οἰκονομικό κόστος. Ἔτσι, οἱ πλούσιοι ἔμποροι μετακάλεσαν ζωγράφους τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι διακόσμησαν τά ἐντυπωσιακά ἀρχοντικά τους. Λίγα εἶναι τά παραδείγματα αὐτά καί κυρίως ἀφοροῦν τό ἀρχοντικό Μεταξᾶ στήν ὁδό Μάρκου Μπότσαρη καί τά δύο ἐν σειρᾶ ἀρχοντικά Κουγιουμτζόγλου στήν ὁδό Ἀντίκα. Πρόκειται γιά ζωγραφική διακόσμηση εἰκονική καί ἀνεικονική τοῦ ὕφους τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης στήν ὄψιμη ρομαντική ἔκφρασή της.
Ὁ χαρακτῆρας τῆς πόλης εἶναι ὁπωσδήποτε λαϊκός ὅπως μεταφέρεται ἀπό τούς ἀγρότες τῆς περιφερείας καί τούς μικροεπαγγελματίες καί ἐργάτες πού εἶναι ἐγκατεστημένοι σ’ αὐτήν. Ἡ ἔλευση τῶν προσφύγων πλουτίζει μέ νέες ποικιλίες τόν λαϊκό χαρακτῆρα τῆς πόλης. Χιλιάδες εἶναι οἱ μικροεπαγγελματίες καί οἱ ἐργάτες πού καταφθάνουν ἀπό τήν Ἑλληνική Ἀνατολή. Ἡ ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων δημιουργεῖ στήν Ξάνθη νέες συνοικίες, ἀφοῦ ὁ πληθυσμός διπλασιάζεται. Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή ἡ λαϊκότητα χαρακτηρίζει τήν πόλη καί αὐτό εἶναι σημαντικό γιατί ἡ λαϊκότητα εἶναι φορέας καί κιβωτός λαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί παράδοσης.




[i] Οἱ ὁμάδες τῶν οἰκοδόμων, τά μπουλούκια, ξεκινοῦσαν ἀπό τά χωριά τους μετά τίς Ἀποκριές γιά νά δουλέψουν σέ μακρινούς τόπους. Κανονικά ἡ ἀποδημία διαρκοῦσε μέχρι τόν Δεκέμβριο, ὅταν ἐπιστρέφαν στά χωριά τους γιά νά φροντίσουν τά σπίτια τους καί νά καλλιεργήσουν τά χωράφια. Τέτοια μπουλούκια κουδαραίων πρέπει νά ἔκτισαν πολλά ἀπό τά σπίτια καί τά ἐργοστάσια τῆς Ξάνθης. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ἀρκετοί Ἠπειρῶτες καί Μακεδόνες μπουλουκτζῆδες ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα στήν πλούσια Ξάνθη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου