Τρίτη, 15 Νοεμβρίου 2011

Ξάνθεια: Καθαγίαση τοῦ χώρου

Ἀνά­γλυφος Σταυρός στήν ἐξω­τερικἠ ἐπιφάνεια τοῦ τρούλλου τοῦ καθο­λικοῦ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Ἀρχαγγελιώτισσας.
Φωτογράφηση τῶν παρυφῶν τῆς πόλης πρός Βορρᾶ. Εἰκονίζεται ἡ βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ μέ τά καπνομάγαζα ὅπως ἦταν τό 1920. Στόν ὁρίζοντα διακρίνονται τά τρία μοναστήρια. Ἡ ὄψη τῆς πόλης εἶναι χαρακτηρι­στική ἀπό κάθε σημεῖο τῆς πεδιάδας μέ τά μοναστήρια νά περικλείουν τήν πόλη

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Καλαμοῦς κτισμένο πιθανότατα κατά τόν 11ο αἰῶνα σέ αὐχένα πάνω ἀπό τή χαράδρα πού σχηματίζει ὁ ποτα­μός Κόσσινθος. Ἑνίοτε ὀνομάζεται καί Μεσαῖο μοναστήρι καί βρίσκεται σέ σημεῖο πού μπορεῖ νά ὁρίσει τόν Βορρά. (Ἀπό φωτογραφία τοῦ 1920).

Τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν πιθανόν ἱδρυμένο κατά τόν 9ο αἰῶνα. Σήμερα σώζεται τό καθολικό τῆς μονῆς μέ ἴχνη τοιχογραφιῶν μεσοβυζαντινῶν καί τοῦ 16ου αἰώνα. Στή φωτογραφία εἰκονίζεται τό μοναστήρι ὅπως ἦταν στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 πρίν κατα­στραφεῖ ἀπό πυρκαγιά. Τή μορφή αὐτή εἶχε δώσει στό μοναστήρι ὁ Μητροπολίτης Ἰωακείμ Σγουρός μέ τήν ἀνέγερση ξενώνα στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τή Δύση. (Φωτογραφία τοῦ 1960)

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Ἀρχαγ­γε­λιώτισσας ἤ Παναγίας Σαμακοβιανῆς, ὅπως ἦταν κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς ἀνάγεται κατά τούς μεσοβυζαντινούς χρόνους. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τήν Ἀνατολή. (Φωτογραφία τοῦ 1935).

Ὁ μικρός μετοχιακός ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου δίπλα στό Πόρτο Λάγος καί στή στενή λωρίδα γῆς πού χωρίζει τή λιμνοθάλασσα Βιστονίδα ἀπό τό Θρακικό Πέλαγος. Ἡ σημερινή του μορφή ἀνάγεται στά πρῶτα χρόνια τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἀποτελεῖ μετόχι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. (Φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ 1980). 

Ἐπίδειξη δύναμης τῶν Βουλγάρων κατακτητῶν κατά τήν Πρώτη Βουλγαρική Κατοχή (1912-1919). Εἰκονίζεται σημεῖο νότια τῆς πόλης παρά τίς καπνα­πο­θῆκες. Στό βάθος δεσπόζει ἡ μονή τῆς Ἀρχαγγε­λιώ­τισσας.

Ἀνάγλυφος σταυρός στή νοτιοανατολική γωνία τῆς ἐκκλησίας τοῦ Τίμιου Προδρόμου. 

Φωτογραφία τῆς Κεντρικῆς Πλατείας κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Στό βάθος καί στόν ὁρίζοντα τῆς ὁδοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου εἶναι ὁρατό τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν.

Ἀνάγλυφος σταυρός στήν νοτιο­δυτική πλευρά τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Βλασίου.

Χάρτης τῆς ἄμεσης περιφέρειας τῆς Ξάνθης, ὅπου σημειώνονται οἱ θέσεις τῶν μοναστηριῶν καί τῶν κάστρων. Εἶναι ἐμφανής ἡ τοποθέτηση τῶν τεσσάρων μοναστηριῶν στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα σέ σχέση μέ παρατηρητῆ πού βρίσκεται μέσα στήν Παλιά Πόλη. (Σχεδίαση χάρτη ἀπό τόν Βασίλη Τσιούκα).



Παράσταση τῆς καθα­γία­σης τοῦ χώρου κατά τή βυζαντινή καί νεοελληνική παρά­δοση. Εἰκο­νίζονται δύο κύκλοι: ὁ ἐσωτερικός, πού παριστάνει τά ὅρια τοῦ οἰκι­σμοῦ καί ὁ ἐξωτερικός, πού καθο­ρίζει τήν εὐρύτερη περιφέρειά του. Ἀμφότεροι οἱ κύκλοι ὁρίζονται ἀπό σταυρᾶτα, ἄν καί σέ μικρούς οἰκισμούς οἱ κύκλοι ὁρίζονται μέ λιτανεία ἤ μέ περιάροση. Στόν ἐσωτερικό κύκλο ὁ οἰκισμός συγ­κροτεῖται μέ βάση σταυρική διά­ταξη δύο κύριων δρόμων μέ κατεύ­θυνση Ἀνατολή-Δύση καί Βορ­ρᾶ-Νότο. Ὁ Βορρᾶς ὁρίζεται ἀπό τόν Πολικό Ἀστέρα. Οἱ δύο δρόμοι τέμ­νονται στήν Κεντρική Πλατεῖα ὅπου καί ἐκκλησία (ὀμφαλός). Ὁ Σταυρός τῆς ἐκκλη­σίας στόν ὀμ­φα­λό προεκτείνεται νοητά, ὥστε ὁ συμβολικός χῶρος νά εἶναι τρισ­διά­στατος. (Σχέδιο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).




Στόν οἰκισμό πού προσδιορίσαμε μέ τίς παρατηρήσεις μας διακρίνεται μιά χαρακτηριστική διάταξη, ἡ ὁποία σήμερα ἴσως φαίνεται ἀσυνήθιστη καί πού ἴσως ἡ διαπίστωσή της ξενίσει: ὁ οἰκισμός αὐτός εἶναι, σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, καθαγιασμένος[i].
Ὅποιος βρίσκεται μέσα στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ἤ ὅποιος κατευθύνεται πρός τήν Ξάνθη ἀπό τήν πεδιάδα, βλέπει πάντα στόν ὁρίζοντα, πού γεμίζουν τά ὑψώματα, κάποια, ἤ ὅλα, ἀπό τά τρία μοναστήρια της. Ἡ θέα τῶν μοναστηριῶν συμπληρώνει τή γοητευτική εἰκόνα τῆς Παλιᾶς Πόλης καί στεφανώνει τά γύρω ὑψώματα, τά ὁποῖα χωρίς τά μοναστήρια θά φαινόταν σκοτεινά, ἄξενα καί ἀπειλητικά. Σήμερα, μέ τήν ἀνέγερση σύγχρονων πολυώροφων οἰκοδομῶν, τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δέν εἶναι πιά ἀμέσως ὁρατά, ὅπως ἦταν μόλις πρίν λίγες δεκαετίες. Ὡστόσο, ἡ παρουσία τῶν μοναστηριῶν στό περίγραμμα τῆς πόλης συνεχίζει καί σήμερα νά ἐντυπωσιάζει. Τόσο, πού ὁ εὐαίσθητος ἐπισκέπτης ἔχει τή βεβαιότητα πώς περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία, ἐνῶ ὁ κάτοικος τῆς πόλης ἀσυναίσθητα ἀντιλαμβάνεται τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν ὡς πηγή οἰκείωσης καί σιγουριᾶς.
Τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δίνουν στήν πόλη μία χριστιανική ταυτότητα καί ὄχι μόνο τήν πλουτίζουν μέ γραφικότητα καί χαρακτῆρα, ἀλλά μεταφέρουν καί παλαιότατες σημασίες. Βαθύ μυστήριο καλύπτει τή βυζαντινή Ξάνθεια καί τά ἴχνη της, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἐλάχιστα. Μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ἱστορία τῶν μοναστηριῶν τῆς σημερινῆς Ξάνθης, τά ὁποῖα κτίζονται καί ξανακτίζονται στίς ἴδιες βάσεις μετά ἀπό καταστροφές καί θεομηνίες. Ὡστόσο, θεωρεῖται βέβαιη τήν ἵδρυση τῶν τριῶν μοναστηριῶν κατά τούς βυζαντινούς χρόνους.
Ὁλόκληρη ἡ εὐρεία περιφέρεια τῆς πόλης καθαγιάζεται σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, μέ τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν πού ὁρίζουν νοερό Σταυρό[ii]. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πόλη καί ἡ ἄμεση περιφέρεια της προστατεύονται ἀπό τόν Σταυρό. Ὁ Σταυρός ὁρίζεται νοερά σέ σχέση μέ παρατηρητή εὑρισκόμενο μέσα στήν πόλη γιά τόν ὁποῖο κάθε μοναστήρι βρίσκεται σέ ἕνα ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Σύμφωνα μέ τίς δημώδεις ἐκφράσεις ἡ πόλη εἶναι "σταυρωμένη" καί τά μοναστήρια της εἶναι "σταυρᾶτα". Τό "σταύρωμα" σημαίνει τήν καθαγίαση ἀπό τόν Σταυρό, ἐνῶ τά "σταυρᾶτα" εἶναι τά κτίσματα καί τά σημεῖα πού φέρουν τόν Σταυρό. Πράγματι, σύμφωνα μέ προφορική λαϊκή παράδοση ἡ πόλη περικλείεται σέ νοερό Σταυρό, τά ἄκρα τοῦ ὁποίου ὁρίζονται ἀπό τά τρία μοναστήρια της καί τό μικρό ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα λίμνη. Ἡ δημώδης αὐτή παράδοση συναντᾶται ἐπίμονα ἀκόμη καί στίς μέρες μας[iii].
Βέβαια, ὅπως ἀναλύεται στή συνέχεια, ἡ καθαγίαση τῆς εὐρύτερης περιφέρειας γίνεται ἀπό σταυρᾶτα πού ὁρίζουν ἕνα νοερό σταυρό σέ ἄμεση ὀπτική συνάφεια μέ τήν πόλη. Τό τέταρτο "σταυρᾶτο", πού ἀναφέραμε ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα, ἀπέχει πάνω ἀπό τριάντα χιλιόμετρα ἀπό τήν πόλη καί βέβαια δέν εἶναι ὁρατό ἀπό τήν πόλη. Θά πρέπει ἴσως νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου μᾶλλον θεωρήθηκε ὡς "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης σέ κάποια μεταγενέστερη τῆς βυζαντινῆς ἐποχή, ὅταν ἐνδεχομένως τό τέταρτο μοναστήρι "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης ἔπαψε νά ὑπάρχει στή συλλογική μνήμη. Πρέπει λοιπόν νά ἀναζητήσουμε κάποιο ἄλλο μοναστήρι στήν ἄμεση περιφέρεια τῆς πόλης τό ὁποῖο θά πρέπει νά ὑπῆρχε ἐκεῖ κατά τή βυζαντινή ἐποχή. Πράγματι, σύμφωνα μέ πρόσφατες ἔρευνες, ὑπάρχουν ἀναφορές στίς πηγές γιά τή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου[iv], σέ σημεῖο μᾶλλον τό ὁποῖο βρίσκεται νότια τῆς πόλης καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ξάνθειας καί πού σήμερα ὑπάρχει ἡ ὁμώνυμη ἐκκλησία τοῦ 19ου αἰώνα. Τό σημεῖο αὐτό εἶναι κατάλληλο γιά τή χάραξη νοεροῦ σταυροῦ μαζί μέ τά τρία ὑπόλοιπα μοναστήρια.
Ὁ τρόπος λοιπόν μέ τόν ὁποῖο ἐπιλέχθηκαν οἱ τοποθεσίες τῆς ἀνέγερσης τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης, ὥστε νά ὁρίζουν τά τέσσερα ἄκρα ἑνός σταυροῦ, δέν ἐξηγεῖται μόνον ὡς τοπική παράδοση, ἀλλά κρύβει κάτι γενικότερο, τό ὁποῖο ἀποκαλύπτει τό μακραίωνο παρελθόν τῆς πόλης καί μᾶς συνδέει μέ τή βυζαντινή Ξάνθεια. Πρόκειται γιά βυζαντινό μυστικό συμβολισμό καί γιά πολεοδομική ἀντίληψη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο χαρακτηρίζει τίς βυζαντινές πόλεις, ἀλλά καί τά χωριά καί τούς οἰκισμούς τῆς πατρίδας μας κατά τή βυζαντινή καί τή νεώτερη ἐποχή.  
Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τῆς λαογράφου Ἄλκης Κυριακίδου-Νέστορος (Σημάδια τοῦ τόπου ἤ ἡ λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, στό Λαογραφικά Μελετήματα, Ὀλκός, Ἀθήνα 1975) ἡ ὀργάνωση τοῦ χώρου στούς βυζαντινούς οἰκισμούς διακρίνεται ἀπό τήν καθαγίασή του. Ὁ χῶρος καθαγιάζεται μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σέ πέτρες, σέ δένδρα, σέ προσκυνητάρια καί εἰκονοστάσια, σέ ἐξωκκλήσια, σέ ἐκκλησίες καί παρεκκλήσια, σέ μοναστήρια ἤ μέ τήν περιάροση ἤ τήν περιφορά ἱερῶν ἀντικειμένων σέ λιτανεία. Τά ἱερά ὁρόσημα, τά "σταυρᾶτα" βρίσκονται ἔτσι σέ διάταξη κυκλοτερή, σέ ὀπτική ἐπαφή μέ τόν οἰκισμό, τόν ὁποῖο περιβάλλουν καί προστατεύουν.
Ἡ προστασία ἀπό τόν Σταυρό ἐκτείνεται σέ μεγάλο φάσμα ἐκδηλώσεων. Ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα τήν προστασία ἀπό τόν Σταυρό στά κατώφλια καί στά ὑπέρθυρα τῶν κατοικιῶν μέ τόν καπνό τοῦ λευκοῦ κεριοῦ τῆς Ἀνάστασης, ὅπως καί τό "σταύρωμα" τῆς σκαλωσιᾶς τῆς ἀνεγειρόμενης οἰκοδομῆς. Ὁ ἴδιος ὁ σχεδιασμός τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συνδέεται συμβολικά μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἐνῶ ἡ εὐρύτερη περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία.
Ἡ καθαγίαση καί ἡ ἱεροποίηση τοῦ χώρου πραγματοποιοῦνται ἀπό τήν ἀπώτερη ἀρχαιότητα μέ τή συμβολική ὀργάνωση τῶν κτηρίων καί τή διαχείριση τοῦ τοπίου, μέ τρόπο πού καθιστᾶ τόν οἰκισμό κοσμολογικό κέντρο. Ὁ χῶρος ὀργανώνεται ἀπό ἕνα σύστημα συμβολισμῶν καί ἀποκτᾶ μιά σύνθετη σημειολογία. Ἡ κατοχύρωση καί ἐπιβεβαίωση τῶν ὁρίων τοῦ οἰκισμοῦ καθορίζει καί τήν ταυτότητά του. Ὁ καθαγιασμένος χῶρος ἀποτελεῖ ἕνα καταφύγιο μέσα στό χάος τοῦ βέβηλου χώρου καί ἐπιτρέπει τή σύνδεση μέ τό θεῖο. Δημιουργεῖται μία ἀντίθεση: ὁ χῶρος διαιρεῖται σέ χῶρο ἱερό καί σέ χῶρο δαιμονικό. Ὁ χῶρος τοῦ οἰκισμοῦ χαρακτηρίζεται πλέον ἀπό τίς διαβαθμίσεις τοῦ ἱεροῦ. Οἱ οἰκισμοί γίνονται κέντρα καί πηγές οἰκείωσης, ἀφοῦ συνδέονται μέ πραγματικότητες ἰδεατές ἤ ὑπερβατικές. Τό τοπίο ἀποκτᾶ συμβολικές διαστάσεις καί ἀναβαθμίσεις. Τό τοπίο ἀναδεικνύεται σέ μεταφυσικό στοιχεῖο, καθοριστικό γιά τήν ὕπαρξη τοῦ οἰκισμοῦ, πού συνδέει τόν αἰσθητό κόσμο μέ τό ἐπέκεινα. Τό τοπίο γίνεται οὐσιῶδες στοιχεῖο πολιτισμικῆς ταυτότητας. Τοπίο καί τόπος ὁλοκληρώνονται αἰσθητικά καί σημειολογικά μέ τή σημασία καί μέσω τῆς θέασης. Θέαση εἶναι ἡ ἰδιαίτερη ἐκείνη μεταφυσική στάση πού χαρακτηρίζει τούς  Ἕλληνες καί πού τονίζει τή γνωσιολογική σπουδαιότητα τῆς ὀπτικῆς ἐμπειρίας καί τῆς ὀπτικῆς ἀντίληψης. Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ πλατωνικός μῦθος τοῦ σπηλαίου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ πλήρης γνώση τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν γίνεται μέ τό βλέμμα.
Ὅσον ἀφορᾶ τή λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, θά ἀναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, ὅπως τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου καί τήν κτηριολογική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας˙ τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου τοῦ ἱεροῦ τῆς ἀρχαίας Περαχώρας τῆς Μεγαρίδας˙ τήν πολεοδομική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως τήν ὁραματίστηκε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος˙ τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό ἀρχαῖο θέατρο καί τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό μοναστικό περιβάλλον.
 Ἡ καθαγίαση καί ὁ μυστικός συμβολισμός δέν περιορίζονται στήν ἄμεση περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ, ἀλλά ἐπεκτείνονται καί στόν ἴδιο τόν οἰκισμό μέ τήν ὀργάνωση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ μέ βάση συμβολική μυστική μορφή. Στή συμβολική καθαγίαση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ πρωτεύοντα ρόλο παίζει ἡ χωροθέτηση τῶν ἱερῶν χώρων καί ὁ κοσμολογικός χαρακτηρισμός τῶν κατευθύνσεων τῶν δρόμων.
Ἔτσι ἡ φύση, περιβάλλον καί ἄνθρωπος θεωροῦνται ὡς ἑνότητα καί καθαγιάζονται. Δέν ὑπάρχει ἡ κυρίαρχη στή Δύση διάσταση πραγματικοῦ καί ὑπερβατικοῦ κόσμου.  





[i] Σέ ὅλα τά πολιτισμικά περιβάλλοντα καί τίς ἱστορικές κοινωνίες οἱ οἰκισμοί, ἀλλά καί τά μεμονομένα κτήρια, ἐντάσσονται σέ ἕνα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο καί πηγή τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἀποτελοῦν οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις. Πρόκειται γιά τόν ἱερό χῶρο καί γιά τή συμβολική μικρογραφία τοῦ σύμπαντος, ὅπου ἐξορκίζεται τό δαιμονικό καί τό κακό καί ἐξασφαλίζεται ἱερή προστασία.
 Ὁ Δυτικός πολιτισμός ἀρνεῖται μετά τήν Ἀναγέννηση τή συστηματική συμβολική αὐτή ὀργάνωση τοῦ χώρου μέ μία συνεχή διαδικασία ἀποϊεροποίησής του. Ἀποκορύφωση τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἀποτελεῖ ἡ καταστροφή τῆς σημασίας τοῦ τόπου καί ἡ δημιουργία ἑνός χώρου ὅπου εἶναι ἀδύνατη ἡ οἰκείωση.

[ii] Ἡ παλαιότερη γραπτή ἀναφορά ἔχει γίνει στό λεύκωμα τῆς Φ. Ε. Ξ. τό 1958. Οἱ προφορικές ἀναφορές μαρτυροῦνται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί εἶναι πολλές. Πρόκειται γιά ζωντανή λαϊκή παράδοση πού διασχίζει τούς αιώνες και φτάνεις στις μέρες μας.

[iii] Πρόκειται γιά συναισθηματική ἰδεατή καί ὄχι ἀντικειμενική γεωμετρία, ἀφοῦ τά σκέλη τοῦ νοεροῦ σταυροῦ δέν τέμνονται ἀπόλυτα κάθετα ἄν χαράξουμε τόν νοερό σταυρό στόν χάρτη. Ἐκεῖνο ὅμως πού σημειολογικά ἔχει σημασία εἶναι τό τί φαίνεται καί τό τί βλέπουμε.

[iv] Άναφέρεται στίς ἐρευνητικές ἐργασίες τοῦ Φωκίονα Κοτζαγεώργη καί τοῦ Γιώργου Τσιγάρα. 








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου