Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

Ἡ ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί ὁ Νέος Ἑλληνισμός

Νεο­κλασσικό ὕφος μέ διακοσμητικά ἀκροκέραμα καί ρόδακες στό καμπαναριό τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὄψιμη ἔκφραση τοῦ νεοκλασσικισμοῦ τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος υἱοθετεῖται ὡς ἀρχιτεκτονικό καί διακοσμητικό ὕφος ἀπό τήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. (Φωτογραφία τοῦ 2006).

Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς Ἀναγέννησης τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τόν 18ο αἰῶνα εἶναι ἡ ἀκμή τῆς λαϊκῆς τέχνης. Πρόκειται γιά αὐθόρμητη ἔκφραση πού ἐμ­πνέ­εται καί υἱοθετεῖ στοιχεῖα ἀπό ἕναν εὐρύτατο χῶρο, ἐνῶ συνεχίζει παραδόσεις αἰώνων.  Ἰδιαίτερος καί ἐνδιαφέρον κλᾶδος τῆς λαϊκῆς τέχνης ἦταν ἡ ἀργυ­ρο­χοΐα πού ἄκμασε καί στή Θράκη. Στήν εἰκόνα ἡ χαρακτηριστική "κορώνα", ἡ ζώνη τῆς φορεσιᾶς τοῦ Σουφλίου πού ὀνομάσθηκε ἔτσι ἀπό τό σχῆμα κορώνας πού θυμίζει ἡ πόρπη. Ἀποτελοῦσε δῶρο τοῦ γαμπροῦ πρός τή νύφη καί κα­τά κανόνα εἰκόνιζε στό ἄνω τμῆ­μα της δύο ζευγαρωμένα πουλιά ἤ τόν δικέφαλο ἀετό. Κατασκευα­ζόταν ἀπό τούς χρυσικούς τοῦ Σουφλίου ἀπό χαλκό μέ σμάλτο στά βαθου­λώματά της, σύμφωνα μέ τήν ἀνά­λογη πρακτική τῶν βυζαντινῶν ἀργυροχόων.

Ἀσημένια ἐπιχρυ­σω­μένη πόρπη κατασκευασμένη στήν  Ἤπειρο. Διακοσμητικό θέμα εἶναι ὁ δικἐφαλος ἀετός, σύμβολο τῆς συνέχειας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας καί ὑπόσχεση ἀναγέννησης, ἀλλά καί ὑπενθὐμιση τῆς βυζαντινῆς μας καταγωγῆς. (Δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα).

 
Οἱ ἀπαρχές τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ τοποθετοῦνται τόν 13ο αἰῶνα στούς χώρους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας σέ ἐξορία στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ἡ κατάκτηση καί ὁ διαμοιρασμός τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ κρίση πού συγκλονίζει τούς διανοούμενους τῆς Νίκαιας. Τό ζήτημα τῆς ταυτότητας καί ἡ πολιτιστική ἰδιαιτερότητα τίθενται μέ ἐνάργεια: οἱ βυζαντινοί εἶναι πλέον ἀναγκασμένοι νά ξεκαθαρίσουν τή σχέση τους μέ τόν Ἑλληνισμό. Ἡ ἐποχή ἐκείνη εἶναι μία περίοδος δοκιμασίας κατά τήν ὁποία ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, μεγάλη χριστιανική δύναμη τῆς Ἀνατολῆς, βρίσκεται ὑπό συνεχῆ πίεση ἀπό Δύση καί Ἀνατολή καί σέ μόνιμο ἀγῶνα γιά τήν ὕπαρξή της. Ἡ δεύτερη Βυζαντινή Ἀναγέννηση δέν θά μπορέσει νά ὁλοκληρωθεῖ. Οἱ Τοῦρκοι, νέος καί πολεμικός λαός, πού ξεκίνησε ἀπό τή στέππα σέ μία κατακτητική πορεία πρός τή Δύση, ἐγκαθίστανται στήν καρδιά τῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν καταλύουν.
Τούς πρώτους τρομερούς αἰῶνες μετά τήν τουρκική κατάκτηση ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξη τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Τόν 17ο αἰῶνα ἐμφανίζονται συνθῆκες οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τῆς μεταποίησης στίς κοινότητες καί τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἡ κατακτητική ὁρμή τῶν Τούρκων ἔχει φθάσει στά ὁριά της. Ἡ πανίσχυρη Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἀναγκάζεται νά χαλαρώσει τήν ἐξοντωτική πολιτική της πρός τούς χριστιανούς ὑπόδουλους, ἀφοῦ κατανοεῖ ὅτι ἡ συνεργασία τους εἶναι ἀπαραίτητη. Τόν 18ο αἰῶνα οἱ ρωμαίικες κοινότητες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀκμάζουν καί δημιουργοῦν τήν πραγματικότητα πού ὀνομάζουμε καθ ἡμᾶς Ἀνατολή. Εἶναι μία πραγματικότητα, στήν ὁποία οἱ Ρωμηοί διαθέτουν οἰκονομική δύναμη δυσανάλογη πρός τούς ἀριθμούς τους καί στήν ὁποία γίνονται οἰκονομικά καί πολιτιστικά κυρίαρχοι, παρά τό ὅτι εἶναι πολιτικά ὑποταγμένοι. Ὁ 19ος αἰῶνας ἀποτελεῖ μία ἐποχή μεγάλης ἀνόδου καί ἀκμῆς τῆς Θράκης εἰδικότερα καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικότερα. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις πού ἀποσκοποῦν στόν ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπιτρέπουν στίς χριστιανικές κοινότητες πρόσθετα πλεονεκτήματα. Ἀναδύονται καί πάλι οἱ μακραίωνες παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων καί προφυλάσσονται οἱ ἰδιαιτερότητές τους, ὥστε οἱ ἴδιοι νά βοηθοῦνται νά κατανοοῦν Δύση καί Ἀνατολή μέ τρόπο πού τούς ἐπιτρέπει νά τίς διαφυλάσσουν. Οἱ  Ἕλληνες τῆς καθ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ἐπιτυγχάνουν μορφές ἀστικοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ χωρίς νά χάσουν τά πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους. Αὐτά συνεχίζουν νά στηρίζονται στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τόν κοινοτισμό, τήν παιδεία, τό ἐμπόριο καί τήν οἰκονομία. Αὐτό εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό καί ἐξόχως ἐπίκαιρο, μέ τήν ἔννοια ὅτι καί σήμερα ἀντιμετωπίζουμε καί πάλι, -ὅπως συνεχῶς τό ἀντιμετωπίζουμε-, τό πρόβλημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί τῆς προσαρμογῆς στόν σύγχρονο κόσμο. Αὐτό εἶναι ἕνα πρόβλημα ὄχι μόνο οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς καί πολιτικῆς μορφῆς, ἀλλά, κυρίως, ἕνα πρόβλημα πολιτισμικῆς τάξης.
Ἡ Θράκη κρατᾶ κεντρική θέση στήν πραγματικότητα πού δημιουργήθηκε καί πού ὀνομάσαμε καθἡμᾶς Ἀνατολή, ὡς συστατικός χῶρος, κλειδί τῆς πολιτισμικῆς καί οἰκονομικῆς συνέχειας τῶν τριῶν θαλασσῶν, γύρω ἀπό τίς ὁποῖες συγκροτεῖται ὁ ἑλληνικός κόσμος: τοῦ Αἰγαίου, τῆς Προποντίδας καί τοῦ Εὔξεινου Πόντου.
Ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἀποτελεῖ τήν ἱστορική προϋπόθεση γιά τή δημιουργία τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου συγκροτεῖ καί τήν κεντρική ἰδεολογία: τό Νέο Ἑλληνικό Κράτος δέν εἶναι παρά ἡ ἀρχή τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν χριστιανῶν ὑποδούλων καί τῆς ἀνασύστασης τῆς Ρωμανίας μέ κέντρο πάντα τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ Μεγάλη Ἰδέα γεννήθηκε στήν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ τή μοιραία αὐγή τῆς 29ης Μαΐου τοῦ 1453 μαζί μέ τήν ἔνδοξη πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Κάτω ἀπό τόν ἀλυτρωτικό καί οἰκουμενικό χαρακτῆρα της ἡ Μεγάλη Ἰδέα εἶναι ἰδεολογία πολιτισμική. Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση ξεσπᾶ ὡς συγκερασμός τοῦ Διαφωτισμοῦ καί τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Ὡστόσο, τό ἀποτέλεσμά της στήν πρώτη φάση της δέν ἀντιστοιχεῖ σέ αὐτό πού εἶχε ὁραματισθεῖ ἡ ἰδεολογία. Τό ἀδύναμο καί περιορισμένο ἑλληνικό κράτος εἶναι ἐξαρτημένο πολιτικά καί οἰκονομικά ἀπό τούς Δυτικούς, οἱ ὁποῖοι βοήθησαν τή δημιουργία του, ἀλλά καί σχεδίασαν τά ὅρια καί τή μορφή του μέ τρόπο πού νά ἐξυπηρετεῖ τίς ἐπιδιώξεις τους. Γιά τούς δυτικούς Εὐρωπαίους τό ἑλληνικό κράτος εἶναι ἕνα προγεφύρωμα, ἀλλά καί βασίλειο πρότυπο τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ στήν Ἀνατολή καί ἀποτελεῖ τήν πραγμάτωση τῆς φαντασιακῆς καί ρομαντικῆς ἀντίληψής τους γιά τήν ἀναβίωση τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας˙ σέ συμφωνία πάντα μέ τήν ἀντίληψη τῆς ἀρχαιότητας πού καθιέρωσαν οἱ εὐρωπαῖοι κλασσικιστές καί ὁ νεοκλασσικισμός. Μέ τήν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἐπιταχύνεται ἡ πολιτισμική διαδικασία ἡ ὁποία θά ὁδηγήσει στήν ἀντιστροφή τῆς στάσης τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἀπέναντι στή Δύση: ἀπό τό ἀντιλατινικό φρόνημα τοῦ 13ου καί 14ου αἰώνα, ὅταν οἱ λαϊκές μᾶζες ἀπέρριψαν κάθε ἰδέα συνδιαλλαγῆς μέ τή Δύση, φτάνουμε στήν ἀνάδειξη τῆς Δύσης ὡς πρότυπου καί στόχου μίμησης. Παύει ἔτσι ἡ ρωμαίικη Ἀνατολή νά ἀποτελεῖ πολιτισμική πρόταση ἐναλλακτική πρός τή Δύση.
Οἱ  Ἕλληνες δημιουργοῦν τό ἐθνικό τους κράτος στό ἱστορικό τους κέντρο, τό ὁποῖο ὅμως παρέμεινε περιφερειακή περιοχή γιά πολλούς αἰῶνες. Περιφερειακή περιοχή, γιατί τό κέντρο βάρους τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετατίθεται ἀμέσως μετά τήν κλασσική ἐποχή καί τή μεγάλη ἑλληνική ἐξόρμηση πρός τήν Ἀνατολή καί σταθεροποιεῖται γιά δεκαέξι αἰῶνες στήν Κωνσταντινούπολη. Τό κέντρο βάρους τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετατίθεται καί πάλι τόν 19ο αἰῶνα πρός τή νότιο Βαλκανική, ἄν καί ἡ Κωνσταντινούπολη συνεχίζει νά ἑνώνει τίς τρεῖς θάλασσες γύρω ἀπό τίς ὁποῖες εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἕνας εὐρύς ἑλληνικός κόσμος. Τό Ἑλληνικό Βασίλειο στρέφεται, ὅπως εἴπαμε, πρός τή Δύση.
Ὡστόσο, στήν εὐρύτερη καί μεγάλη Ἀνατολή, ὁ ἀνατολικός Ἑλληνισμός, ὑποταγμένος, ἀλλά μέ πολιτισμική αὐτοτέλεια, κοινωνική συνοχή καί μεγάλη οἰκονομική ἰσχύ, εἶχε ἐπιτύχει μιά ἄλλη μορφή ἐκσυγχρονισμοῦ. Παρά τόν ἀστικό ἐκσυγχρονισμό τους οἱ  Ἕλληνες τῆς Ἀνατολῆς, διαφύλαξαν τή βυζαντινή παράδοση. Θά μπορούσαμε λοιπόν νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μία διαφορετική ἰδεολογική ἀντίληψη πού διακρίνει τούς ἀνατολικούς  Ἕλληνες ἀπό τούς  Ἕλληνες τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου