Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2011

Εἰσαγωγή


Τμήματα τῶν συνοικιῶν Ἀκα­θίστου Ὕμνου καί Μητροπόλεως σέ φωτογραφία τοῦ 1898. Δεσπόζει δεξιά ἄνω ἡ μονή τῶν Παμμε­γίστων Τα­ξι­αρχῶν. Στό μπροστινό τμῆμα τῆς φωτο­γρα­φίας ἡ παλιά κοίτη τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου, ὅπου σήμερα τό παζάρι, μέ μία ἀπό τίς τότε ξύλινες γέφυρες πού ἕνωναν τήν πόλη μέ τό νησί Καναρᾶ. Πάνω ἀπό τή γέφυρα δεξιά στόν ἐλεύ­θερο περιφραγμένο χῶρο θά ἀνεγερθεῖ τό 1910 τό κινημα­το­θέατρο "Ἠλύσια". Ἀμέσως πίσω διακρίνεται τό κτή­ριο τῆς σημε­ρινῆς Πινακοθήκης τοῦ Δήμου Ξάνθης καί δίπλα τμῆμα τοῦ τότε θεάτρου "Ἀπόλ­λων". Πιό πίσω τό Μητροπολιτικό Μέγαρο. Στό κέν­τρο τῆς φωτο­γραφίας δια­κρίνεται μέ εὐκρίνεια ἡ ἐκκλησία τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου. Διακρίνονται ἐπίσης τμήματα ἀπό τά ἀρχοντικά τῆς ὁδοῦ Ἀντίκα, ὅπως καί μεγάλα κτίσματα στήν ὁδό Ὀρφέως τά ὁποῖα δέν ὑπάρχουν σήμερα. Ἡ εἰκόνα ἀποτελεῖ τμῆμα φωτο­γρα­φίας πού μᾶλλον εἶναι ἡ παλιότερη σωζόμενη φωτογραφία γενικῆς ἀπεικόνισης τῆς Ξάνθης.




. Φωτογράφηση ἀργά τό ἀπόγευμα τοῦ ὄρους Γέρακα ἀπό τή νότια ὄχθη τῆς λιμνοθάλασσας Βιστονίδας. Διακρίνεται ἀμυ­δρά ὡς λευκή γραμμή ἡ πόλη τῆς Ξάνθης. Χαρακτηριστική εἶναι ἡ πυραμιδοειδής ὄψη τοῦ Γέρακα πού δεσπόζει στήν πόλη καί στήν πρός Νότο πεδιάδα. Ἀνατολικά τοῦ Γέρακα διακρίνεται ἡ κοιλάδα ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στή Βόρεια Θράκη. 



Ἀπογευματινή φωτογρά­φηση τοῦ Παπίκιου ὄρους ἀπό τό ίδιο σημεῖο πού ἔχει ληφθεῖ ἡ προ­ηγούμενη φωτογραφία. Τό Παπί­κιο ὄρος βρίσκεται περί τά ἑξήντα χιλιόμετρα ἀνατολικά τῆς Ξάν­θης καί ὑπῆρξε βυζαντινό μοναστικό κέντρο κατά τά πρότυπα τῶν μοναστικῶν κοινοτήτων. Ἄκμασε ἀπό τόν 11ο αἰῶνα παράλληλα μέ τό Ἅγιον Ὄρος καί τό ὄρος Γάνος τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης πάνω ἀπό τή Ραιδεστό. Ἡ ἵδρυση τῶν μονῶν τῆς Ξάνθης ἴσως ἔχει κάποια σχέση μέ τή γειτνίαση τῆς πόλης πρός τό Παπίκιο ὄρος. 


Τό νοτιοδυτικό τμῆμα τῆς Ξάν­θης τό 1902. Εἰκονίζεται ἡ σαφῶς ὀχυρωματική μορφή τοῦ οἰκισμοῦ μέ τίς συστάδες τῶν σπιτιῶν παρά τόν ποταμό Κόσσινθο, τοῦ ὁποίου ἡ δεύτερη κοίτη, ἀποξη­ραμένη σήμερα, περιβάλλει τήν πόλη καί σχη­ματίζει τό μικρό νησί Καναρά. Τό νησί συνδέεται μέ τήν πόλη μέ γέφυρα, στόν χῶρο παρά τήν ὁποία εὑρίσκεται σήμερα ἡ πλατεῖα Ἐμπορίου, ὅπου καί λαμβάνει χώρα κάθε Σάββατο τό γραφικό Παζάρι. Στή φωτο­γραφία εἰκονί­ζονται οἱ συνοι­κίες Καβάκι καί Μητροπόλεως καί στόν ὁρίζοντα οἱ νεότερες συνοικίες τοῦ Ἁγίου Βλασίου καί τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Στό βάθος δεξιά ἡ συνοικία Σοῦννε, ἐνῶ ἀριστερά διακρίνεται ἀμυδρά ἡ βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ. Διακρίνεται ἐπί­σης στό κέντρο ἡ σημερινή περιοχή τῆς Κεντρικῆς Πλατείας. 


Τό βορειοδυτικό τμῆμα τῆς Ξάνθης τό 1902. Εἰκονίζονται τμήματα τῶν συνοικιῶν Καβα­κίου καί Μητροπόλεως, ἡ συνοικία Ἀκαθίστου Ὕμνου μέ τήν ὁμώνυμη ἐκκλη­σία καί ἡ συνοικία Ἀχριάν. Ἀριστερά στή μέση εἰκονίζεται τό νεόκτιστο τότε Μητροπο­λι­τικό Μέγαρο μέ τά παρακεί­μενα σχο­λεῖα. Στό κέντρο τῆς φωτογραφίας διακρίνεται συγκρότημα οἰκο­δομῶν πού περιλαμβάνει χάνι, τό ὁποῖο εἰκάζεται ὅτι κτίσθηκε σέ βάσεις ἀμυντικοῦ ὀχυροῦ. Δεξιά τό μουσουλ­μα­νικό νεκροταφεῖο τῆς συνοικίας Ἀχριάν. Ἡ πλαγιά μπροστά καταλήγει στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου. Εἶναι ἐμφανής ἡ ἀμφιθεατρική διάταξη τῶν κατοικιῶν καί ἡ ὀχυρωματική μορφή στούς παράπλευρους τοίχους τῶν κατοικιῶν στά ὅρια τοῦ οἰκισμοῦ.





Ἡ πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι παλαιότατη. Ἡ ἵδρυσή της ἴσως ἀνάγεται στήν κλασσική ἀρχαιότητα, ἄν καί οἱ λίγες μαρτυρίες ἀπό τίς ἀρχαῖες πηγές, –μέ σημαντικότερη αὐτή τοῦ Στράβωνα–, δέν ἔχουν ἐπιβεβαιωθεῖ ἀπό εὑρήματα. Ἀμφίβολη καί ἀμφιλεγόμενη εἶναι ἡ ταύτιση τῆς σημερινῆς πόλης μέ ἀρχαῖο οἰκισμό.
Ἡ βυζαντινή Ξάνθεια ἀναφέρεται στίς πηγές καί παίζει κάποιο ρόλο κατά τούς ταραγμένους χρόνους τοῦ 13ου καί 14ου αἰῶνα[i]. Ὅ,τι ὅμως διασώζεται ἀπό τήν Ξάνθεια περιορίζεται στά ἐρείπια τοῦ κάστρου, στά θεμέλια καί σέ τμήματα τῶν ἐκκλησιῶν, ὅπως στήν ἐκκλησία τῶν Ταξιαρχῶν Καβακίου καί στό καθολικό τῆς Μονῆς τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν. Αὐτό πού ὅμως συνδέει τή σημερινή Ξάνθη μέ τή βυζαντινή Ξάνθεια εἶναι ἡ μορφή τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ διάταξη μᾶλλον διατηρεῖται σήμερα, παρά τίς ἀλλεπάλληλες ἀνοικοδομήσεις. Ἀλλά καί ἡ διάταξη τῶν μονῶν πέριξ τοῦ οἰκισμοῦ ἀνάγεται στήν ἵδρυσή τους κατά τή μεσοβυζαντινή ἐποχή καί ἀποτελεῖ τυπική περίπτωση καθαγίασης τοῦ χώρου, ὅπως θά ἀναλυθεῖ στή συνέχεια.
Μέ τήν ἐμφάνιση τῶν Τούρκων καί τήν κατάληψη τῆς πόλης περί τό 1373, πλήθη Γιουρούκων καί Κονιάρηδων Τουρκομάνων, πού πλαισιώνονται καί συνοδεύονται ἀπό Ἀχῆδες καί Μπεχτασῆδες, ἐγκαθίστανται στήν εὔφορη πεδιάδα τῆς Ξάνθης, ἡ ὁποία, ἐκτός ἀπό τήν ἀκτή, σχεδόν ἐκτουρκίζεται. Τόν ἐκτουρκισμό τῆς πεδιάδας ἀκολούθησε ὁ ἐξισλαμισμός τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς τόν 17ο αἰῶνα. Οἱ νεοφερμένοι Ὀθωμανοί Τοῦρκοι δημιουργοῦν ἕνα νέο διοικητικό καί θρησκευτικό κέντρο μέσα στήν εὔφορη πεδιάδα: τή Γενισέα Καρά Σοῦ. Ὡστόσο, γιά λόγους πού δέν ἔχουν ἀκόμη διευκρινισθεῖ, ἡ Ξάνθη δέν παρακμάζει, ὅπως τό γειτονικό Περιθεώριο καί παραμένει μόνιμα στά χέρια τῶν Ρωμηῶν καί πιθανόν νά παίζει κάποιο ἐμπορικό ρόλο βασισμένη στήν πλούσια περιφέρειά της, ἐνῶ ἡ Γενισέα γίνεται τό διοικητικό, θρησκευτικό καί οἰκονομικό κέντρο τῆς περιοχῆς. Μποροῦμε, λοιπόν, νά μιλήσουμε γιά τό ἰδιότυπο δίπολο Ξάνθης καί Γενισέας.
Στήν ἴδια τήν πόλη οἱ νεοφερμένοι μουσουλμάνοι κατακτητές ἐγκαθίστανται περιφερειακά, ἐνῶ ὁ ἀριθμός τους παραμένει μικρός, τουλάχιστον μέχρι τά τέλη τοῦ 17ου αἰώνα, γιά νά φτάσει νά ἀποτελεῖ τό μισό τοῦ πληθυσμοῦ στό τέλος τοῦ 19ου αἰώνα.
Ὁ οἰκισμός πού σήμερα χαρακτηρίζουμε ὡς Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι κτισμένος μετά τό 1829˙ χρονιά κατά τήν ὁποία μεγάλοι σεισμοί, πού τούς ἀκολούθησε πυρκαγιά, φαίνεται ὅτι κατέστρεψαν ὁλοσχερῶς τόν προηγούμενο οἰκισμό. Ἡ Παλιά Πόλη, –ὅπως καί ὁ προηγούμενος τοῦ 1829 οἰκισμός–, εἶναι κτισμένη στή θέση τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας. Ὁ σεισμός σχεδόν ἀπάλειψε τά ἴχνη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας. Ἡ πόλη ὀφείλει τήν ἀνοικοδόμησή της καί τήν ἀκμή της, κατά τό τελευταῖο τρίτο τοῦ 19ου αἰώνα, στόν πλοῦτο πού προσπορίζει ἡ καλλιέργεια, ἡ κατεργασία καί τό ἐμπόριο τοῦ καπνοῦ, ἀλλά καί στήν προνομιακή της θέση πάνω σέ σημαντικούς ἐμπορικούς δρόμους. Ἡ θέση αὐτή βρίσκεται στή φυσική ἀπόληξη τῶν ὀρεινῶν δρόμων ἀπό τή Ροδόπη πρός τή θάλασσα καί ἐποπτεύει τή νότια τῆς Ροδόπης εὔφορη πεδιάδα, πηγή πλούσιας παραγωγῆς, πού στηρίζει, ἐκτός ἀπό τήν πόλη, καί πλῆθος χωριῶν. Ἡ σπουδαιότητα τῆς θέσης τῆς Ξάνθης ἐνισχύεται ἀπό τή διέλευση τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ. Ἡ ὕπαρξη ἀριθμοῦ φρουρίων στήν ἄμεση περιφέρεια τῆς πόλης εἶναι χαρακτηριστική. Ὑπάρχουν γύρω ἀπό τήν πόλη τά ἐρείπια τεσσάρων τουλάχιστον φρουρίων, πού τά τρία ἀπό αὐτά χρονολογοῦνται μᾶλλον στήν ἀρχαιότητα. Μετά τό 1870 ἡ Γενισέα παρακμάζει καί ἡ Ξάνθη ἀναδεικνύεται πλέον καί σέ διοικητικό κέντρο, ἀφοῦ ἡ ὀθωμανική διοίκηση μεταφέρεται ἀπό τή Γενισέα στήν Ξάνθη. Ἕνα κοινωνικοθρησκευτικό κέντρο (κουλλιγιέ)[ii] ἀνεγείρεται ἀπό τήν ὀθωμανική διοίκηση στίς παρυφές τῆς τότε πόλης σύμφωνα μέ τήν πολεοδομική πρακτική τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων.
Κτίτορες τῆς Παλιᾶς Πόλης τῆς Ξάνθης εἶναι ἡ τοπική Ἐκκλησία καί ἡ ρωμαίικη Κοινότητα. Ἡ Κοινότητα διοικεῖται ἀπό τή Δημογεροντία πού εἶχε ἐφαρμόσει, ὅπως σέ ὅλη τήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, μιά ἐπιτυχῆ μορφή αὐτοδιοίκησης. Κεφαλή τῆς ἐκλεγμένης Δημογεροντίας, εἶναι ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης, ὁ ὁποῖος καί προεδρεύει, ἀλλά καί εἶναι ὑπόλογος ἀπέναντι στήν ὀθωμανική διοίκηση. Ἡ ἀνοικοδόμηση ἀρχίζει μέ τή δεκαετία τοῦ 1830, ἀμέσως μετά τήν καταστροφή ἀπό τούς σεισμούς, καί συνεχίζεται ἀδιάλειπτα μέχρι τούς Βαλκανικούς Πολέμους. Ἡ πόλη ἀνοικοδομεῖται μέ πυρήνα τά θεμέλια τῶν ἐκκλησιῶν, πού μᾶλλον ὑπῆρχαν ἀπό τήν ἐποχή τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας, καί μέ γνώμονα τίς νεοελληνικές κοινοτικές ἀντιλήψεις. Ὑπάρχει πλήρης ἐθνοθρησκευτικός διαχωρισμός στήν πόλη καί οἱ χριστιανικές συνοικίες οἰκοδομοῦνται πέριξ τῶν ἐκκλησιῶν, οἱ ὁποῖες ἀποτελοῦν καί τούς πόλους τοῦ οἰκιστικοῦ ἱστοῦ[iii]. Οἱ συνοικίες παραμένουν στά ὅρια πού ἔχουν καθιερωθεῖ ἐπί αἰῶνες. Τήν προσπάθεια ἀνοικοδόμησης ἐμψυχώνει ὁ Μητροπολίτης Εὐγένιος καί χρηματοδοτεῖ ἡ ρωμαίικη κοινότητα, βασισμένη στήν οἰκονομική ἰσχύ πού τῆς παρέχει ἡ καλλιέργεια καί ἡ ἐμπορία τοῦ καπνοῦ. Τό ἐμπόριο τοῦ καπνοῦ, πού ἔλεγχαν οἱ Τοῦρκοι μπέηδες, περνάει στήν ἀρχή τοῦ 19ου αἰώνα στά χέρια τῶν Ἑλλήνων ἐμπόρων. 
Ἡ ἀνοικοδόμηση λαμβάνει χώρα σέ μία ἐποχή ἀναγέννησης τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ καί μεγάλης ἀκμῆς του γενικότερα καί στή Θράκη εἰδικότερα. Ἀλλά καί οἱ πολιτικές συνθῆκες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπιτρέπουν στή ρωμαίικη κοινότητα νά δραστηριοποιηθεῖ, νά χρησιμοποιήσει τήν οἰκονομική καί κοινωνική της δύναμη καί νά δράσει συλλογικά. Πρόκειται γιά μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ ἀνάγκη ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας συμπίπτει μέ τίς κοινωνικές καί οἰκονομικές ἐπιδιώξεις τῶν ρωμαίικων πληθυσμῶν. Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῆς Αὐτοκρατορίας προϋποθέτει διαδικασίες ἐκδυτικισμοῦ τίς ὁποῖες υἱοθετοῦν μέ ἐπιτυχία οἱ ἑλληνικές κοινότητες, πρᾶγμα πού τούς δίνει οἰκονομικά καί κοινωνικά πλεονεκτήματα.
Ἡ ἀκμή τῆς πόλης κατά τόν 19ο αἰῶνα ὀφείλεται καί συμπίπτει λοιπόν μέ τήν ἀποκορύφωση τῆς ἀναγέννησης τοῦ ὑπόδουλου Ἑλληνισμοῦ μετά τόν 18ο αἰῶνα, ὅταν οἱ ρωμαίικες κοινότητες ἀνέρχονται καί γίνονται σημαντικό τμῆμα τῆς νεοπαγοῦς ἀστικῆς τάξης τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Δημιουργεῖται τότε μία κατάσταση ὅπου, παρά τήν πολιτική ὑποταγή τους, οἱ ρωμαίικες κοινότητες ἀπολαμβάνουν σχετικές ἐλευθερίες καί ἀποκτοῦν σημαντικά πλεονεκτήματα καί οἰκονομική δύναμη.
Ἡ πόλη ἀνοικοδομεῖται ἀπό μετακινούμενες ἐποχικά ὁμάδες Ἠπειρωτῶν, Μακεδόνων καί Θρακῶν οἰκοδόμων ὡς ἕνα ἀρχιτεκτονικό ὑβρίδιο τῆς λαϊκῆς μακεδονικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, τῆς "ἀρχοντικῆς" ἀρχιτεκτονικῆς τοῦ ἑλλαδικοῦ χώρου καί τῆς ἐκλεκτικιστικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, ἡ ὁποία μεταφέρεται ἐκεῖ ἀπό τά μεγάλα ἀστικά κέντρα τῆς κεντρικῆς Εὐρώπης καί τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Ξάνθη ἀνήκει στόν χῶρο τόν ὁποῖο χαρακτηρίζουμε ὡς καθ ἡμᾶς Ἀνατολή, δηλαδή στήν περιοχή αὐτή τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς πού κατοικεῖται καί ἀπό ἑλληνικούς πληθυσμούς, καί πού ἀποτελεῖ κατά παράδοση χῶρο τῆς ἐξάπλωσης τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι διαμορφώνουν καί καθορίζουν, ὥς ἕνα βαθμό, τόν χαρακτῆρα του. Ὁ χῶρος αὐτός ταυτίζεται συμβατικά μέ τόν χῶρο τῆς οἰκουμενικῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας κατά τήν ὕστερη φάση της. Ὁ χῶρος αὐτός εἶναι χῶρος γεωγραφικός, ἱστορικός καί πολιτισμικός.
Κατά τό δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα ἡ πόλη ἐπεκτείνεται ραγδαία ἔξω ἀπό τά ὅρια πού ἴσχυαν γιά μακραίωνο χρονικό διάστημα. Νέες συνοικίες δημιουργοῦνται πρός Νότο καί μία εὐρεία βιομηχανική καί βιοτεχνική περιοχή ἀνεγείρεται στίς παρυφές τῆς πεδιάδας. Ἡ βιομηχανική περιοχή περιλαμβάνει ἀποκλειστικά κτήρια κατεργασίας τοῦ καπνοῦ καί εἶναι σαφῶς διαχωρισμένη ἀπό τίς περιοχές κατοικίας. Ἡ πόλη γίνεται ἕνα οἰκονομικό, ἐμπορικό, βιοτεχνικό καί βιομηχανικό κέντρο.
Σημαντικό χαρακτηριστικό τῆς ἀνθρωπολογίας τῆς πόλης εἶναι ἡ πολυμορφία καί ἡ κινητικότητα τῶν πληθυσμῶν της. Στήν Ξάνθη ἐγκαθίστανται κατά περιόδους πληθυσμοί ἀπό τή Βόρεια Θράκη, τή Χαλκιδική, τήν Ἤπειρο καί τή Μακεδονία, ὅπως καί Μουσουλμάνοι πρόσφυγες ἀπό τά Βαλκάνια κατά τόν Ρωσοτουρκικό Πόλεμο τό 18771878. Ἀργότερα ἐγκαθίστανται στήν πόλη Κρητικοί καί μετά τό 1922 ἐγκαθίστανται μαζικά πρόσφυγες τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης, τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Πόντου καί, τέλος, πληθυσμοί ποντιακῆς καταγωγῆς ἀπό τήν πρώην Σοβιετική  Ἕνωση, τελευταῖοι αὐτοί φυγᾶδες τῆς πάλαι ποτέ ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς. Οἱ πρόσφυγες τοῦ 1922 ὑπερδιπλασιάζουν τόν πληθυσμό τῆς πόλης. Ἡ Ξάνθη εἶναι ἕνα ἀπό τά καταφύγια τῶν προσφύγων τῆς πάλαι ποτέ ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς. Σήμερα ἡ περιφέρεια τῆς Ξάνθης κατοικεῖται ἀπό πολυμορφία ἐθνοτικῶν ὁμάδων. Βόρεια κατοικοῦν οἱ ὀρεσίβιοι Πομάκοι καί νότια στήν πεδιάδα ἀναμειγνύονται τουρκογενεῖς μουσουλμάνοι μέ Ρωμηούς, γηγενεῖς ἤ πρόσφυγες τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς.
Ἡ πολυμορφία τῶν ἐθνοτικῶν ὁμάδων ἀντανακλᾶται καί στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ὅπου πρέπει νά σημειωθεῖ ἡ ἐπιτυχής συμβίωση τουρκογενῶν πληθυσμῶν καί, ἀργότερα, μουσουλμάνων Τσιγγάνων καί μουσουλμάνων Πομάκων τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς μέ τούς χριστιανικούς πληθυσμούς. Αὐτό γίνεται στά πλαίσια τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ κράτους καί ἀντιπροσωπεύει ἕνα ἐπίτευγμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, τό ὁποῖο, ὅμως, παραμένει ἄγνωστο καί δέν προβάλλεται.
Σήμερα τό τμῆμα τῆς πόλης τοῦ 19ου αἰώνα, πού ὁρίζεται στά ὅρια περίπου τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας, διατηρεῖται σέ μεγάλο βαθμό ἄθικτο καί ἀποτελεῖ τό καλύτερα σωζόμενο στόν ἑλλαδικό χῶρο δομημένο δεῖγμα τῆς κοινοτικῆς ὀργάνωσης τῶν Ἑλλήνων τῆς καθ ἡμᾶς Ἀνατολῆς. Ἡ διάσωση τῆς Παλιᾶς Πόλης τῆς Ξάνθης ὀφείλεται στή συγκυρία τῆς οἰκονομικῆς παρακμῆς τῆς πόλης κατά τήν ἐποχή τῆς ἀνεξέλεγκτης ἀνοικοδόμησης τῶν ἑλληνικῶν πόλεων τίς δεκαετίες τοῦ 1950 καί τοῦ 1960[iv].
Ἡ σύγχρονη πόλη, ἀποτελεῖ ἀνοικοδόμηση τῶν περιοχῶν πού βρίσκονται ἔξω ἀπό τά ὅρια πού περίπου καθόριζαν τή βυζαντινή Ξάνθεια καί λαμβάνει τή μορφή της σέ τρεῖς φάσεις: ἀρχικά στά τέλη τοῦ 19ου αἰώνα, στή συνέχεια μετά τήν ἔλευση τῶν προσφύγων τῆς Μικρασιατικῆς Καταστροφῆς καί, τέλος, μετά τό 1960. Ἡ σύγχρονη πόλη εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς ἐντατικῆς ἀνοικοδόμησης, πού χαρακτηρίζει τίς ἑλληνικές πόλεις μετά τή δεκαετία τοῦ 1950, καί εἶναι δομημένη μέ βάση τίς ἀντιλήψεις καί τά ἀρχιτεκτονικά καί αἰσθητικά πρότυπα τά ὁποῖα ἐπικρατοῦν σήμερα στόν ἑλλαδικό χῶρο. Πρότυπα, τά ὁποῖα χαρακτηρίζονται ἀπό ἄκρατη ἐμπορευματοποίηση τοῦ χώρου καί ὑποταγή τῶν κριτηρίων στή λειτουργικότητα τῆς ἀνάγκης.
Μέ τήν ἀνακήρυξη τῆς Παλιᾶς Πόλης ὡς διατηρητέας, τό 1976, δημιουργεῖται ἕνας διφυής χαρακτῆρας στήν πόλη μέ τή συνύπαρξη παλιοῦ καί καινούργιου. Θά πρέπει, βέβαια, νά ξεκαθαρίσουμε ὅτι αὐτό πού χαρακτηρίζουμε ὡς "παλιό" εἶναι ἡ ἱστορική πραγματικότητα τῆς καθ ἡμᾶς Ἀνατολῆς κατά τόν 19ο αἰῶνα, μιά ἐποχή σχετικά πρόσφατη, ἄν λάβουμε ὑπ ὄψη τό ἱστορικό βάθος τῆς πατρίδας μας.
Ἔτσι σήμερα, ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι γεμάτη ἀπό λαϊκότροπες βαλκανικές κατοικίες, μαγαζιά, τυπικές ρωμαίικες ἐκκλησίες τῆς τελευταίας ὀθωμανικῆς περιόδου, κονάκια κατά τήν παράδοση τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας καί τῆς Ἠπείρου, ἀλλά καί δυτικότροπα ἐκλεκτικιστικά μέγαρα πού κτίσθηκαν γιά νά ἐντυπωσιάσουν. Ἐπιβιώνει ἐκεῖ τό δομημένο περιβάλλον τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, γεμάτο μέ αὐθεντική ρωμαίικη χαρμολύπη, ὅπου ὅμως παραδόξως συμβιώνει καί ἡ κεντροευρωπαϊκή μπέλ ἐπόκ, ἐνῶ οἱ γύρω αὐθεντικοί μιναρέδες στεφανώνονται ἀπό βυζαντινά μοναστήρια.
Ἀκόμη σήμερα, ψηλά, στό εἰσέτι σωζόμενο βυζαντινό φρούριο, πού μόλις διακρίνεται, μέσα στά στενά καί ἀδιέξοδα καλντερίμια, σέ κάποια θεμέλια ἐκκλησιῶν, σέ ἀπομεινάρια ἀπό ντουβάρια μέ γεμᾶτες σκουριά πέτρες, ἤ σέ κόκκαλα πού κατά καιρούς ἀνευρίσκονται στά σκαψίματα γιά τά νέα κτήρια, πλανᾶται μυστικῶς ἡ πραγματικότητα ἑνός παρελθόντος πού φαίνεται μακρινό. Αὐτά εἶναι τά ἴχνη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας, τήν ὁποία οἱ μεγάλοι σεισμοί τοῦ 1829 καί μετά ἡ ἀνοικοδόμηση σχεδόν ἐξαφάνισαν.



[i] Ἐποχή πού χαρακτηρίζεται ἀπό τήν ἐπιβολή τῶν Δυτικῶν καί τῶν Τούρκων γιά ἐπέκταση στόν βυζαντινό χῶρο, τούς ἀνταγωνισμούς τῶν Βυζαντινῶν, τῶν Τούρκων, τῶν Σέρβων καί τῶν Βουλγάρων, ὅπως καί ἀπό τούς ἐμφύλιους δυναστικούς πολέμους τῶν Βυζαντινῶν.

[ii] Σύμφωνα μέ τήν ὀθωμανική ἀντίληψη οἱ ὑπήκοοι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας χωρίζονται μέ βάση τόν ἰσλαμικό νόμο σέ μουσουλμάνους καί μή μουσουλμάνους, σέ κύριους καί ὑποταγμένους. Ὁ διαχωρισμός αὐτός ἐπιβάλλεται μέ κανονισμούς καί στό δομημένο περιβάλλον, ὥστε πάντα νά προβάλλεται τό μουσουλμαικό στοιχεῖο.  Αὐστηρά περιοριστικά μέτρα ἐπιβάλλουν κανονισμούς καί ἀπαγορεύσεις, ὥστε τά θρησκευτικά κτήρια τῶν ὑποδούλων λαῶν νά μήν εἶναι ἐμφανῆ καί νά μήν προβάλλονται, ἀλλά καί νά μή κτίζονται καινούργια.  Ἀνάλογα, οἱ οἰκοδομές ἀνεγείρονται μέ διαφορετικά μέτρα δόμησης γιά κάθε κατηγορία πολιτῶν. Ἡ πόλη διαχωρίζεται σέ περιοχές μουσουλμάνων καί μή μουσουλμάνων μέ διαφορετικούς κανονισμούς γιά τήν ἀνέγερση τῶν κατοικιῶν καί ὀργανώνεται σέ ἑνότητες. Μιά μεγάλη διοικητική ἑνότητα εἶναι τό κουλλιγιέ πού ὑποστηρίζει τήν κοινωνικοθρησκευτική ὀργάνωση τοῦ μουσουλμανικοῦ πληθυσμοῦ καί περιλαμβάνει βασικά στοιχεῖα τῆς μουσουλμανικῆς κοινωνικῆς ζωής. Τά κουλλιγιέ συναντῶνται στίς μεγάλες ἰσλαμικές πόλεις τῆς κεντρικῆς Ἀσίας (Σαμαρκάνδη, Ἐσφαχάν), ἀλλά καί σέ εὐρωπαϊκές πόλεις τίς ὁποῖες ἀνοικοδόμησαν οἱ Ὀθωμανοί Τοῦρκοι (Προῦσα, Ἀδριανούπολη, Κωνσταντινούπολη), ἀφοῦ τίς κατέκτησαν.

[iii] Κατά εὐτυχῆ συγκυρία ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Ξάνθης λαμβάνει χώρα σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία αἴρονται οἱ αὐστηροί κανονισμοί πού ἀφοροῦσαν τά θρησκευτικά καί κοσμικά κτίσματα τῶν μή μουσουλμανικῶν πληθυσμῶν τῆς Αὐτοκρατορίας. Σύμφωνα μέ τόν ἱερό νόμο ἀπαγορευόταν ἡ ἀνέγερση νέων ἐκκλησιῶν καί μόνο κατ' ἐξαίρεση ἐπιτρεπόταν ἡ ἐπισκευή τῶν παλαιῶν πού ὑπῆρχαν πρίν τήν τουρκική κατάκτηση. Κατά τήν περίοδο τοῦ Τανζιμάτ, καί ἰδίως μετά τή δημοσίευση τοῦ Χάτι Χουμαγιούν τοῦ 1856, ἀρχίζει νά ἐπιτρέπεται ἡ ἀνέγερση νέων ἐκκλησιῶν, ἀφοῦ ὑποβληθεῖ πρῶτα σχέδιο στή διοίκηση καί ἐγκριθεῖ μέ αὐτοκρατορικό διάταγμα. Οἱ οἰκοδομές καί κατοικίες τῶν μή μουσουλμάνων, οἱ ὁποῖες βρισκόταν κάτω ἀπό αὐστηρή ἐπιτήρηση μποροῦν πλέον νά ἀνεγείρονται χωρίς τίς διακρίσεις πού ἴσχυαν ἐπί αἰῶνες. Τό ἐπιτρεπόμενο ὕψος, ὁ ἀριθμός τῶν ὀρόφων, τά χρώματα τῶν κατοικιῶν τῶν μή μουσουλμάνων δέν βρίσκονται πλέον κάτω ἀπό ἀπαγορευτικά ὅρια. Ἐνῶ ἐξακολουθοῦν νά ἰσχύουν οἱ κανόνες γιά τήν ὀργάνωση τῆς πόλης, τῶν συνοικιῶν, τόν διαχωρισμό τῶν κοινοτήτων καί τῶν χρήσεων.

[iv] Ἡ Παλιά Πόλη τῆς Ξάνθης μέ τούς ὑπερκείμενους λόφους ἀνακηρὐχθηκε ὡς τόπος πού χρειάζεται εἰδική κρατική προστασία μέ ἀπόφαση τοῦ τότε Ὑπουργοῦ Πολιτισμοῦ Κωνσταντίνου Τρυπάνη τόν Μάιο τοῦ 1976. Πρωτεργάτης τῆς ἀνακήρυξης ἦταν ὁ τότε Νομάρχης Ξάνθης Κωνσταντῖνος Θανόπουλος μέ τήν ἐπιστημονική ὑποστήριξη τοῦ τότε ἐφόρου Ἀρχαιοτήτων Κομοτηνῆς Εὐάγγελου Πεντάζου.








Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου