Δευτέρα, 4 Απριλίου 2011

Φάσεις ανοικοδόμησης


Μερική ἄποψη τῆς Παλιᾶς Πόλης, ὅπως διαμορφώθηκε κατά τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Εἰκονίζεται ἡ περιοχή Ἄνω Χαράδρας. (Φωτογραφία τοῦ 1976)


Ἡ περιοχή τῶν καπναποθηκῶν καί ἡ συνοικία Ἀσᾶ μέ τμῆμα τῆς συνοικίας Μητροπόλεως σέ φωτογραφία τοῦ 1925. Εἰκονίζεται ἡ διαμόρφωση πού ἔγινε μέχρι τό 1910.



Φωτογράφηση τοῦ 1936 μέ τίς νέες προσφυγικές συνοικίες στό βάθος
καί τήν Παλιά Πόλη μπροστά. 



Φωτογράφηση τοῦ 2005 μέ τήν Παλιά Πόλη νά περιβάλλεται ἀπό τή Νέα Πόλη ὅπως αὐτή ἀνοικοδομήθηκε μετά τό 1970


Οἱ δια­δο­χι­κές φά­σεις ἀνοι­κο­δό­μη­σης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι ἀμέ­σως ὁρα­τές στό δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον πού ἐπι­βι­ώ­νει σή­με­ρα. Κάτι ἀνάλογο δέν εἶ­ναι δυ­να­τό σή­με­ρα στίς ἑλ­λη­νι­κές πό­λεις, οἱ ὁποῖες τά τελευταῖα πενήντα χρόνια ἔχουν ἀνοικοδομηθεῖ σέ βαθμό πού τό ἱστορικό περιβάλλον ἔχει ἐξαφανισθεῖ ἤ διατηρεῖται παραμορφωμένο. Στήν Ξάν­θη δια­τη­ροῦν­ται τά ἀλ­λε­πάλ­λη­λα στρώ­μα­τα τῆς ἀνοι­κο­δό­μη­σης μετά τό 1829, ἀφοῦ ἡ πόλη σέ μεγάλη ἔκταση παρα­μένει ἄθικτη ὡς ἀπο­τέλεσμα τῆς ἀνακή­ρυξης τῆς Παλιᾶς Πόλης ὡς διατηρητέου οἰκισμοῦ τό 1976. Αὐ­τό δια­φο­ρο­ποι­εῖ τήν Ξάν­θη ἀπό τήν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πό­λε­ων τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ χώ­ρου. 
Οἱ φά­σεις ἀνοι­κο­δό­μη­σης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι λοιπόν εὔ­κο­λα δια­κρι­τές καί συνο­ψί­ζον­ται, σέ τέσ­σε­ρα στά­δια:
α) Ἀπό τό 1829 μέ­χρι πε­ρί­που τό 1860, ὅταν μέ πρω­το­βου­λία τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Εὐ­γέ­νι­ου ἀνε­γεί­ρον­ται οἱ ἐκ­κλη­σί­ες, πέ­ριξ τῶν ὁποί­ων σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται οἱ συνοι­κίες τῆς πό­λης.  Ἡ ἀνέ­γερ­ση τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν ἔγι­νε μέ βά­ση τίς κοι­νο­τι­κές καί ἐνο­ρια­κές ἀνάγ­κες πά­νω στά θε­μέ­λια τῶν γ­κρε­μι­σμέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν πού μᾶλ­λον ὑπῆρ­χαν ἀπό τήν ἐπο­χή τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ξάν­θειας.   Ὅπως ἔχει ἤδη τονισθεῖ κτίτορας εἶναι ἡ Ἑλληνορθόδοξη Κοι­νότητα. Τά μέ­σα γιά τήν προ­σπά­θεια ἀνοι­κο­δό­μη­σης φαί­νε­ται ὅτι προ­έρ­χον­ται ἀπό τό ἐμπό­ριο τοῦ κα­πνοῦ.  Ἡ ρω­μαί­ι­κη κοι­νό­τη­τα φαί­νε­ται νά ἀνα­λαμ­βά­νει τήν πρω­το­βου­λία στήν ἐμπο­ρία καί δια­κί­νη­ση τοῦ κα­πνοῦ καί νά ἀπο­σπᾶ με­ρί­διο τῆς ἀγο­ρᾶς ἀπό τούς πλού­σι­ους γαι­ο­κτή­μο­νες μπέ­η­δες. Τήν ἴδια ἐπο­χή ὁ χρι­στια­νι­κός πλη­θυ­σμός τῆς πό­λης ἐνι­σχύ­ε­ται μέ  Ἠπει­ρῶ­τες με­τα­νά­στες πού ἀσχο­λοῦν­ται μέ τό ἐμπό­ριο τοῦ κα­πνοῦ.
Τήν ἐπο­χή αὐ­τή κυ­ριαρ­χεῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἑνιαίας ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς  Ἀνα­το­λῆς, ὅπως αὐ­τή ἐκ­φρά­ζε­ται στά κο­νά­κια τῶν χρι­στια­νῶν ἐμπό­ρων καί τῶν μου­σουλ­μά­νων γαι­ο­κτη­μό­νων.  Ἡ ἀνοι­κο­δό­μη­ση κα­τά τήν ἐπο­χή αὐ­τή γί­νε­ται ἀπό μπου­λού­κια πε­ρι­πλα­νώ­με­νων Ἠπει­ρω­τῶν, Μα­κε­δό­νων ἤ Θρα­κῶν οἰκο­δό­μων, σύμ­φω­να μέ τήν ἀρ­χαία πα­ρά­δο­ση τῆς Ἀνα­το­λῆς. Πολ­λοί ἀπό τούς Ἠπει­ρῶ­τες οἰκο­δό­μους θά ἐγ­κα­τα­στα­θοῦν μό­νι­μα στήν πό­λη. Πα­ράλ­λη­λα οἱ εὐ­πο­ρό­τε­ροι κά­τοι­κοι τῆς Γε­νι­σέ­ας θά με­τα­κο­μί­σουν στήν Ξάν­θη.
Κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ Ξάνθη συνε­χίζει νά εἶναι μιά χριστιανική πόλη, στήν ὁποία οἱ χριστιανοί ἔμποροι αὐξάνουν ἐντυπωσιακά τόν πλοῦτο καί τήν κοινωνική τους θέση.
β) Ἀπό τό 1860 μέ­χρι τό 1912, ὅταν ἡ πό­λη ἐπε­κτεί­νε­ται στήν πε­δι­νή πε­ρι­ο­χή ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ξάν­θειας πρός τή ση­με­ρι­νή Κεν­τρι­κή Πλα­τεία καί συγ­κρο­τοῦν­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κή καί ἡ βι­ο­τε­χνι­κή πε­ρι­ο­χή τοῦ κα­πνοῦ, ἐνῶ δημιουργοῦνται νέες συνοικίες ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς παλιᾶς παραδοσιακῆς πόλης. Μία κο­σμο­πο­λί­τι­κη χρι­στια­νι­κή τά­ξη ἐμπό­ρων τοῦ κα­πνοῦ ἐμφανί­ζε­ται καί ἑδραιώνεται.
Τήν ἴδια ἐπο­χή ἡ πα­ρακ­μή τῆς Γε­νι­σέ­ας ὡς ἐμπο­ρι­κοῦ καί δι­οι­κη­τι­κοῦ κέν­τρου φέρνει στήν Ξάν­θη τούς μου­σουλ­μά­νους ἀξιω­μα­τού­χους καί γαι­ο­κτή­μο­νες, ἀφοῦ ἡ Ξάνθη γίνεται ἕδρα τῆς τοπικῆς περι­φε­ρειακῆς διοίκησης.  Ἡ περιοχή γύρω ἀπό τή ση­με­ρι­νή Κεν­τρι­κή Πλα­τεία εἶναι ὁ χῶ­ρος ὅπου ἐγ­κα­θί­σταν­ται οἱ δι­οι­κη­τι­κές καί κοι­νω­νι­κές ὑπη­ρε­σίες τῆς ὀθωμα­νι­κῆς ἀρ­χῆς. Διοικητικά, κοινωνικά καί θρη­σκευτικά μουσουλμανικά κτίσματα ἀνεγεί­ρονται στήν περιοχή γύρω ἀπό τή σημερινή Κεντρική Πλατεία.  Παράλληλα, στό κέντρο τῆς παλιᾶς χριστιανικῆς πόλης, περί τήν πλα­τεία Μητροπόλεως ἀνεγείρονται τά κοινοτικά σχολεῖα καί τό μέγαρο τῆς Μητρόπολης.  Ἡ κατεργασία τοῦ καπνοῦ ἀπαιτεῖ βιο­μηχα­νι­κούς χώρους, τίς καπναποθῆκες, οἱ ὁποῖες ἀνε­γείρονται δυτικά πρός τήν ἔξοδο τῆς πό­λης καί κοντά στόν σιδηροδρομικό σταθμό. Τήν ἴδια ἐποχή ἀναπτύσσονται οἱ οἰκονομικές δραστηριότητες καί δημιουρ­γεῖται τό ἐμπορικό κέντρο μέ τά δεκάδες χάνια πού ἐξυπηρετοῦσαν τούς ἐμπορικούς ἐπισκέπτες. Αὐ­τή τήν ἐπο­χή οἱ Ρω­μηοί τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἀνα­το­λῆς προ­σβλέ­πουν στα­θε­ρά πρός τή Δύ­ση καί ἀπο­τε­λοῦν τήν πρω­το­πο­ρία τοῦ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρίας.  Ἀνε­γεί­ρον­ται τό­τε κτί­σμα­τα πού υἱο­θε­τοῦν τή νε­ο­κλασ­σι­κή ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή ἡ ὁποία κυ­ριαρ­χεῖ στό  Ἑλ­λη­νι­κό Βα­σί­λειο καί τήν ἐκλε­κτι­κι­στι­κή ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή τῆς Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Στά ρεύ­μα­τα αὐ­τά ἀνή­κουν καί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπό τά ἀρ­χον­τι­κά τῶν ἐμπό­ρων τοῦ καπνοῦ. Οἱ Ἠπει­ρῶ­τες καί Θρά­κες οἰκο­δό­μοι συνε­χί­ζουν νά ἀπο­τε­λοῦν τόν κύ­ριο τε­χνι­κό συν­τε­λε­στή τῆς ἀνοι­κο­δο­μη­τι­κῆς προ­σπά­θειας.
Αὐτή εἶναι ἡ ἐποχή τῆς μεγαλύτερης κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς καί οἰκιστικῆς  ἀνάπτυξης τῆς πόλης, ἡ ὁποία γίνεται μου­σουλμανικό κέντρο μέ χριστιανική οἰκονομία καί κοσμοπολίτικο χαρακτήρα.
γ) Τήν ἐπο­χή τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου, σχη­μα­τι­κά ἀπό τό 1923 μέ­χρι τό 1940 πε­ρί­που.
Τήν ἐποχή αὐτή ἡ πόλη ἀνασυγ­­κρο­τεῖται μετά τήν ἀποξήρανση τῆς δεύτερης κοίτης τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου.  Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης καί ἡ χωρίς προ­βλή­ματα ἐνσωμάτωσή της στό ἑλληνικό κράτος.
Με­τά τή δια­κο­πή κά­θε οἰκο­δο­μι­κῆς
ἐργα­σίας κα­τά τή βάρ­βα­ρη Πρώ­τη Βουλ­γα­ρι­κή Κα­το­χή πού ἀκο­λού­θη­σε τόν Πρῶ­το Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο, ἡ ἔλευ­ση τῶν προ­σφύ­γων ἀνα­ζω­ο­γο­νεῖ τήν πό­λη. Οἱ χι­λιά­δες πρό­σφυ­γες τῆς πά­λαι πο­τέ ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀνα­το­λῆς δι­πλα­σιά­ζουν τόν πλη­θυ­σμό τῆς πό­λης καί ἀνα­τρέ­πουν τούς πλη­θυ­σμια­κούς συ­σχε­τι­σμούς στήν πό­λη καί τήν πε­ρι­φέ­ρειά της.  Ἐκτε­τα­μέ­νοι προ­σφυ­γι­κοί συνοι­κι­σμοί ἀνε­γεί­ρον­ται τό­τε, ἐνῶ στίς νέες συνοι­κίες ἡ νέα ἀνερ­χό­με­νη μι­κρο­α­στι­κή τά­ξη ἀνε­γεί­ρει οἰκο­δο­μές μέ λό­γιο ἀστι­κό χα­ρα­κτῆρα καί στοι­χεῖα παρ­μέ­να ἀπό τή δυ­τι­κή πα­ρά­δο­ση.  Ἡ αὔξηση τῆς παραγω­γῆς καπνοῦ προσφέρει καί πάλι τήν οἰκονο­μική δυνατότητα γιά ἀνοικο­δόμηση.  Ὡστόσο, ἡ κρίση τοῦ 1929 θά  πλήξει τήν παραγωγή τοῦ καπνοῦ καί θά  ἀνακόψει τήν ἀνάπτυξη τῆς πόλης, ἡ ὁποία ἤδη ἔχει ἀποκτήσει ἐκτεταμένες νέες προσφυγικές συνοικίες, μέ νέο κέντρο τῆς πόλης τή σημερινή Κεντρική Πλατεία.
δ) Πε­ρί­που ἀπό τό 1976 μέ­χρι σή­με­ρα.
Οἱ πε­ρι­πέ­τειες τῆς χώ­ρας κα­τά τή δε­κα­ετία τοῦ 1940 θά ἀφή­σουν τήν πό­λη καί τήν πε­ρι­φέ­ρειά της σέ κα­τά­στα­ση οἰκο­νο­μι­κοῦ μαρα­σμοῦ πού θά συνε­χι­σθεῖ μέ­χρι τό 1974. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ εὐ­τε­λι­σμός τῆς τι­μῆς τοῦ κα­πνοῦ θά στε­ρή­σει τήν πε­ρι­φέ­ρεια καί τήν πό­λη ἀπό τήν κύ­ρια πη­γή πλού­του. Τό 1976 μέ ἀφορ­μή τίς γνω­στές ἐξω­τε­ρι­κές ἀπει­λές λαμ­βά­νον­ται δρα­στή­ρια μέ­τρα.  Ἡ πό­λη γί­νε­ται ἕδρα τοῦ Τέ­ταρ­του Σώ­μα­τος Στρα­τοῦ. Σχο­λές τῆς Πο­λυ­τε­χνι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στή­μι­ου Θρά­κης ἱδρύ­ον­ται στήν Ξάν­θη.  Ἕ­νας νε­α­νι­κός πλη­θυ­σμός προ­στί­θε­ται.  Ἔ­κτο­τε ἡ πό­λη ἐν­τάσ­σε­ται στό κλί­μα τῆς τα­χύρ­ρυθ­μης οἰκο­νο­μι­κῆς ἀνά­πτυ­ξης πού θά με­ταλ­λά­ξει ὅλη τή χώ­ρα. Τό 1976 ἡ Πα­λιά Ξάν­θη μέ τούς πα­ρα­κεί­με­νους λό­φους ἀνα­κη­ρύσ­σε­ται ὡς δια­τη­ρη­τέα. Θά ἀπο­φύ­γει ἔτσι τή ρα­γδαία πο­λυ­κα­τοι­κι­ο­ποί­η­ση, ὅπως συμ­βαί­νει στίς συνοι­κίες τῆς νέ­ας πό­λης καί ὅπως γί­νε­ται σέ ὅλες τίς ὑπό­λοι­πες πό­λεις τῆς  Ἑλ­λά­δας.  Ἡ πόλη ἀποκτᾶ μέ τή συνύπαρξη τοῦ παλιοῦ καί νέου ἕναν διφυῆ χαρακτῆρα .
Τήν περίοδο αὐτή ἡ Ξάνθη παύει νά εἶναι καπνικό κέντρο καί παραμένει κέντρο ἀγροτικῆς παραγωγῆς, ἐνῶ ἐξελίσσεται σέ σύγχρονη ἑλληνική πόλη καί διοικητικό κέντρο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου