Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεοδομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεοδομία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Ξάνθεια: Καθαγίαση τοῦ χώρου

Ἀνά­γλυφος Σταυρός στήν ἐξω­τερικἠ ἐπιφάνεια τοῦ τρούλλου τοῦ καθο­λικοῦ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Ἀρχαγγελιώτισσας.
Φωτογράφηση τῶν παρυφῶν τῆς πόλης πρός Βορρᾶ. Εἰκονίζεται ἡ βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ μέ τά καπνομάγαζα ὅπως ἦταν τό 1920. Στόν ὁρίζοντα διακρίνονται τά τρία μοναστήρια. Ἡ ὄψη τῆς πόλης εἶναι χαρακτηρι­στική ἀπό κάθε σημεῖο τῆς πεδιάδας μέ τά μοναστήρια νά περικλείουν τήν πόλη

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Καλαμοῦς κτισμένο πιθανότατα κατά τόν 11ο αἰῶνα σέ αὐχένα πάνω ἀπό τή χαράδρα πού σχηματίζει ὁ ποτα­μός Κόσσινθος. Ἑνίοτε ὀνομάζεται καί Μεσαῖο μοναστήρι καί βρίσκεται σέ σημεῖο πού μπορεῖ νά ὁρίσει τόν Βορρά. (Ἀπό φωτογραφία τοῦ 1920).

Τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν πιθανόν ἱδρυμένο κατά τόν 9ο αἰῶνα. Σήμερα σώζεται τό καθολικό τῆς μονῆς μέ ἴχνη τοιχογραφιῶν μεσοβυζαντινῶν καί τοῦ 16ου αἰώνα. Στή φωτογραφία εἰκονίζεται τό μοναστήρι ὅπως ἦταν στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 πρίν κατα­στραφεῖ ἀπό πυρκαγιά. Τή μορφή αὐτή εἶχε δώσει στό μοναστήρι ὁ Μητροπολίτης Ἰωακείμ Σγουρός μέ τήν ἀνέγερση ξενώνα στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τή Δύση. (Φωτογραφία τοῦ 1960). 

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Ἀρχαγ­γε­λιώτισσας ἤ Παναγίας Σαμακοβιανῆς, ὅπως ἦταν κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς ἀνάγεται κατά τούς μεσοβυζαντινούς χρόνους. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τήν Ἀνατολή. (Φωτογραφία τοῦ 1935).

Ὁ μικρός μετοχιακός ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου δίπλα στό Πόρτο Λάγος καί στή στενή λωρίδα γῆς πού χωρίζει τή λιμνοθάλασσα Βιστονίδα ἀπό τό Θρακικό Πέλαγος. Ἡ σημερινή του μορφή ἀνάγεται στά πρῶτα χρόνια τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἀποτελεῖ μετόχι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. (Φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ 1980). 

Ἐπίδειξη δύναμης τῶν Βουλγάρων κατακτητῶν κατά τήν Πρώτη Βουλγαρική Κατοχή (1912-1919). Εἰκονίζεται σημεῖο νότια τῆς πόλης παρά τίς καπνα­πο­θῆκες. Στό βάθος δεσπόζει ἡ μονή τῆς Ἀρχαγγε­λιώ­τισσας.

Ἀνάγλυφος σταυρός στή νοτιοανατολική γωνία τῆς ἐκκλησίας τοῦ Τίμιου Προδρόμου. 

Φωτογραφία τῆς Κεντρικῆς Πλατείας κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Στό βάθος καί στόν ὁρίζοντα τῆς ὁδοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου εἶναι ὁρατό τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν.

Ἀνάγλυφος σταυρός στήν νοτιο­δυτική πλευρά τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Βλασίου.

Χάρτης τῆς ἄμεσης περιφέρειας τῆς Ξάνθης, ὅπου σημειώνονται οἱ θέσεις τῶν μοναστηριῶν καί τῶν κάστρων. Εἶναι ἐμφανής ἡ τοποθέτηση τῶν τεσσάρων μοναστηριῶν στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα σέ σχέση μέ παρατηρητῆ πού βρίσκεται μέσα στήν Παλιά Πόλη. (Σχεδίαση χάρτη ἀπό τόν Βασίλη Τσιούκα).



Παράσταση τῆς καθα­γία­σης τοῦ χώρου κατά τή βυζαντινή καί νεοελληνική παρά­δοση. Εἰκο­νίζονται δύο κύκλοι: ὁ ἐσωτερικός, πού παριστάνει τά ὅρια τοῦ οἰκι­σμοῦ καί ὁ ἐξωτερικός, πού καθο­ρίζει τήν εὐρύτερη περιφέρειά του. Ἀμφότεροι οἱ κύκλοι ὁρίζονται ἀπό σταυρᾶτα, ἄν καί σέ μικρούς οἰκισμούς οἱ κύκλοι ὁρίζονται μέ λιτανεία ἤ μέ περιάροση. Στόν ἐσωτερικό κύκλο ὁ οἰκισμός συγ­κροτεῖται μέ βάση σταυρική διά­ταξη δύο κύριων δρόμων μέ κατεύ­θυνση Ἀνατολή-Δύση καί Βορ­ρᾶ-Νότο. Ὁ Βορρᾶς ὁρίζεται ἀπό τόν Πολικό Ἀστέρα. Οἱ δύο δρόμοι τέμ­νονται στήν Κεντρική Πλατεῖα ὅπου καί ἐκκλησία (ὀμφαλός). Ὁ Σταυρός τῆς ἐκκλη­σίας στόν ὀμ­φα­λό προεκτείνεται νοητά, ὥστε ὁ συμβολικός χῶρος νά εἶναι τρισ­διά­στατος. (Σχέδιο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).




Στόν οἰκισμό πού προσδιορίσαμε μέ τίς παρατηρήσεις μας διακρίνεται μιά χαρακτηριστική διάταξη, ἡ ὁποία σήμερα ἴσως φαίνεται ἀσυνήθιστη καί πού ἴσως ἡ διαπίστωσή της ξενίσει: ὁ οἰκισμός αὐτός εἶναι, σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, καθαγιασμένος[i].
Ὅποιος βρίσκεται μέσα στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ἤ ὅποιος κατευθύνεται πρός τήν Ξάνθη ἀπό τήν πεδιάδα, βλέπει πάντα στόν ὁρίζοντα, πού γεμίζουν τά ὑψώματα, κάποια, ἤ ὅλα, ἀπό τά τρία μοναστήρια της. Ἡ θέα τῶν μοναστηριῶν συμπληρώνει τή γοητευτική εἰκόνα τῆς Παλιᾶς Πόλης καί στεφανώνει τά γύρω ὑψώματα, τά ὁποῖα χωρίς τά μοναστήρια θά φαινόταν σκοτεινά, ἄξενα καί ἀπειλητικά. Σήμερα, μέ τήν ἀνέγερση σύγχρονων πολυώροφων οἰκοδομῶν, τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δέν εἶναι πιά ἀμέσως ὁρατά, ὅπως ἦταν μόλις πρίν λίγες δεκαετίες. Ὡστόσο, ἡ παρουσία τῶν μοναστηριῶν στό περίγραμμα τῆς πόλης συνεχίζει καί σήμερα νά ἐντυπωσιάζει. Τόσο, πού ὁ εὐαίσθητος ἐπισκέπτης ἔχει τή βεβαιότητα πώς περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία, ἐνῶ ὁ κάτοικος τῆς πόλης ἀσυναίσθητα ἀντιλαμβάνεται τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν ὡς πηγή οἰκείωσης καί σιγουριᾶς.
Τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δίνουν στήν πόλη μία χριστιανική ταυτότητα καί ὄχι μόνο τήν πλουτίζουν μέ γραφικότητα καί χαρακτῆρα, ἀλλά μεταφέρουν καί παλαιότατες σημασίες. Βαθύ μυστήριο καλύπτει τή βυζαντινή Ξάνθεια καί τά ἴχνη της, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἐλάχιστα. Μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ἱστορία τῶν μοναστηριῶν τῆς σημερινῆς Ξάνθης, τά ὁποῖα κτίζονται καί ξανακτίζονται στίς ἴδιες βάσεις μετά ἀπό καταστροφές καί θεομηνίες. Ὡστόσο, θεωρεῖται βέβαιη τήν ἵδρυση τῶν τριῶν μοναστηριῶν κατά τούς βυζαντινούς χρόνους.
Ὁλόκληρη ἡ εὐρεία περιφέρεια τῆς πόλης καθαγιάζεται σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, μέ τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν πού ὁρίζουν νοερό Σταυρό[ii]. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πόλη καί ἡ ἄμεση περιφέρεια της προστατεύονται ἀπό τόν Σταυρό. Ὁ Σταυρός ὁρίζεται νοερά σέ σχέση μέ παρατηρητή εὑρισκόμενο μέσα στήν πόλη γιά τόν ὁποῖο κάθε μοναστήρι βρίσκεται σέ ἕνα ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Σύμφωνα μέ τίς δημώδεις ἐκφράσεις ἡ πόλη εἶναι "σταυρωμένη" καί τά μοναστήρια της εἶναι "σταυρᾶτα". Τό "σταύρωμα" σημαίνει τήν καθαγίαση ἀπό τόν Σταυρό, ἐνῶ τά "σταυρᾶτα" εἶναι τά κτίσματα καί τά σημεῖα πού φέρουν τόν Σταυρό. Πράγματι, σύμφωνα μέ προφορική λαϊκή παράδοση ἡ πόλη περικλείεται σέ νοερό Σταυρό, τά ἄκρα τοῦ ὁποίου ὁρίζονται ἀπό τά τρία μοναστήρια της καί τό μικρό ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα λίμνη. Ἡ δημώδης αὐτή παράδοση συναντᾶται ἐπίμονα ἀκόμη καί στίς μέρες μας[iii].
Βέβαια, ὅπως ἀναλύεται στή συνέχεια, ἡ καθαγίαση τῆς εὐρύτερης περιφέρειας γίνεται ἀπό σταυρᾶτα πού ὁρίζουν ἕνα νοερό σταυρό σέ ἄμεση ὀπτική συνάφεια μέ τήν πόλη. Τό τέταρτο "σταυρᾶτο", πού ἀναφέραμε –ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα–, ἀπέχει πάνω ἀπό τριάντα χιλιόμετρα ἀπό τήν πόλη καί βέβαια δέν εἶναι ὁρατό ἀπό τήν πόλη. Θά πρέπει ἴσως νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου μᾶλλον θεωρήθηκε ὡς "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης σέ κάποια μεταγενέστερη τῆς βυζαντινῆς ἐποχή, ὅταν ἐνδεχομένως τό τέταρτο μοναστήρι "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης ἔπαψε νά ὑπάρχει στή συλλογική μνήμη. Πρέπει λοιπόν νά ἀναζητήσουμε κάποιο ἄλλο μοναστήρι στήν ἄμεση περιφέρεια τῆς πόλης τό ὁποῖο θά πρέπει νά ὑπῆρχε ἐκεῖ κατά τή βυζαντινή ἐποχή. Πράγματι, σύμφωνα μέ πρόσφατες ἔρευνες, ὑπάρχουν ἀναφορές στίς πηγές γιά τή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου[iv], σέ σημεῖο μᾶλλον τό ὁποῖο βρίσκεται νότια τῆς πόλης καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ξάνθειας καί πού σήμερα ὑπάρχει ἡ ὁμώνυμη ἐκκλησία τοῦ 19ου αἰώνα. Τό σημεῖο αὐτό εἶναι κατάλληλο γιά τή χάραξη νοεροῦ σταυροῦ μαζί μέ τά τρία ὑπόλοιπα μοναστήρια.
Ὁ τρόπος λοιπόν μέ τόν ὁποῖο ἐπιλέχθηκαν οἱ τοποθεσίες τῆς ἀνέγερσης τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης, ὥστε νά ὁρίζουν τά τέσσερα ἄκρα ἑνός σταυροῦ, δέν ἐξηγεῖται μόνον ὡς τοπική παράδοση, ἀλλά κρύβει κάτι γενικότερο, τό ὁποῖο ἀποκαλύπτει τό μακραίωνο παρελθόν τῆς πόλης καί μᾶς συνδέει μέ τή βυζαντινή Ξάνθεια. Πρόκειται γιά βυζαντινό μυστικό συμβολισμό καί γιά πολεοδομική ἀντίληψη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο χαρακτηρίζει τίς βυζαντινές πόλεις, ἀλλά καί τά χωριά καί τούς οἰκισμούς τῆς πατρίδας μας κατά τή βυζαντινή καί τή νεώτερη ἐποχή.  
Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τῆς λαογράφου Ἄλκης Κυριακίδου-Νέστορος (Σημάδια τοῦ τόπου ἤ ἡ λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, στό Λαογραφικά Μελετήματα, Ὀλκός, Ἀθήνα 1975) ἡ ὀργάνωση τοῦ χώρου στούς βυζαντινούς οἰκισμούς διακρίνεται ἀπό τήν καθαγίασή του. Ὁ χῶρος καθαγιάζεται μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σέ πέτρες, σέ δένδρα, σέ προσκυνητάρια καί εἰκονοστάσια, σέ ἐξωκκλήσια, σέ ἐκκλησίες καί παρεκκλήσια, σέ μοναστήρια ἤ μέ τήν περιάροση ἤ τήν περιφορά ἱερῶν ἀντικειμένων σέ λιτανεία. Τά ἱερά ὁρόσημα, τά "σταυρᾶτα" βρίσκονται ἔτσι σέ διάταξη κυκλοτερή, σέ ὀπτική ἐπαφή μέ τόν οἰκισμό, τόν ὁποῖο περιβάλλουν καί προστατεύουν.
Ἡ προστασία ἀπό τόν Σταυρό ἐκτείνεται σέ μεγάλο φάσμα ἐκδηλώσεων. Ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα τήν προστασία ἀπό τόν Σταυρό στά κατώφλια καί στά ὑπέρθυρα τῶν κατοικιῶν μέ τόν καπνό τοῦ λευκοῦ κεριοῦ τῆς Ἀνάστασης, ὅπως καί τό "σταύρωμα" τῆς σκαλωσιᾶς τῆς ἀνεγειρόμενης οἰκοδομῆς. Ὁ ἴδιος ὁ σχεδιασμός τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συνδέεται συμβολικά μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἐνῶ ἡ εὐρύτερη περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία.
Ἡ καθαγίαση καί ἡ ἱεροποίηση τοῦ χώρου πραγματοποιοῦνται ἀπό τήν ἀπώτερη ἀρχαιότητα μέ τή συμβολική ὀργάνωση τῶν κτηρίων καί τή διαχείριση τοῦ τοπίου, μέ τρόπο πού καθιστᾶ τόν οἰκισμό κοσμολογικό κέντρο. Ὁ χῶρος ὀργανώνεται ἀπό ἕνα σύστημα συμβολισμῶν καί ἀποκτᾶ μιά σύνθετη σημειολογία. Ἡ κατοχύρωση καί ἐπιβεβαίωση τῶν ὁρίων τοῦ οἰκισμοῦ καθορίζει καί τήν ταυτότητά του. Ὁ καθαγιασμένος χῶρος ἀποτελεῖ ἕνα καταφύγιο μέσα στό χάος τοῦ βέβηλου χώρου καί ἐπιτρέπει τή σύνδεση μέ τό θεῖο. Δημιουργεῖται μία ἀντίθεση: ὁ χῶρος διαιρεῖται σέ χῶρο ἱερό καί σέ χῶρο δαιμονικό. Ὁ χῶρος τοῦ οἰκισμοῦ χαρακτηρίζεται πλέον ἀπό τίς διαβαθμίσεις τοῦ ἱεροῦ. Οἱ οἰκισμοί γίνονται κέντρα καί πηγές οἰκείωσης, ἀφοῦ συνδέονται μέ πραγματικότητες ἰδεατές ἤ ὑπερβατικές. Τό τοπίο ἀποκτᾶ συμβολικές διαστάσεις καί ἀναβαθμίσεις. Τό τοπίο ἀναδεικνύεται σέ μεταφυσικό στοιχεῖο, καθοριστικό γιά τήν ὕπαρξη τοῦ οἰκισμοῦ, πού συνδέει τόν αἰσθητό κόσμο μέ τό ἐπέκεινα. Τό τοπίο γίνεται οὐσιῶδες στοιχεῖο πολιτισμικῆς ταυτότητας. Τοπίο καί τόπος ὁλοκληρώνονται αἰσθητικά καί σημειολογικά μέ τή σημασία καί μέσω τῆς θέασης. Θέαση εἶναι ἡ ἰδιαίτερη ἐκείνη μεταφυσική στάση πού χαρακτηρίζει τούς  Ἕλληνες καί πού τονίζει τή γνωσιολογική σπουδαιότητα τῆς ὀπτικῆς ἐμπειρίας καί τῆς ὀπτικῆς ἀντίληψης. Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ πλατωνικός μῦθος τοῦ σπηλαίου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ πλήρης γνώση τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν γίνεται μέ τό βλέμμα.
Ὅσον ἀφορᾶ τή λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, θά ἀναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, ὅπως τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου καί τήν κτηριολογική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας˙ τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου τοῦ ἱεροῦ τῆς ἀρχαίας Περαχώρας τῆς Μεγαρίδας˙ τήν πολεοδομική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως τήν ὁραματίστηκε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος˙ τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό ἀρχαῖο θέατρο καί τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό μοναστικό περιβάλλον.
 Ἡ καθαγίαση καί ὁ μυστικός συμβολισμός δέν περιορίζονται στήν ἄμεση περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ, ἀλλά ἐπεκτείνονται καί στόν ἴδιο τόν οἰκισμό μέ τήν ὀργάνωση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ μέ βάση συμβολική μυστική μορφή. Στή συμβολική καθαγίαση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ πρωτεύοντα ρόλο παίζει ἡ χωροθέτηση τῶν ἱερῶν χώρων καί ὁ κοσμολογικός χαρακτηρισμός τῶν κατευθύνσεων τῶν δρόμων.
Ἔτσι ἡ φύση, περιβάλλον καί ἄνθρωπος θεωροῦνται ὡς ἑνότητα καί καθαγιάζονται. Δέν ὑπάρχει ἡ κυρίαρχη στή Δύση διάσταση πραγματικοῦ καί ὑπερβατικοῦ κόσμου.  





[i] Σέ ὅλα τά πολιτισμικά περιβάλλοντα καί τίς ἱστορικές κοινωνίες οἱ οἰκισμοί, ἀλλά καί τά μεμονομένα κτήρια, ἐντάσσονται σέ ἕνα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο καί πηγή τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἀποτελοῦν οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις. Πρόκειται γιά τόν ἱερό χῶρο καί γιά τή συμβολική μικρογραφία τοῦ σύμπαντος, ὅπου ἐξορκίζεται τό δαιμονικό καί τό κακό καί ἐξασφαλίζεται ἱερή προστασία.
 Ὁ Δυτικός πολιτισμός ἀρνεῖται μετά τήν Ἀναγέννηση τή συστηματική συμβολική αὐτή ὀργάνωση τοῦ χώρου μέ μία συνεχή διαδικασία ἀποϊεροποίησής του. Ἀποκορύφωση τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἀποτελεῖ ἡ καταστροφή τῆς σημασίας τοῦ τόπου καί ἡ δημιουργία ἑνός χώρου ὅπου εἶναι ἀδύνατη ἡ οἰκείωση.

[ii] Ἡ παλαιότερη γραπτή ἀναφορά ἔχει γίνει στό λεύκωμα τῆς Φ. Ε. Ξ. τό 1958. Οἱ προφορικές ἀναφορές μαρτυροῦνται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί εἶναι πολλές. Πρόκειται γιά ζωντανή λαϊκή παράδοση πού διασχίζει τούς αιώνες και φτάνεις στις μέρες μας.

[iii] Πρόκειται γιά συναισθηματική ἰδεατή καί ὄχι ἀντικειμενική γεωμετρία, ἀφοῦ τά σκέλη τοῦ νοεροῦ σταυροῦ δέν τέμνονται ἀπόλυτα κάθετα ἄν χαράξουμε τόν νοερό σταυρό στόν χάρτη. Ἐκεῖνο ὅμως πού σημειολογικά ἔχει σημασία εἶναι τό τί φαίνεται καί τό τί βλέπουμε.

[iv] Άναφέρεται στίς ἐρευνητικές ἐργασίες τοῦ Φωκίονα Κοτζαγεώργη καί τοῦ Γιώργου Τσιγάρα. 








Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Ξάνθεια: Βυζαντινός μυστικός πολεοδομικός σχεδιασμός


Ὄψη τῆς ὁδοῦ Ὑδραγωγείου.

Ἡ ἀρχή τῆς ὁδοῦ Σοφο­κλέους λίγο μετά τήν παλαιά γέφυρα τό 1898. Ὁ δρόμος συνε­χίζει πρός τίς ὁδούς Ὀρφέως καί Ἀριστείδου. Σέ ἀμφότερες ὑπῆρχε ἐμπορική δραστηριότητα, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τό μικρό κατά­στημα στό δεξιό τμῆμα τῆς φωτο­γραφίας. Τά εἰκονιζόμενα νερά κινοῦσαν τόν πλησίον εὑρισκόμενο ὑδρόμυλο, πού λειτουργοῦσε μέχρι πρόσφατα.

Τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως στή συμβολή της μέ τήν ὁδό Παλαιολόγου, λίγο πρίν τήν πλατεῖα Ἀντίκα, ὅπου καί πύλη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας.  Εἰκάζουμε ὅτι ἡ ὁδός Ὀρφέως διασώζει τό ἴχνος τῆς βυζαντινῆς Μέσης ὁδοῦ. Εἰκονίζονται τά παλαιά καταστήματα, ὅπως καί ἡ καμπυλότητα καί οἱ διασταυ­ρώσεις τοῦ δρόμου, πού φράζουν τήν ὁρατότητα στό μῆκος τοῦ δρόμου. 

Κατά τούς μακρούς αἰῶνες τοῦ Βυζαντίου καί τῆς Τουρκοκρατίας, καί μέχρι τή δεύτερη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰώνα, μία ἀπό τίς κύριες εἰσόδους τῆς πόλης βρισκόταν παρά τόν ποταμό Κόσσινθο ἀπέναντι στή συνοικία Σαμακώβ. Ἀπό ἐκεῖ ἕνας κύριος δρόμος διασχίζει τήν πόλη ἀπό τήν Ἀνατολή πρός τή Δύση μέχρι τήν πλατεῖα Ἀντίκα, ὅπου καί ὑπῆρχε πιθανόν μία δεύτερη πύλη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας,. Μποροῦμε νά ταυτίσουμε ἕνα τέτοιο δρόμο μέ τή σημερινή ὁδό Ὀρφέως ἤ μέ τήν ὁδό Ἀριστείδου. Ὑποστηρίζουμε ὅτι πρόκειται γιά τή ρωμαιοβυζαντινή "Μέση" ὁδό[i], τόν κύριο δρόμο τῶν βυζαντινῶν οἰκισμῶν, ἐξέλιξη τῆς ρωμαϊκῆς κοσμολογικῆς πολεοδομικῆς ἀντίληψης, δρόμο ὁ ὁποῖος κατά κανόνα ξεκινᾶ ἀπό τήν Ἀνατολή καί καταλήγει στή Δύση.
Στούς βυζαντινούς οἰκισμούς ἡ Μέση ὁδός μαζί μέ ἕνα κάθετο δρόμο ἀπό τό Νότο πρός τόν Βορρά σχηματίζουν σταυρό. Στό σημεῖο τῆς τομῆς τῶν δύο δρόμων ὑπάρχει κατά κανόνα κάποια πλατεῖα μέ κέντρο ἐκκλησία, ὅπου καί ὁ ὀμφαλός τῆς πόλης. Ὁ ὀμφαλός, μέ πόλο τό σταυρό τῆς ἐκκλησίας, προεκτείνει μυστικῶς ἕνα κατακόρυφο νοητό ἄξονα πάνω πρός τόν οὐρανό, πρός τήν οὐράνια Ἰερουσαλήμ καί κάτω πρός τό Ναδίρ. Δημιουργεῖται ἕνα κοσμόγραμμα πού χωροθετεῖ τόν οἰκισμό στό κέντρο τοῦ σύμπαντος.  Ἕνα κοσμολογικό σταυρικό σύμβολο σέ τρεῖς διαστάσεις σχηματίζεται πού περιλαμβάνει τό χωρικό καί τό οὐράνιο σύμπαν.  Ἕνα σύμπαν πού δέν εἶναι μόνο φυσικό. Μέ ἄλλα λόγια, πρόκειται γιά τυπικό ρωμαϊκό κοσμολογικό συμβολισμό[ii], πού στό Βυζάντιο ἐξελίσσεται σέ μυστικό συμβολισμό. Συμβολική πολεοδομική συγκρότηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τίς βυζαντινές πόλεις καί εἶναι γνωστή ἀπό τίς μεγαλειώδεις συλλήψεις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τόν σχεδιασμό τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης. Ἔχουμε ἐδῶ, μία μυθική-συμβολική καί ὄχι ἀντικειμενική-ἐπιστημονική γεωγραφία. Ὁ βυζαντινός ἄνθρωπος ζητᾶ νά συνδέσει τόν κοσμικό χῶρο μέ τό οὐράνιο ἐπέκεινα καί νά ἐκφράσει συμβολικῶς καί μυστικῶς τή βυζαντινή κοσμοαντίληψη. Ὁ χῶρος καθαγιάζεται καί ἱεροποιεῖται.
Ἀνάλογο πολεοδομικό συμβολικό-μυστικό σχεδιασμό συναντᾶμε σέ πολλές πόλεις τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, ὅπως π. χ. στή Θεσσαλονίκη, τό Μέτσοβο, τή Νάουσα, τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν Ἀδριανούπολη, τήν κάτω πόλη τῆς Μονεμβασίας, τόν Μυστρά καί τή Ραιδεστό. Ὅπως καί σέ χωριά τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου μέχρι τελείως πρόσφατα.  
Βέβαια, στήν Ξάνθη ἡ ταύτιση τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως μέ μία βυζαντινή Μέση ὁδό εἶναι μᾶλλον παρακινδυνευμένη, οὔτε εἶναι ἐμφανής, τουλάχιστον σήμερα, ἡ ὕπαρξη ὁδοῦ, ἀπό Βορρά πρός Νότο καί οὔτε φαίνεται ὅτι ὁ ναός τοῦ Προδρόμου, παρά τήν παλαιότητά του, ἔπαιζε τόν ρόλο ὀμφαλοῦ. Ὡστόσο, ἡ ὑπόθεσή μας θά μποροῦσε ἴσως νά ὁδηγήσει σέ ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα μετά ἀπό ἔρευνα.
Ἡ συμβολική καί μυθική αὐτή γεωγραφία δέν περιορίζεται μόνο στούς βυζαντινούς οἰκισμούς, ἀλλά ἐπεκτείνεται, ὅπως ἀναλύσαμε, καί στήν εὐρύτερη περιφέρειά τους μέ τήν καθαγίασή της. Πρόκειται γιά τήν ἱεροποίηση τοῦ χώρου καί τόν ἐμπλουτισμό του μέ σύμβολα, στοιχεῖα χαρακτηριστικά τῆς βυζαντινῆς ἰδιομορφίας καί στοιχεῖα τά ὁποῖα οἱ σημερινές ἀντιλήψεις θεωροῦν – ἤ, μᾶλλον, θεωροῦσαν – ξεπερασμένα.
Πρόκειται γιά ἐκδηλώσεις συμβολικῆς σκέψης, ὅπως χαρακτηρίζεται ὁ τρόπος σκέψης καί οἱ νοοτροπίες τῶν προβιομηχανικῶν κοινωνιῶν καί πολιτισμῶν σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθολογική σκέψη, ἡ ὁποία κυριαρχεῖ στόν σύγχρονο κόσμο[iii].



[i] Ὑποστηρίζουμε ὅτι τά ἴχνη τῶν κύριων δρόμων τῆς Ξάνθειας διατηροῦνται μέσα στούς αἰῶνες, παρά τίς ἀλλεπάλληλες ἀνοικοδομήσεις. Τά σπίτια καί τά κτήρια μπορεῖ νά κτίζονται καί να ξανακτίζονται, ἀλλά πρακτικές καί διοικητικές ἀνάγκες κρατοῦν τούς κύριους δρόμους ἀμετάβλητους.


[ii] Ἐξέλιξη τῆς ἱπποδάμειας ἀντίληψης πού βασιζόταν σέ ἕνα κεντρικό ὁδικό σύστημα σέ σχῆμα σταυροῦ προσανατολισμένο πρός τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Οἱ δύο κύριοι ὁδικοί ἄξονες ἀποτελοῦσαν προβολή τῶν κύριων οὐράνιων γραμμῶν, δηλαδή τῆς τροχιᾶς τοῦ ἥλιου καί τῆς σταθερῆς κατεύθυνσης πρός τόν πολικό ἀστέρα.


[iii] Ὁπωσδήποτε δέν θά πρέπει νά δώσουμε στόν χαρακτηρισμό συμβολική σκέψη ἀπαξιωτικό χαρακτῆρα, ἀλλά θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι πρόκειται γιά διαφορετικό τρόπο σκέψης ἀπό αὐτόν πού εἴμαστε συνηθισμένοι σήμερα καί τόν ὁποῖο θεωροῦμε ἀπόλυτα ὀρθό καί ἀπόλυτα σύγχρονο.





Δευτέρα 4 Απριλίου 2011

Φάσεις ανοικοδόμησης


Μερική ἄποψη τῆς Παλιᾶς Πόλης, ὅπως διαμορφώθηκε κατά τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Εἰκονίζεται ἡ περιοχή Ἄνω Χαράδρας. (Φωτογραφία τοῦ 1976)


Ἡ περιοχή τῶν καπναποθηκῶν καί ἡ συνοικία Ἀσᾶ μέ τμῆμα τῆς συνοικίας Μητροπόλεως σέ φωτογραφία τοῦ 1925. Εἰκονίζεται ἡ διαμόρφωση πού ἔγινε μέχρι τό 1910.



Φωτογράφηση τοῦ 1936 μέ τίς νέες προσφυγικές συνοικίες στό βάθος
καί τήν Παλιά Πόλη μπροστά. 



Φωτογράφηση τοῦ 2005 μέ τήν Παλιά Πόλη νά περιβάλλεται ἀπό τή Νέα Πόλη ὅπως αὐτή ἀνοικοδομήθηκε μετά τό 1970. 


Οἱ δια­δο­χι­κές φά­σεις ἀνοι­κο­δό­μη­σης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι ἀμέ­σως ὁρα­τές στό δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον πού ἐπι­βι­ώ­νει σή­με­ρα. Κάτι ἀνάλογο δέν εἶ­ναι δυ­να­τό σή­με­ρα στίς ἑλ­λη­νι­κές πό­λεις, οἱ ὁποῖες τά τελευταῖα πενήντα χρόνια ἔχουν ἀνοικοδομηθεῖ σέ βαθμό πού τό ἱστορικό περιβάλλον ἔχει ἐξαφανισθεῖ ἤ διατηρεῖται παραμορφωμένο. Στήν Ξάν­θη δια­τη­ροῦν­ται τά ἀλ­λε­πάλ­λη­λα στρώ­μα­τα τῆς ἀνοι­κο­δό­μη­σης μετά τό 1829, ἀφοῦ ἡ πόλη σέ μεγάλη ἔκταση παρα­μένει ἄθικτη ὡς ἀπο­τέλεσμα τῆς ἀνακή­ρυξης τῆς Παλιᾶς Πόλης ὡς διατηρητέου οἰκισμοῦ τό 1976. Αὐ­τό δια­φο­ρο­ποι­εῖ τήν Ξάν­θη ἀπό τήν πλει­ο­νό­τη­τα τῶν πό­λε­ων τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ χώ­ρου. 
Οἱ φά­σεις ἀνοι­κο­δό­μη­σης τῆς Ξάν­θης εἶ­ναι λοιπόν εὔ­κο­λα δια­κρι­τές καί συνο­ψί­ζον­ται, σέ τέσ­σε­ρα στά­δια:
α) Ἀπό τό 1829 μέ­χρι πε­ρί­που τό 1860, ὅταν μέ πρω­το­βου­λία τοῦ Μη­τρο­πο­λί­τη Εὐ­γέ­νι­ου ἀνε­γεί­ρον­ται οἱ ἐκ­κλη­σί­ες, πέ­ριξ τῶν ὁποί­ων σχη­μα­το­ποι­οῦν­ται οἱ συνοι­κίες τῆς πό­λης.  Ἡ ἀνέ­γερ­ση τῶν ἐκ­κλη­σι­ῶν ἔγι­νε μέ βά­ση τίς κοι­νο­τι­κές καί ἐνο­ρια­κές ἀνάγ­κες πά­νω στά θε­μέ­λια τῶν γ­κρε­μι­σμέ­νων ἐκ­κλη­σι­ῶν πού μᾶλ­λον ὑπῆρ­χαν ἀπό τήν ἐπο­χή τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ξάν­θειας.   Ὅπως ἔχει ἤδη τονισθεῖ κτίτορας εἶναι ἡ Ἑλληνορθόδοξη Κοι­νότητα. Τά μέ­σα γιά τήν προ­σπά­θεια ἀνοι­κο­δό­μη­σης φαί­νε­ται ὅτι προ­έρ­χον­ται ἀπό τό ἐμπό­ριο τοῦ κα­πνοῦ.  Ἡ ρω­μαί­ι­κη κοι­νό­τη­τα φαί­νε­ται νά ἀνα­λαμ­βά­νει τήν πρω­το­βου­λία στήν ἐμπο­ρία καί δια­κί­νη­ση τοῦ κα­πνοῦ καί νά ἀπο­σπᾶ με­ρί­διο τῆς ἀγο­ρᾶς ἀπό τούς πλού­σι­ους γαι­ο­κτή­μο­νες μπέ­η­δες. Τήν ἴδια ἐπο­χή ὁ χρι­στια­νι­κός πλη­θυ­σμός τῆς πό­λης ἐνι­σχύ­ε­ται μέ  Ἠπει­ρῶ­τες με­τα­νά­στες πού ἀσχο­λοῦν­ται μέ τό ἐμπό­ριο τοῦ κα­πνοῦ.
Τήν ἐπο­χή αὐ­τή κυ­ριαρ­χεῖ ἡ ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἑνιαίας ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κῆς τῆς  Ἀνα­το­λῆς, ὅπως αὐ­τή ἐκ­φρά­ζε­ται στά κο­νά­κια τῶν χρι­στια­νῶν ἐμπό­ρων καί τῶν μου­σουλ­μά­νων γαι­ο­κτη­μό­νων.  Ἡ ἀνοι­κο­δό­μη­ση κα­τά τήν ἐπο­χή αὐ­τή γί­νε­ται ἀπό μπου­λού­κια πε­ρι­πλα­νώ­με­νων Ἠπει­ρω­τῶν, Μα­κε­δό­νων ἤ Θρα­κῶν οἰκο­δό­μων, σύμ­φω­να μέ τήν ἀρ­χαία πα­ρά­δο­ση τῆς Ἀνα­το­λῆς. Πολ­λοί ἀπό τούς Ἠπει­ρῶ­τες οἰκο­δό­μους θά ἐγ­κα­τα­στα­θοῦν μό­νι­μα στήν πό­λη. Πα­ράλ­λη­λα οἱ εὐ­πο­ρό­τε­ροι κά­τοι­κοι τῆς Γε­νι­σέ­ας θά με­τα­κο­μί­σουν στήν Ξάν­θη.
Κατά τήν περίοδο αὐτή ἡ Ξάνθη συνε­χίζει νά εἶναι μιά χριστιανική πόλη, στήν ὁποία οἱ χριστιανοί ἔμποροι αὐξάνουν ἐντυπωσιακά τόν πλοῦτο καί τήν κοινωνική τους θέση.
β) Ἀπό τό 1860 μέ­χρι τό 1912, ὅταν ἡ πό­λη ἐπε­κτεί­νε­ται στήν πε­δι­νή πε­ρι­ο­χή ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς βυ­ζαν­τι­νῆς Ξάν­θειας πρός τή ση­με­ρι­νή Κεν­τρι­κή Πλα­τεία καί συγ­κρο­τοῦν­ται ἡ βι­ο­μη­χα­νι­κή καί ἡ βι­ο­τε­χνι­κή πε­ρι­ο­χή τοῦ κα­πνοῦ, ἐνῶ δημιουργοῦνται νέες συνοικίες ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς παλιᾶς παραδοσιακῆς πόλης. Μία κο­σμο­πο­λί­τι­κη χρι­στια­νι­κή τά­ξη ἐμπό­ρων τοῦ κα­πνοῦ ἐμφανί­ζε­ται καί ἑδραιώνεται.
Τήν ἴδια ἐπο­χή ἡ πα­ρακ­μή τῆς Γε­νι­σέ­ας ὡς ἐμπο­ρι­κοῦ καί δι­οι­κη­τι­κοῦ κέν­τρου φέρνει στήν Ξάν­θη τούς μου­σουλ­μά­νους ἀξιω­μα­τού­χους καί γαι­ο­κτή­μο­νες, ἀφοῦ ἡ Ξάνθη γίνεται ἕδρα τῆς τοπικῆς περι­φε­ρειακῆς διοίκησης.  Ἡ περιοχή γύρω ἀπό τή ση­με­ρι­νή Κεν­τρι­κή Πλα­τεία εἶναι ὁ χῶ­ρος ὅπου ἐγ­κα­θί­σταν­ται οἱ δι­οι­κη­τι­κές καί κοι­νω­νι­κές ὑπη­ρε­σίες τῆς ὀθωμα­νι­κῆς ἀρ­χῆς. Διοικητικά, κοινωνικά καί θρη­σκευτικά μουσουλμανικά κτίσματα ἀνεγεί­ρονται στήν περιοχή γύρω ἀπό τή σημερινή Κεντρική Πλατεία.  Παράλληλα, στό κέντρο τῆς παλιᾶς χριστιανικῆς πόλης, περί τήν πλα­τεία Μητροπόλεως ἀνεγείρονται τά κοινοτικά σχολεῖα καί τό μέγαρο τῆς Μητρόπολης.  Ἡ κατεργασία τοῦ καπνοῦ ἀπαιτεῖ βιο­μηχα­νι­κούς χώρους, τίς καπναποθῆκες, οἱ ὁποῖες ἀνε­γείρονται δυτικά πρός τήν ἔξοδο τῆς πό­λης καί κοντά στόν σιδηροδρομικό σταθμό. Τήν ἴδια ἐποχή ἀναπτύσσονται οἱ οἰκονομικές δραστηριότητες καί δημιουρ­γεῖται τό ἐμπορικό κέντρο μέ τά δεκάδες χάνια πού ἐξυπηρετοῦσαν τούς ἐμπορικούς ἐπισκέπτες. Αὐ­τή τήν ἐπο­χή οἱ Ρω­μηοί τῆς κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἀνα­το­λῆς προ­σβλέ­πουν στα­θε­ρά πρός τή Δύ­ση καί ἀπο­τε­λοῦν τήν πρω­το­πο­ρία τοῦ ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ τῆς Αὐ­το­κρα­το­ρίας.  Ἀνε­γεί­ρον­ται τό­τε κτί­σμα­τα πού υἱο­θε­τοῦν τή νε­ο­κλασ­σι­κή ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή ἡ ὁποία κυ­ριαρ­χεῖ στό  Ἑλ­λη­νι­κό Βα­σί­λειο καί τήν ἐκλε­κτι­κι­στι­κή ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή τῆς Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης. Στά ρεύ­μα­τα αὐ­τά ἀνή­κουν καί τά πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀπό τά ἀρ­χον­τι­κά τῶν ἐμπό­ρων τοῦ καπνοῦ. Οἱ Ἠπει­ρῶ­τες καί Θρά­κες οἰκο­δό­μοι συνε­χί­ζουν νά ἀπο­τε­λοῦν τόν κύ­ριο τε­χνι­κό συν­τε­λε­στή τῆς ἀνοι­κο­δο­μη­τι­κῆς προ­σπά­θειας.
Αὐτή εἶναι ἡ ἐποχή τῆς μεγαλύτερης κοινωνικῆς, οἰκονομικῆς καί οἰκιστικῆς  ἀνάπτυξης τῆς πόλης, ἡ ὁποία γίνεται μου­σουλμανικό κέντρο μέ χριστιανική οἰκονομία καί κοσμοπολίτικο χαρακτήρα.
γ) Τήν ἐπο­χή τοῦ Με­σο­πο­λέ­μου, σχη­μα­τι­κά ἀπό τό 1923 μέ­χρι τό 1940 πε­ρί­που.
Τήν ἐποχή αὐτή ἡ πόλη ἀνασυγ­­κρο­τεῖται μετά τήν ἀποξήρανση τῆς δεύτερης κοίτης τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου.  Ἀκολουθεῖ ἡ ἀπελευθέρωση τῆς Ξάνθης καί ἡ χωρίς προ­βλή­ματα ἐνσωμάτωσή της στό ἑλληνικό κράτος.
Με­τά τή δια­κο­πή κά­θε οἰκο­δο­μι­κῆς
ἐργα­σίας κα­τά τή βάρ­βα­ρη Πρώ­τη Βουλ­γα­ρι­κή Κα­το­χή πού ἀκο­λού­θη­σε τόν Πρῶ­το Βαλ­κα­νι­κό Πό­λε­μο, ἡ ἔλευ­ση τῶν προ­σφύ­γων ἀνα­ζω­ο­γο­νεῖ τήν πό­λη. Οἱ χι­λιά­δες πρό­σφυ­γες τῆς πά­λαι πο­τέ ἑλ­λη­νι­κῆς Ἀνα­το­λῆς δι­πλα­σιά­ζουν τόν πλη­θυ­σμό τῆς πό­λης καί ἀνα­τρέ­πουν τούς πλη­θυ­σμια­κούς συ­σχε­τι­σμούς στήν πό­λη καί τήν πε­ρι­φέ­ρειά της.  Ἐκτε­τα­μέ­νοι προ­σφυ­γι­κοί συνοι­κι­σμοί ἀνε­γεί­ρον­ται τό­τε, ἐνῶ στίς νέες συνοι­κίες ἡ νέα ἀνερ­χό­με­νη μι­κρο­α­στι­κή τά­ξη ἀνε­γεί­ρει οἰκο­δο­μές μέ λό­γιο ἀστι­κό χα­ρα­κτῆρα καί στοι­χεῖα παρ­μέ­να ἀπό τή δυ­τι­κή πα­ρά­δο­ση.  Ἡ αὔξηση τῆς παραγω­γῆς καπνοῦ προσφέρει καί πάλι τήν οἰκονο­μική δυνατότητα γιά ἀνοικο­δόμηση.  Ὡστόσο, ἡ κρίση τοῦ 1929 θά  πλήξει τήν παραγωγή τοῦ καπνοῦ καί θά  ἀνακόψει τήν ἀνάπτυξη τῆς πόλης, ἡ ὁποία ἤδη ἔχει ἀποκτήσει ἐκτεταμένες νέες προσφυγικές συνοικίες, μέ νέο κέντρο τῆς πόλης τή σημερινή Κεντρική Πλατεία.
δ) Πε­ρί­που ἀπό τό 1976 μέ­χρι σή­με­ρα.
Οἱ πε­ρι­πέ­τειες τῆς χώ­ρας κα­τά τή δε­κα­ετία τοῦ 1940 θά ἀφή­σουν τήν πό­λη καί τήν πε­ρι­φέ­ρειά της σέ κα­τά­στα­ση οἰκο­νο­μι­κοῦ μαρα­σμοῦ πού θά συνε­χι­σθεῖ μέ­χρι τό 1974. Πα­ράλ­λη­λα, ὁ εὐ­τε­λι­σμός τῆς τι­μῆς τοῦ κα­πνοῦ θά στε­ρή­σει τήν πε­ρι­φέ­ρεια καί τήν πό­λη ἀπό τήν κύ­ρια πη­γή πλού­του. Τό 1976 μέ ἀφορ­μή τίς γνω­στές ἐξω­τε­ρι­κές ἀπει­λές λαμ­βά­νον­ται δρα­στή­ρια μέ­τρα.  Ἡ πό­λη γί­νε­ται ἕδρα τοῦ Τέ­ταρ­του Σώ­μα­τος Στρα­τοῦ. Σχο­λές τῆς Πο­λυ­τε­χνι­κῆς Σχο­λῆς τοῦ Δη­μο­κρί­τει­ου Πα­νε­πι­στή­μι­ου Θρά­κης ἱδρύ­ον­ται στήν Ξάν­θη.  Ἕ­νας νε­α­νι­κός πλη­θυ­σμός προ­στί­θε­ται.  Ἔ­κτο­τε ἡ πό­λη ἐν­τάσ­σε­ται στό κλί­μα τῆς τα­χύρ­ρυθ­μης οἰκο­νο­μι­κῆς ἀνά­πτυ­ξης πού θά με­ταλ­λά­ξει ὅλη τή χώ­ρα. Τό 1976 ἡ Πα­λιά Ξάν­θη μέ τούς πα­ρα­κεί­με­νους λό­φους ἀνα­κη­ρύσ­σε­ται ὡς δια­τη­ρη­τέα. Θά ἀπο­φύ­γει ἔτσι τή ρα­γδαία πο­λυ­κα­τοι­κι­ο­ποί­η­ση, ὅπως συμ­βαί­νει στίς συνοι­κίες τῆς νέ­ας πό­λης καί ὅπως γί­νε­ται σέ ὅλες τίς ὑπό­λοι­πες πό­λεις τῆς  Ἑλ­λά­δας.  Ἡ πόλη ἀποκτᾶ μέ τή συνύπαρξη τοῦ παλιοῦ καί νέου ἕναν διφυῆ χαρακτῆρα .
Τήν περίοδο αὐτή ἡ Ξάνθη παύει νά εἶναι καπνικό κέντρο καί παραμένει κέντρο ἀγροτικῆς παραγωγῆς, ἐνῶ ἐξελίσσεται σέ σύγχρονη ἑλληνική πόλη καί διοικητικό κέντρο.

Τετάρτη 30 Μαρτίου 2011

Ύφος καί πολυμορφία


Ἀρχοντικό Ρωμηοῦ ἐμπόρου στήν ὁδό Παλαιολόγου
σύμφωνο μέ τά μακεδονικά πρότυπα. 
(Φωτογραφία τοῦ 1978).



Λαϊκή ἀρχιτεκτονική στήν ὁδό Ἀντίκα στή συνοικία Μητροπόλεως.
(Φωτογραφία τοῦ 1977).



Λαϊκές κατοικίες στήν ὁδό Στάλιου σύμφωνες μέ τά πρότυπα
τῆς Βόρειας Θράκης (Φιλιππούπολη).
(Φωτογραφία τοῦ 1990).



Ποι­κι­λία ρυ­θμῶν σέ λα­ϊ­κές κατοικίες στό βό­ρειο τμῆ­μα τῆς συ­νοι­κίας Μητρο­πό­λε­ως. (Φω­το­γρα­φία τοῦ 1978)

 





Τό νεοαναγεννησιακοῦ ὕφους Νηπιαγωγεῖο Στάλιου στήν ὁδό Στάλιου,  κτισμένο τό 1881.
(Φωτογραφία τοῦ 1985).

 

Κτήρια λαϊκῆς ἀρχιτεκτονικῆς μέ ὀρόφους γεμάτους παράθυρα στή συνοικία Ἀκάθιστου Ὕμνου ἀπό φωτογραφία τοῦ 1914.



Συνεχόμενα σαχνισιά σέ λαϊκή κατοικία, στήν ὁδό Ὑδραγωγείου.
(Φωτογραφία τοῦ 2006)



Ἡ Παλιά Πόλη περιβάλλεται ἀπό πολυκατοικίες.
(Φωτογραφία τοῦ 2003).



Τό νεοκλασσικοῦ ὕφους ἀρχοντικό Χρηστίδη στήν ὁδό Πυγμ. Χρηστίδη.
(Φωτογραφία τοῦ 2001)



Τό ἐκλεκτικιστικοῦ ὕφους κονάκι τοῦ Χαμδῆ Μπέη
στήν ὁδό 4ης Ὀκτωβρίου.
(Φωτογραφία τοῦ 2004).


Τό κτήριο τῆς ὀθωμανικῆς διοίκησης στή σημερινή Κεντρική Πλατεία.
(Φωτογραφία τοῦ 1955)




Τό ἀρχοντικό Καραδήμογλου, κτίσμα μέ στοιχεῖα art deco
στήν ὁδό
 Ὀρφέως.
(Φωτογραφία τοῦ 2005). 


Τό νεοκλασσικοῦ ὕφους καί ἐκλεκτικιστικῶν στοιχείων ἀρχοντικό Μπλάτσιου στήν ὁδό Ταξιαρχῶν.
(Φωτογραφία τοῦ 1986).



Καπναποθήκη μέ κλιμακωτές ἀπολήξεις καί κτήριο γραφείων μέ νεοκλασσικά στοιχεία, στήν ὁδό Δώδεκα Αποστόλων.
(Φωτογραφία τοῦ 1978).



Κτήριο διαμερισμάτων καί πρόχειρο κτίσμα καφενείου στήν Πλατεία Ἀντίκα.
(Φωτογραφία τοῦ 1978).



Ἐκλεκτικιστικά καί νεοκλασσικά στοιχεῖα σέ μία ἀπό τίς ἐν σειρᾶ κατοικίες Μιχάλογλου στήν ὁδό Μάρκου Μπότσαρη.
(Φωτογραφία τοῦ 2002).



Τό ἀρχοντικό Ὀρφανίδη μέ νεοκλασσικά καί ρωμανικά στοιχεῖα στή γωνία Παλαιολόγου καί Μαυρομιχάλη. Σήμερα Δημαρχεῖο Ξάνθης.
(Φωτογραφία τοῦ 1980).



Πλίνθινες διακοσμήσεις μέ νεογοτθικό ὕφος στό ἀρχοντικό
Ἰσαάκ Δανιήλ στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου.
(Φωτογραφία τοῦ 2006).


 Κτίσμα μέ νεοκλασσικά στοιχεῖα καί λόγιο ὕφος. Βρισκόταν στήν ὁδό Παναγῆ Τσαλδάρη.
(Φωτογραφία τοῦ 1976)





Κύ­ρια χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά τοῦ δο­μη­μέ­νου περι­βάλ­λον­τος στήν πό­λη τῆ.ς Ξάν­θης ἀπο­τε­λοῦν ἡ ποι­κι­λο­μο­φία καί οἱ παραλλαγές πο­λι­τι­σμι­κῶν στοι­χεί­ων, ρυθ­μῶν καί ἐν­τυ­πώ­σε­ων, πού ἐκτεί­νον­ται σέ δια­κρι­τά ἱστο­ρι­κά ἐπί­πε­δα καί ἀφοροῦν εὐρύτατους πολιτισμικούς χώ­ρους.  Ἡ δια­τή­ρη­ση τῆς Πα­λι­ᾶς Πό­λης ἐξα­σφάλισε τήν ἐπι­βί­ω­ση τῆς ποι­κι­λο­μορ­φίας καί τῆς ἱστο­ρι­κό­τη­τας, ὅπως σή­με­ρα συνεχίζουν νά διακρίνονται στό δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλλον τῆς Ξάνθης.
Τό θαῦ­μα τῆς δια­τή­ρη­σης τῆς Πα­λι­ᾶς Πό­λης, –σέ πεῖ­σμα τῆς νε­ο­ελ­λη­νι­κῆς πρα­κτι­κῆς καί πα­ρά τήν ἀντί­δρα­ση τῶν κα­τοί­κων της–, συγ­κρο­τεῖ ἕ­να ὑπαί­θριο μου­σεῖ­ο, ἕ­να τερά­στιο ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κό ὑβρί­διο ἰδιαί­τε­ρης αἰσθη­τι­κῆς ση­μα­σί­ας, ἕ­να χῶ­ρο ὅπου ὁ ἐπι­σκέ­πτης δια­πι­στώ­νει τήν πα­ρά­δο­ξη παρου­σία πολ­λῶν ἑτε­ρό­κλη­των πα­ρα­δό­σε­ων καί ρυ­θμῶν, χω­ρίς πο­τέ νά ἀμ­φι­βάλ­λει ὅτι βρί­σκε­ται στήν κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἀ­να­το­λή.
Κα­τ’ ἀρ­χήν, ὁ χῶ­ρος εἶ­ναι φορ­τι­σμέ­νος ἀπό τό ἱστο­ρι­κό πα­ρελ­θόν καί δια­θέ­τει μορ­φές πού πα­ρα­πέμ­πουν ἀμέ­σως σέ αὐ­τό.  Ἡ αἴσθη­ση τοῦ πα­ρελ­θόν­τος πε­ρι­βάλ­λει τήν πό­λη, μέ τό βυ­ζαν­τι­νό κά­στρο καί τά βυ­ζαν­τι­νά μο­να­στή­ρια νά στε­φα­νώ­νουν τά γύ­ρω βου­νά καί αὐ­θεν­τι­κούς ἀνα­το­λί­τι­κους μι­να­ρέ­δες νά ὑψώ­νον­ται κά­τω ἀπό τά βου­νά στίς γύ­ρω μου­σουλ­μα­νι­κές συνοι­κί­ες.  Ὁ βυ­ζαν­τι­νός μυ­στι­κός σχε­δια­σμός εἶ­ναι ἀκόμη ὁρα­τός στόν προ­στα­τευ­τι­κό νο­ε­ρό σταυ­ρό πού σχη­μα­τί­ζουν τά μο­να­στή­ρια τῆς πό­λης καθαγιάζοντας τόν χῶρο. Δι­και­ο­λο­γεῖ­ται ἔτσι ὁ κα­τά τήν πα­ρά­δο­ση χα­ρα­κτη­ρι­σμός τῆς πό­λης ὡς "Ἀγ­γε­λό­κα­στρης", "Ἀγγελοφρούρητης" καί "Ἀγ­γε­λο­φύ­λα­κτης" καί δη­μι­ουρ­γεῖ­ται τό αἴσθη­μα τῆς οἰκεί­ω­σης καί τῆς ἀσφά­λειας. 
Ἀλ­λά καί πέ­ρα ἀπό τό  Βυ­ζάν­τι­ο, ὁ χῶ­ρος τῆς πό­λης ἀπο­τε­λεῖ μο­να­δι­κό πα­ρά­δει­γμα κοι­νο­τι­κῆς ὀρ­γά­νω­σης τῶν  Ἑλ­λή­νων κα­τά τήν Τουρ­κο­κρα­τία. Οἱ συνοι­κί­ες εἶ­ναι δια­κρι­τά δο­μη­μέ­νες σύμ­φω­να μέ τό θρή­σκευ­μα τῶν κα­τοί­κων τους καί ἀπο­λύ­τως αὐτο­δύ­να­μες. Οἱ μου­σουλ­μα­νι­κές συνοι­κί­ες εἶ­ναι το­πο­θε­τη­μέ­νες πε­ρι­φε­ρεια­κά, δεῖ­γμα πιθα­νῆς συν­θη­κο­λό­γη­σης τῆς πό­λης ἀλ­λά καί χρι­στια­νι­κῆς πλει­ο­νότητας. Οἱ χρι­στια­νι­κές συνοι­κί­ες συγ­κρο­τοῦν­ται μέ πό­λο τίς ἐκ­κλη­σί­ες καί μέ γνώ­μο­να τήν ἐνο­ρία.
Τά ἱστο­ρι­κά ἐπί­πε­δα πού δια­κρί­νον­ται πέ­ρα ἀπό τόν βυ­ζαν­τι­νό χῶ­ρο, ξε­κι­νοῦν ἀπό μιά προ­βι­ο­μη­χα­νι­κή φά­ση λα­ϊ­κοῦ πο­λι­τι­σμοῦ, –ὅπως αὐ­τός κυ­ριαρ­χεῖ πα­ρα­δο­σια­κά σέ ἕ­να εὐ­ρύ­τα­το χῶ­ρο πού πε­ρι­λαμ­βά­νει τά Βαλ­κά­νια καί τή Μι­κρά Ἀ­σία–, περ­νοῦν ἀπό μιά φά­ση ἀστι­κο­ποί­η­σης καί ἐκ­συγ­χρο­νι­σμοῦ πρός τά πρό­τυ­πα τῆς Κεν­τρι­κῆς Εὐ­ρώ­πης, σύμ­φω­νη μέ τόν συρ­μό πού ξε­κι­νᾶ ἀπό τό Πέ­ραν τῆς Κων­σταν­τι­νού­πο­λης, πού ἐμπνέ­ε­ται ἀπό τόν νε­ο­κλασ­σι­κι­σμό καί τόν ἐκλε­κτι­κι­σμό˙ δί­νουν, μέ τε­ρά­στι­ες κα­πνα­πο­θῆ­κες, τήν εἰκό­να μι­ᾶς βι­ο­μη­χα­νο­ποί­η­σης πού δέν ὁλο­κλη­ρώ­θη­κε˙ ἀπο­τυ­πώ­νουν τίς πε­ρι­πέ­τειες καί τά πά­θη τοῦ  Ἑλ­λη­νι­σμοῦ σέ προ­σφυ­γι­κές συνοικίες καί κα­τοι­κίες καί, τέ­λος, φθά­νουν στίς μέ­ρες μας μέ τή μαζι­κή στέ­γα­ση τοῦ πλη­θυ­σμοῦ σέ πο­λυ­κα­τοι­κί­ες, μέ τή στροφή τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου πρός τή Δύση, ἀλ­λά καί εἰκονίζουν τήν ἄνο­δο τοῦ βιοτι­κοῦ ἐπι­πέ­δου καί τήν οἰκο­νο­μι­κή ἀπογεί­ω­ση.
Ἔ­τσι, τό δο­μη­μέ­νο πε­ρι­βάλ­λον τῆς Ξάν­θης ἀνή­κει στήν κα­θ’ ἡ­μᾶς Ἀνα­το­λή καί δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τό ὀθωμανικό περιβάλλον , θυμίζει ὅμως τά ἐμπο­ρι­κά καί ἀστι­κά κέν­τρα τῆς Μα­κε­δο­νίας καί τῆς Θεσ­σα­λίας, ἀλ­λά καί τήν ἰτα­λι­κή ἀναγέν­νη­ση, τόν ἐκλε­κτι­κι­σμό τῆς Δυ­τι­κῆς Εὐ­ρώ­πης ,  τήν πα­ρά­δο­ξη νεο­γοτ­θι­κή ἀρ­χι­τε­κτο­νι­κή τῆς ρο­μαν­τι­κῆς Ἀγ­γλίας, τόν ρω­μα­νι­κό χα­ρα­κτῆρα τῆς λατινικῆς Εὐρώπης, τά ἀγ­γλι­κά με­σο­α­στι­κά καί με­γα­λο­α­στι­κά ὀπτο­πλίν­θι­να σπί­τια, τή γαλ­λι­κή μι­κρο­α­στι­κή πο­λυ­κα­τοι­κία, τίς κλι­μα­κω­τές ἀπο­λή­ξεις τῶν τοί­χων κα­τά τόν ὁλ­λαν­δι­κό καί τόν βο­ρει­ο­γερ­μα­νι­κό τρό­πο, τόν νε­ο­κλα­σσι­κι­σμό τοῦ ἑλ­λη­νι­κοῦ κρά­τους καί, τέ­λος, τήν πρώ­ι­μη κεν­τρο­ευ­ρω­πα­ϊ­κή art deco , ἀλ­λά καί πολ­λά ἀκό­μη.
Ἡ πολυμορφία συγκροτεῖται βέβαια μέ τή διακόσμηση καί τά σύμβολα. Οἱ δομημένοι ὄγκοι ἀποκτοῦν χαρα­κτῆρα καί συνιστοῦν τήν τοπικότητα μέ τή διακό­σμηση, τή χρήση στοιχείων ἀτομικό­τητας καί τήν ἐπιμονή στά σύμβολα.  Τέρψη καί ἱκανο­ποίηση συνο­δεύουν τήν παράθεση τῶν διακοσμητικῶν στοιχείων. Οἱ διακο­σμητικές λεπτομέ­ρειες συναντῶνται ὡς οἰκοδομικά καί συμπληρωματικά στοιχεῖα στά καλντερίμια, στούς δρό­μους, στά πεζο­δρό­μια, στίς γωνιές, στίς μάνδρες, στά σαχνι­σιά, στίς πόρτες, στίς ἐπιγραφές, στούς φεγγῖ­τες, στίς σκάλες, στά παράθυρα, στίς σιδεριές, στά φουρούσια, στίς καπνοδόχους καί παν­τοῦ, ὅπου τό περιττό βρίσκει δικαιολογίες γιά νά παρουσιαστεῖ.
Οἱ ἀκα­νό­νι­στοι δρό­μοι, τά κε­νά στόν πο­λε­ο­δο­μι­κό ἱστό, ἡ ἀνοι­κο­δό­μη­ση σέ πλα­γιές, ἡ ἀσυμ­με­τρία τῶν οἰκο­πέ­δων συν­δυ­ά­ζον­ται τυ­χαῖα καί ἐλεύ­θε­ρα μέ τούς ὄγ­κους τῶν κτι­σμά­των καί δί­νουν ἕ­να ἁρ­μο­νι­κό αἰσθη­τι­κό ἀπο­τέ­λε­σμα.
Πρόκειται γιά μιά μουσική τῆς ὕλης, τῶν ὄγκων καί τῆς ὀπτικῆς αἴσθησης, ὅπου οἱ φοῦγκες τῶν  ρυθμῶν καί τῶν συνόλων πλαισιώνονται ἀπό παραλλαγές θεμάτων διακόσμησης καί χαρακτηριστικῶν στολιδιῶν γιά νά συγκροτήσουν μιά συμφωνία στόν χῶρο τῶν τριῶν διαστάσεων.


Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Δρόμοι.

Ἡ περιοχή τῆς σημερινῆς Κεντρικῆς Πλατείας, ὅπως εἶχε διαμορφωθεῖ στίς ἀρχές τῆς δεκαετίας τοῦ 1900.  .





Σειρά πρόχειρων κατασκευών, στήν ὁδό Κονίτσης.
(Φωτογραφία τοῦ 1979)