Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιδεολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Ξάνθεια: Καθαγίαση τοῦ χώρου

Ἀνά­γλυφος Σταυρός στήν ἐξω­τερικἠ ἐπιφάνεια τοῦ τρούλλου τοῦ καθο­λικοῦ τῆς Μονῆς τῆς Παναγίας Ἀρχαγγελιώτισσας.
Φωτογράφηση τῶν παρυφῶν τῆς πόλης πρός Βορρᾶ. Εἰκονίζεται ἡ βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ μέ τά καπνομάγαζα ὅπως ἦταν τό 1920. Στόν ὁρίζοντα διακρίνονται τά τρία μοναστήρια. Ἡ ὄψη τῆς πόλης εἶναι χαρακτηρι­στική ἀπό κάθε σημεῖο τῆς πεδιάδας μέ τά μοναστήρια νά περικλείουν τήν πόλη

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Καλαμοῦς κτισμένο πιθανότατα κατά τόν 11ο αἰῶνα σέ αὐχένα πάνω ἀπό τή χαράδρα πού σχηματίζει ὁ ποτα­μός Κόσσινθος. Ἑνίοτε ὀνομάζεται καί Μεσαῖο μοναστήρι καί βρίσκεται σέ σημεῖο πού μπορεῖ νά ὁρίσει τόν Βορρά. (Ἀπό φωτογραφία τοῦ 1920).

Τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν πιθανόν ἱδρυμένο κατά τόν 9ο αἰῶνα. Σήμερα σώζεται τό καθολικό τῆς μονῆς μέ ἴχνη τοιχογραφιῶν μεσοβυζαντινῶν καί τοῦ 16ου αἰώνα. Στή φωτογραφία εἰκονίζεται τό μοναστήρι ὅπως ἦταν στά τέλη τῆς δεκαετίας τοῦ 1950 πρίν κατα­στραφεῖ ἀπό πυρκαγιά. Τή μορφή αὐτή εἶχε δώσει στό μοναστήρι ὁ Μητροπολίτης Ἰωακείμ Σγουρός μέ τήν ἀνέγερση ξενώνα στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τή Δύση. (Φωτογραφία τοῦ 1960). 

Τό μοναστήρι τῆς Παναγίας Ἀρχαγ­γε­λιώτισσας ἤ Παναγίας Σαμακοβιανῆς, ὅπως ἦταν κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Ἡ ἵδρυση τῆς μονῆς ἀνάγεται κατά τούς μεσοβυζαντινούς χρόνους. Βρίσκεται σέ θέση πού ὁρίζει τήν Ἀνατολή. (Φωτογραφία τοῦ 1935).

Ὁ μικρός μετοχιακός ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου δίπλα στό Πόρτο Λάγος καί στή στενή λωρίδα γῆς πού χωρίζει τή λιμνοθάλασσα Βιστονίδα ἀπό τό Θρακικό Πέλαγος. Ἡ σημερινή του μορφή ἀνάγεται στά πρῶτα χρόνια τοῦ 20οῦ αἰώνα. Ἀποτελεῖ μετόχι τῆς Μονῆς Βατοπαιδίου τοῦ Ἁγίου Ὄρους. (Φωτογραφία τῆς δεκαετίας τοῦ 1980). 

Ἐπίδειξη δύναμης τῶν Βουλγάρων κατακτητῶν κατά τήν Πρώτη Βουλγαρική Κατοχή (1912-1919). Εἰκονίζεται σημεῖο νότια τῆς πόλης παρά τίς καπνα­πο­θῆκες. Στό βάθος δεσπόζει ἡ μονή τῆς Ἀρχαγγε­λιώ­τισσας.

Ἀνάγλυφος σταυρός στή νοτιοανατολική γωνία τῆς ἐκκλησίας τοῦ Τίμιου Προδρόμου. 

Φωτογραφία τῆς Κεντρικῆς Πλατείας κατά τή δεκαετία τοῦ 1930. Στό βάθος καί στόν ὁρίζοντα τῆς ὁδοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου εἶναι ὁρατό τό μοναστήρι τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν.

Ἀνάγλυφος σταυρός στήν νοτιο­δυτική πλευρά τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Βλασίου.

Χάρτης τῆς ἄμεσης περιφέρειας τῆς Ξάνθης, ὅπου σημειώνονται οἱ θέσεις τῶν μοναστηριῶν καί τῶν κάστρων. Εἶναι ἐμφανής ἡ τοποθέτηση τῶν τεσσάρων μοναστηριῶν στά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα σέ σχέση μέ παρατηρητῆ πού βρίσκεται μέσα στήν Παλιά Πόλη. (Σχεδίαση χάρτη ἀπό τόν Βασίλη Τσιούκα).



Παράσταση τῆς καθα­γία­σης τοῦ χώρου κατά τή βυζαντινή καί νεοελληνική παρά­δοση. Εἰκο­νίζονται δύο κύκλοι: ὁ ἐσωτερικός, πού παριστάνει τά ὅρια τοῦ οἰκι­σμοῦ καί ὁ ἐξωτερικός, πού καθο­ρίζει τήν εὐρύτερη περιφέρειά του. Ἀμφότεροι οἱ κύκλοι ὁρίζονται ἀπό σταυρᾶτα, ἄν καί σέ μικρούς οἰκισμούς οἱ κύκλοι ὁρίζονται μέ λιτανεία ἤ μέ περιάροση. Στόν ἐσωτερικό κύκλο ὁ οἰκισμός συγ­κροτεῖται μέ βάση σταυρική διά­ταξη δύο κύριων δρόμων μέ κατεύ­θυνση Ἀνατολή-Δύση καί Βορ­ρᾶ-Νότο. Ὁ Βορρᾶς ὁρίζεται ἀπό τόν Πολικό Ἀστέρα. Οἱ δύο δρόμοι τέμ­νονται στήν Κεντρική Πλατεῖα ὅπου καί ἐκκλησία (ὀμφαλός). Ὁ Σταυρός τῆς ἐκκλη­σίας στόν ὀμ­φα­λό προεκτείνεται νοητά, ὥστε ὁ συμβολικός χῶρος νά εἶναι τρισ­διά­στατος. (Σχέδιο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).




Στόν οἰκισμό πού προσδιορίσαμε μέ τίς παρατηρήσεις μας διακρίνεται μιά χαρακτηριστική διάταξη, ἡ ὁποία σήμερα ἴσως φαίνεται ἀσυνήθιστη καί πού ἴσως ἡ διαπίστωσή της ξενίσει: ὁ οἰκισμός αὐτός εἶναι, σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, καθαγιασμένος[i].
Ὅποιος βρίσκεται μέσα στήν πόλη τῆς Ξάνθης, ἤ ὅποιος κατευθύνεται πρός τήν Ξάνθη ἀπό τήν πεδιάδα, βλέπει πάντα στόν ὁρίζοντα, πού γεμίζουν τά ὑψώματα, κάποια, ἤ ὅλα, ἀπό τά τρία μοναστήρια της. Ἡ θέα τῶν μοναστηριῶν συμπληρώνει τή γοητευτική εἰκόνα τῆς Παλιᾶς Πόλης καί στεφανώνει τά γύρω ὑψώματα, τά ὁποῖα χωρίς τά μοναστήρια θά φαινόταν σκοτεινά, ἄξενα καί ἀπειλητικά. Σήμερα, μέ τήν ἀνέγερση σύγχρονων πολυώροφων οἰκοδομῶν, τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δέν εἶναι πιά ἀμέσως ὁρατά, ὅπως ἦταν μόλις πρίν λίγες δεκαετίες. Ὡστόσο, ἡ παρουσία τῶν μοναστηριῶν στό περίγραμμα τῆς πόλης συνεχίζει καί σήμερα νά ἐντυπωσιάζει. Τόσο, πού ὁ εὐαίσθητος ἐπισκέπτης ἔχει τή βεβαιότητα πώς περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία, ἐνῶ ὁ κάτοικος τῆς πόλης ἀσυναίσθητα ἀντιλαμβάνεται τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν ὡς πηγή οἰκείωσης καί σιγουριᾶς.
Τά μοναστήρια τῆς Ξάνθης δίνουν στήν πόλη μία χριστιανική ταυτότητα καί ὄχι μόνο τήν πλουτίζουν μέ γραφικότητα καί χαρακτῆρα, ἀλλά μεταφέρουν καί παλαιότατες σημασίες. Βαθύ μυστήριο καλύπτει τή βυζαντινή Ξάνθεια καί τά ἴχνη της, ὅπως εἴπαμε, εἶναι ἐλάχιστα. Μᾶς εἶναι ἄγνωστη ἡ ἱστορία τῶν μοναστηριῶν τῆς σημερινῆς Ξάνθης, τά ὁποῖα κτίζονται καί ξανακτίζονται στίς ἴδιες βάσεις μετά ἀπό καταστροφές καί θεομηνίες. Ὡστόσο, θεωρεῖται βέβαιη τήν ἵδρυση τῶν τριῶν μοναστηριῶν κατά τούς βυζαντινούς χρόνους.
Ὁλόκληρη ἡ εὐρεία περιφέρεια τῆς πόλης καθαγιάζεται σύμφωνα μέ τή βυζαντινή παράδοση, μέ τήν παρουσία τῶν μοναστηριῶν πού ὁρίζουν νοερό Σταυρό[ii]. Αὐτό σημαίνει ὅτι ἡ πόλη καί ἡ ἄμεση περιφέρεια της προστατεύονται ἀπό τόν Σταυρό. Ὁ Σταυρός ὁρίζεται νοερά σέ σχέση μέ παρατηρητή εὑρισκόμενο μέσα στήν πόλη γιά τόν ὁποῖο κάθε μοναστήρι βρίσκεται σέ ἕνα ἀπό τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Σύμφωνα μέ τίς δημώδεις ἐκφράσεις ἡ πόλη εἶναι "σταυρωμένη" καί τά μοναστήρια της εἶναι "σταυρᾶτα". Τό "σταύρωμα" σημαίνει τήν καθαγίαση ἀπό τόν Σταυρό, ἐνῶ τά "σταυρᾶτα" εἶναι τά κτίσματα καί τά σημεῖα πού φέρουν τόν Σταυρό. Πράγματι, σύμφωνα μέ προφορική λαϊκή παράδοση ἡ πόλη περικλείεται σέ νοερό Σταυρό, τά ἄκρα τοῦ ὁποίου ὁρίζονται ἀπό τά τρία μοναστήρια της καί τό μικρό ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα λίμνη. Ἡ δημώδης αὐτή παράδοση συναντᾶται ἐπίμονα ἀκόμη καί στίς μέρες μας[iii].
Βέβαια, ὅπως ἀναλύεται στή συνέχεια, ἡ καθαγίαση τῆς εὐρύτερης περιφέρειας γίνεται ἀπό σταυρᾶτα πού ὁρίζουν ἕνα νοερό σταυρό σέ ἄμεση ὀπτική συνάφεια μέ τήν πόλη. Τό τέταρτο "σταυρᾶτο", πού ἀναφέραμε –ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου στή Βιστονίδα–, ἀπέχει πάνω ἀπό τριάντα χιλιόμετρα ἀπό τήν πόλη καί βέβαια δέν εἶναι ὁρατό ἀπό τήν πόλη. Θά πρέπει ἴσως νά ὑποθέσουμε ὅτι ὁ ναός τοῦ Ἁγίου Νικολάου μᾶλλον θεωρήθηκε ὡς "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης σέ κάποια μεταγενέστερη τῆς βυζαντινῆς ἐποχή, ὅταν ἐνδεχομένως τό τέταρτο μοναστήρι "σταυρᾶτο" τῆς Ξάνθης ἔπαψε νά ὑπάρχει στή συλλογική μνήμη. Πρέπει λοιπόν νά ἀναζητήσουμε κάποιο ἄλλο μοναστήρι στήν ἄμεση περιφέρεια τῆς πόλης τό ὁποῖο θά πρέπει νά ὑπῆρχε ἐκεῖ κατά τή βυζαντινή ἐποχή. Πράγματι, σύμφωνα μέ πρόσφατες ἔρευνες, ὑπάρχουν ἀναφορές στίς πηγές γιά τή μονή τοῦ Ἁγίου Γεωργίου[iv], σέ σημεῖο μᾶλλον τό ὁποῖο βρίσκεται νότια τῆς πόλης καί ἐκτός τῶν ὁρίων τῆς Ξάνθειας καί πού σήμερα ὑπάρχει ἡ ὁμώνυμη ἐκκλησία τοῦ 19ου αἰώνα. Τό σημεῖο αὐτό εἶναι κατάλληλο γιά τή χάραξη νοεροῦ σταυροῦ μαζί μέ τά τρία ὑπόλοιπα μοναστήρια.
Ὁ τρόπος λοιπόν μέ τόν ὁποῖο ἐπιλέχθηκαν οἱ τοποθεσίες τῆς ἀνέγερσης τῶν μοναστηριῶν τῆς Ξάνθης, ὥστε νά ὁρίζουν τά τέσσερα ἄκρα ἑνός σταυροῦ, δέν ἐξηγεῖται μόνον ὡς τοπική παράδοση, ἀλλά κρύβει κάτι γενικότερο, τό ὁποῖο ἀποκαλύπτει τό μακραίωνο παρελθόν τῆς πόλης καί μᾶς συνδέει μέ τή βυζαντινή Ξάνθεια. Πρόκειται γιά βυζαντινό μυστικό συμβολισμό καί γιά πολεοδομική ἀντίληψη, ἡ ὁποία ὄχι μόνο χαρακτηρίζει τίς βυζαντινές πόλεις, ἀλλά καί τά χωριά καί τούς οἰκισμούς τῆς πατρίδας μας κατά τή βυζαντινή καί τή νεώτερη ἐποχή.  
Σύμφωνα μέ τήν ἀνάλυση τῆς λαογράφου Ἄλκης Κυριακίδου-Νέστορος (Σημάδια τοῦ τόπου ἤ ἡ λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, στό Λαογραφικά Μελετήματα, Ὀλκός, Ἀθήνα 1975) ἡ ὀργάνωση τοῦ χώρου στούς βυζαντινούς οἰκισμούς διακρίνεται ἀπό τήν καθαγίασή του. Ὁ χῶρος καθαγιάζεται μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σέ πέτρες, σέ δένδρα, σέ προσκυνητάρια καί εἰκονοστάσια, σέ ἐξωκκλήσια, σέ ἐκκλησίες καί παρεκκλήσια, σέ μοναστήρια ἤ μέ τήν περιάροση ἤ τήν περιφορά ἱερῶν ἀντικειμένων σέ λιτανεία. Τά ἱερά ὁρόσημα, τά "σταυρᾶτα" βρίσκονται ἔτσι σέ διάταξη κυκλοτερή, σέ ὀπτική ἐπαφή μέ τόν οἰκισμό, τόν ὁποῖο περιβάλλουν καί προστατεύουν.
Ἡ προστασία ἀπό τόν Σταυρό ἐκτείνεται σέ μεγάλο φάσμα ἐκδηλώσεων. Ἀναφέρουμε γιά παράδειγμα τήν προστασία ἀπό τόν Σταυρό στά κατώφλια καί στά ὑπέρθυρα τῶν κατοικιῶν μέ τόν καπνό τοῦ λευκοῦ κεριοῦ τῆς Ἀνάστασης, ὅπως καί τό "σταύρωμα" τῆς σκαλωσιᾶς τῆς ἀνεγειρόμενης οἰκοδομῆς. Ὁ ἴδιος ὁ σχεδιασμός τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ συνδέεται συμβολικά μέ τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἐνῶ ἡ εὐρύτερη περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ περιβάλλεται ἀπό ἱερή προστασία.
Ἡ καθαγίαση καί ἡ ἱεροποίηση τοῦ χώρου πραγματοποιοῦνται ἀπό τήν ἀπώτερη ἀρχαιότητα μέ τή συμβολική ὀργάνωση τῶν κτηρίων καί τή διαχείριση τοῦ τοπίου, μέ τρόπο πού καθιστᾶ τόν οἰκισμό κοσμολογικό κέντρο. Ὁ χῶρος ὀργανώνεται ἀπό ἕνα σύστημα συμβολισμῶν καί ἀποκτᾶ μιά σύνθετη σημειολογία. Ἡ κατοχύρωση καί ἐπιβεβαίωση τῶν ὁρίων τοῦ οἰκισμοῦ καθορίζει καί τήν ταυτότητά του. Ὁ καθαγιασμένος χῶρος ἀποτελεῖ ἕνα καταφύγιο μέσα στό χάος τοῦ βέβηλου χώρου καί ἐπιτρέπει τή σύνδεση μέ τό θεῖο. Δημιουργεῖται μία ἀντίθεση: ὁ χῶρος διαιρεῖται σέ χῶρο ἱερό καί σέ χῶρο δαιμονικό. Ὁ χῶρος τοῦ οἰκισμοῦ χαρακτηρίζεται πλέον ἀπό τίς διαβαθμίσεις τοῦ ἱεροῦ. Οἱ οἰκισμοί γίνονται κέντρα καί πηγές οἰκείωσης, ἀφοῦ συνδέονται μέ πραγματικότητες ἰδεατές ἤ ὑπερβατικές. Τό τοπίο ἀποκτᾶ συμβολικές διαστάσεις καί ἀναβαθμίσεις. Τό τοπίο ἀναδεικνύεται σέ μεταφυσικό στοιχεῖο, καθοριστικό γιά τήν ὕπαρξη τοῦ οἰκισμοῦ, πού συνδέει τόν αἰσθητό κόσμο μέ τό ἐπέκεινα. Τό τοπίο γίνεται οὐσιῶδες στοιχεῖο πολιτισμικῆς ταυτότητας. Τοπίο καί τόπος ὁλοκληρώνονται αἰσθητικά καί σημειολογικά μέ τή σημασία καί μέσω τῆς θέασης. Θέαση εἶναι ἡ ἰδιαίτερη ἐκείνη μεταφυσική στάση πού χαρακτηρίζει τούς  Ἕλληνες καί πού τονίζει τή γνωσιολογική σπουδαιότητα τῆς ὀπτικῆς ἐμπειρίας καί τῆς ὀπτικῆς ἀντίληψης. Χαρακτηριστικός εἶναι ὁ πλατωνικός μῦθος τοῦ σπηλαίου, σύμφωνα μέ τόν ὁποῖο ἡ πλήρης γνώση τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν γίνεται μέ τό βλέμμα.
Ὅσον ἀφορᾶ τή λογική τοῦ ἑλληνικοῦ τοπίου, θά ἀναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα, ὅπως τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου καί τήν κτηριολογική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ἀθήνας˙ τήν ὀργάνωση τοῦ τοπίου τοῦ ἱεροῦ τῆς ἀρχαίας Περαχώρας τῆς Μεγαρίδας˙ τήν πολεοδομική διάταξη τῆς ἀρχαίας Ρώμης καί τῆς Κωνσταντινούπολης, ὅπως τήν ὁραματίστηκε ὁ Μέγας Κωνσταντῖνος˙ τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό ἀρχαῖο θέατρο καί τόν ρόλο τοῦ τοπίου στό μοναστικό περιβάλλον.
 Ἡ καθαγίαση καί ὁ μυστικός συμβολισμός δέν περιορίζονται στήν ἄμεση περιφέρεια τοῦ οἰκισμοῦ, ἀλλά ἐπεκτείνονται καί στόν ἴδιο τόν οἰκισμό μέ τήν ὀργάνωση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ μέ βάση συμβολική μυστική μορφή. Στή συμβολική καθαγίαση τοῦ πολεοδομικοῦ ἱστοῦ πρωτεύοντα ρόλο παίζει ἡ χωροθέτηση τῶν ἱερῶν χώρων καί ὁ κοσμολογικός χαρακτηρισμός τῶν κατευθύνσεων τῶν δρόμων.
Ἔτσι ἡ φύση, περιβάλλον καί ἄνθρωπος θεωροῦνται ὡς ἑνότητα καί καθαγιάζονται. Δέν ὑπάρχει ἡ κυρίαρχη στή Δύση διάσταση πραγματικοῦ καί ὑπερβατικοῦ κόσμου.  





[i] Σέ ὅλα τά πολιτισμικά περιβάλλοντα καί τίς ἱστορικές κοινωνίες οἱ οἰκισμοί, ἀλλά καί τά μεμονομένα κτήρια, ἐντάσσονται σέ ἕνα πλούσιο συμβολικό σύστημα. Κέντρο καί πηγή τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἀποτελοῦν οἱ θρησκευτικές ἀντιλήψεις. Πρόκειται γιά τόν ἱερό χῶρο καί γιά τή συμβολική μικρογραφία τοῦ σύμπαντος, ὅπου ἐξορκίζεται τό δαιμονικό καί τό κακό καί ἐξασφαλίζεται ἱερή προστασία.
 Ὁ Δυτικός πολιτισμός ἀρνεῖται μετά τήν Ἀναγέννηση τή συστηματική συμβολική αὐτή ὀργάνωση τοῦ χώρου μέ μία συνεχή διαδικασία ἀποϊεροποίησής του. Ἀποκορύφωση τῆς διαδικασίας αὐτῆς ἀποτελεῖ ἡ καταστροφή τῆς σημασίας τοῦ τόπου καί ἡ δημιουργία ἑνός χώρου ὅπου εἶναι ἀδύνατη ἡ οἰκείωση.

[ii] Ἡ παλαιότερη γραπτή ἀναφορά ἔχει γίνει στό λεύκωμα τῆς Φ. Ε. Ξ. τό 1958. Οἱ προφορικές ἀναφορές μαρτυροῦνται ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα καί εἶναι πολλές. Πρόκειται γιά ζωντανή λαϊκή παράδοση πού διασχίζει τούς αιώνες και φτάνεις στις μέρες μας.

[iii] Πρόκειται γιά συναισθηματική ἰδεατή καί ὄχι ἀντικειμενική γεωμετρία, ἀφοῦ τά σκέλη τοῦ νοεροῦ σταυροῦ δέν τέμνονται ἀπόλυτα κάθετα ἄν χαράξουμε τόν νοερό σταυρό στόν χάρτη. Ἐκεῖνο ὅμως πού σημειολογικά ἔχει σημασία εἶναι τό τί φαίνεται καί τό τί βλέπουμε.

[iv] Άναφέρεται στίς ἐρευνητικές ἐργασίες τοῦ Φωκίονα Κοτζαγεώργη καί τοῦ Γιώργου Τσιγάρα. 








Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2011

Ξάνθεια: Βυζαντινός μυστικός πολεοδομικός σχεδιασμός


Ὄψη τῆς ὁδοῦ Ὑδραγωγείου.

Ἡ ἀρχή τῆς ὁδοῦ Σοφο­κλέους λίγο μετά τήν παλαιά γέφυρα τό 1898. Ὁ δρόμος συνε­χίζει πρός τίς ὁδούς Ὀρφέως καί Ἀριστείδου. Σέ ἀμφότερες ὑπῆρχε ἐμπορική δραστηριότητα, ὅπως φαίνεται καί ἀπό τό μικρό κατά­στημα στό δεξιό τμῆμα τῆς φωτο­γραφίας. Τά εἰκονιζόμενα νερά κινοῦσαν τόν πλησίον εὑρισκόμενο ὑδρόμυλο, πού λειτουργοῦσε μέχρι πρόσφατα.

Τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως στή συμβολή της μέ τήν ὁδό Παλαιολόγου, λίγο πρίν τήν πλατεῖα Ἀντίκα, ὅπου καί πύλη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας.  Εἰκάζουμε ὅτι ἡ ὁδός Ὀρφέως διασώζει τό ἴχνος τῆς βυζαντινῆς Μέσης ὁδοῦ. Εἰκονίζονται τά παλαιά καταστήματα, ὅπως καί ἡ καμπυλότητα καί οἱ διασταυ­ρώσεις τοῦ δρόμου, πού φράζουν τήν ὁρατότητα στό μῆκος τοῦ δρόμου. 

Κατά τούς μακρούς αἰῶνες τοῦ Βυζαντίου καί τῆς Τουρκοκρατίας, καί μέχρι τή δεύτερη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰώνα, μία ἀπό τίς κύριες εἰσόδους τῆς πόλης βρισκόταν παρά τόν ποταμό Κόσσινθο ἀπέναντι στή συνοικία Σαμακώβ. Ἀπό ἐκεῖ ἕνας κύριος δρόμος διασχίζει τήν πόλη ἀπό τήν Ἀνατολή πρός τή Δύση μέχρι τήν πλατεῖα Ἀντίκα, ὅπου καί ὑπῆρχε πιθανόν μία δεύτερη πύλη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας,. Μποροῦμε νά ταυτίσουμε ἕνα τέτοιο δρόμο μέ τή σημερινή ὁδό Ὀρφέως ἤ μέ τήν ὁδό Ἀριστείδου. Ὑποστηρίζουμε ὅτι πρόκειται γιά τή ρωμαιοβυζαντινή "Μέση" ὁδό[i], τόν κύριο δρόμο τῶν βυζαντινῶν οἰκισμῶν, ἐξέλιξη τῆς ρωμαϊκῆς κοσμολογικῆς πολεοδομικῆς ἀντίληψης, δρόμο ὁ ὁποῖος κατά κανόνα ξεκινᾶ ἀπό τήν Ἀνατολή καί καταλήγει στή Δύση.
Στούς βυζαντινούς οἰκισμούς ἡ Μέση ὁδός μαζί μέ ἕνα κάθετο δρόμο ἀπό τό Νότο πρός τόν Βορρά σχηματίζουν σταυρό. Στό σημεῖο τῆς τομῆς τῶν δύο δρόμων ὑπάρχει κατά κανόνα κάποια πλατεῖα μέ κέντρο ἐκκλησία, ὅπου καί ὁ ὀμφαλός τῆς πόλης. Ὁ ὀμφαλός, μέ πόλο τό σταυρό τῆς ἐκκλησίας, προεκτείνει μυστικῶς ἕνα κατακόρυφο νοητό ἄξονα πάνω πρός τόν οὐρανό, πρός τήν οὐράνια Ἰερουσαλήμ καί κάτω πρός τό Ναδίρ. Δημιουργεῖται ἕνα κοσμόγραμμα πού χωροθετεῖ τόν οἰκισμό στό κέντρο τοῦ σύμπαντος.  Ἕνα κοσμολογικό σταυρικό σύμβολο σέ τρεῖς διαστάσεις σχηματίζεται πού περιλαμβάνει τό χωρικό καί τό οὐράνιο σύμπαν.  Ἕνα σύμπαν πού δέν εἶναι μόνο φυσικό. Μέ ἄλλα λόγια, πρόκειται γιά τυπικό ρωμαϊκό κοσμολογικό συμβολισμό[ii], πού στό Βυζάντιο ἐξελίσσεται σέ μυστικό συμβολισμό. Συμβολική πολεοδομική συγκρότηση, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τίς βυζαντινές πόλεις καί εἶναι γνωστή ἀπό τίς μεγαλειώδεις συλλήψεις τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου κατά τόν σχεδιασμό τῆς Νέας Ρώμης-Κωνσταντινούπολης. Ἔχουμε ἐδῶ, μία μυθική-συμβολική καί ὄχι ἀντικειμενική-ἐπιστημονική γεωγραφία. Ὁ βυζαντινός ἄνθρωπος ζητᾶ νά συνδέσει τόν κοσμικό χῶρο μέ τό οὐράνιο ἐπέκεινα καί νά ἐκφράσει συμβολικῶς καί μυστικῶς τή βυζαντινή κοσμοαντίληψη. Ὁ χῶρος καθαγιάζεται καί ἱεροποιεῖται.
Ἀνάλογο πολεοδομικό συμβολικό-μυστικό σχεδιασμό συναντᾶμε σέ πολλές πόλεις τῆς βυζαντινῆς ἐποχῆς, ὅπως π. χ. στή Θεσσαλονίκη, τό Μέτσοβο, τή Νάουσα, τή Νίκαια τῆς Βιθυνίας, τήν Ἀδριανούπολη, τήν κάτω πόλη τῆς Μονεμβασίας, τόν Μυστρά καί τή Ραιδεστό. Ὅπως καί σέ χωριά τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου μέχρι τελείως πρόσφατα.  
Βέβαια, στήν Ξάνθη ἡ ταύτιση τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως μέ μία βυζαντινή Μέση ὁδό εἶναι μᾶλλον παρακινδυνευμένη, οὔτε εἶναι ἐμφανής, τουλάχιστον σήμερα, ἡ ὕπαρξη ὁδοῦ, ἀπό Βορρά πρός Νότο καί οὔτε φαίνεται ὅτι ὁ ναός τοῦ Προδρόμου, παρά τήν παλαιότητά του, ἔπαιζε τόν ρόλο ὀμφαλοῦ. Ὡστόσο, ἡ ὑπόθεσή μας θά μποροῦσε ἴσως νά ὁδηγήσει σέ ἐνδιαφέροντα συμπεράσματα μετά ἀπό ἔρευνα.
Ἡ συμβολική καί μυθική αὐτή γεωγραφία δέν περιορίζεται μόνο στούς βυζαντινούς οἰκισμούς, ἀλλά ἐπεκτείνεται, ὅπως ἀναλύσαμε, καί στήν εὐρύτερη περιφέρειά τους μέ τήν καθαγίασή της. Πρόκειται γιά τήν ἱεροποίηση τοῦ χώρου καί τόν ἐμπλουτισμό του μέ σύμβολα, στοιχεῖα χαρακτηριστικά τῆς βυζαντινῆς ἰδιομορφίας καί στοιχεῖα τά ὁποῖα οἱ σημερινές ἀντιλήψεις θεωροῦν – ἤ, μᾶλλον, θεωροῦσαν – ξεπερασμένα.
Πρόκειται γιά ἐκδηλώσεις συμβολικῆς σκέψης, ὅπως χαρακτηρίζεται ὁ τρόπος σκέψης καί οἱ νοοτροπίες τῶν προβιομηχανικῶν κοινωνιῶν καί πολιτισμῶν σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀρθολογική σκέψη, ἡ ὁποία κυριαρχεῖ στόν σύγχρονο κόσμο[iii].



[i] Ὑποστηρίζουμε ὅτι τά ἴχνη τῶν κύριων δρόμων τῆς Ξάνθειας διατηροῦνται μέσα στούς αἰῶνες, παρά τίς ἀλλεπάλληλες ἀνοικοδομήσεις. Τά σπίτια καί τά κτήρια μπορεῖ νά κτίζονται καί να ξανακτίζονται, ἀλλά πρακτικές καί διοικητικές ἀνάγκες κρατοῦν τούς κύριους δρόμους ἀμετάβλητους.


[ii] Ἐξέλιξη τῆς ἱπποδάμειας ἀντίληψης πού βασιζόταν σέ ἕνα κεντρικό ὁδικό σύστημα σέ σχῆμα σταυροῦ προσανατολισμένο πρός τά τέσσερα σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα. Οἱ δύο κύριοι ὁδικοί ἄξονες ἀποτελοῦσαν προβολή τῶν κύριων οὐράνιων γραμμῶν, δηλαδή τῆς τροχιᾶς τοῦ ἥλιου καί τῆς σταθερῆς κατεύθυνσης πρός τόν πολικό ἀστέρα.


[iii] Ὁπωσδήποτε δέν θά πρέπει νά δώσουμε στόν χαρακτηρισμό συμβολική σκέψη ἀπαξιωτικό χαρακτῆρα, ἀλλά θά πρέπει νά κατανοήσουμε ὅτι πρόκειται γιά διαφορετικό τρόπο σκέψης ἀπό αὐτόν πού εἴμαστε συνηθισμένοι σήμερα καί τόν ὁποῖο θεωροῦμε ἀπόλυτα ὀρθό καί ἀπόλυτα σύγχρονο.





Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Ἐκδυτικισμός: ἐκλεκτικισμός καί μπέλ ἐπόκ.

Συμβολική, ἀκαδη­μαϊκή ἀπεικόνιση τῆς ἕλευσης τοῦ νέου αἰώνα στό ἀρχοντικό Μεταξᾶ στήν ὁδό Μάρκου Μπότσαρη.

Σιδε­ριές παρμέ­νες ἀπό τά ἀστικά περι­βάλ­λοντα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τοπικές διακοσμήσεις (2004).

Ἡ εἴσοδος στό κονάκι τοῦ Χαμδῆ Μπέη. Χαρα­κτη­ριστικό δεῖγμα ἐκλεκτικιστικῆς ἀρχιτε­κτονικῆς μέ νεοκλασσικό ὕφος καί τοπικά διακοσμητικά στοιχεῖα (2005).

Μικρά καταστήματα στή βόρεια πλευρά τῆς Κεντρικῆς Πλατείας μέ πληθώρα δυτικότροπων διακοσμήσεων. Κατασκευές τῆς τελευταίας δεκαετίας τοῦ 19ου αἰώνα. (Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Μπαλκόνι μέ ἰδιόμορφη τοπική σιδεριά σέ κτήριο λόγιου ὕφους στήν ὁδό Ὀρφέως.

Μπαλκόνι μέ σιδεριά γαλλικῆς προέλευσης σέ κατοικία λαϊκοῦ ὕφους στό Νησάκι.

Τμῆμα ἀπό τό κινηματοθέατρο "Ἠλύσια" πού κτίσθηκε τήν πρώτη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰώνα σέ ὕφος πρώιμου art deco. Ὀνομάσθηκε τότε "Μέγκα Κιν" (2005).

Πέτρινη μεσοαστική κατοι­κία μέ πλῆθος ἐκλεκτικιστικῶν στοιχείων στή συνοικία Δώδεκα Ἀποστόλων. Κτίσθηκε τό 1887 ἀπό μπουλούκι Ἠπειρωτῶν κουδα­ραίων.
(
Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Στηθαῖο σέ μικροαστική κατοικία τοῦ Μεσοπολέμου μέ διακοσμήσεις παρμένες ἀπό τόν γαλλικό ἀκαδημαϊσμό. Βρίσκεται στήν ὁδό Βλαχοπούλου (2006).




Ἡ μεγάλη ποικιλία καί ἀνάμειξη τῶν μορφῶν καί τῶν στύλ ἐμφανίζεται στό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης καί στήν ἀνατολίζουσα ἀτμόσφαιρα τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 19ου αἰώνα καί κυριαρχεῖ στίς ἐπαρχιακές πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας. Τήν ἴδια ἐποχή στήν Ξάνθη, δημιουργεῖται ἕνα ποικιλόμορφο δομημένο περιβάλλον, ὅπου συνυπάρχουν στοιχεῖα λαϊκῆς μακεδονικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, βορειοθρακιώτικα πρότυπα, ὀθωμανικές μορφές καί στύλ, καί διακοσμήσεις παρμένες κατευθεῖαν ἀπό τή Δυτική Εὐρώπη. Ἡ ἰδιόμορφη αὐτή πραγματικότητα περιβάλλεται ἀπό τίς μουσουλμανικές συνοικίες καί τούς ἀνατολίτικους μιναρέδες καί στεφανώνεται ἀπό τά τρία μοναστήρια τῆς πόλης. Εἶναι μιά μορφή ἐκλεκτικισμοῦ, ὕφους πού χαρακτηρίζει τό δομημένο περιβάλλον σέ ὅλη τήν Εὐρώπη κατά τόν 19ο αἰῶνα.
Μέ τόν ὅρο ἐκλεκτικισμός ἐννοοῦμε τήν ἐπιλογή καί τήν ἀνάμειξη διαφορετικῶν στοιχείων μέ διαφορετικά στύλ καί κυρίως τή χρήση τους στήν ἀρχιτεκτονική δημιουργία. Ὕφος (στύλ) ὀνομάζουμε τήν ἐπανάληψη στερεότυπων ἤ χαρακτηριστικῶν τρόπων ἤ χαρακτηριστικῆς ἀτμόσφαιρας κατά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Τό ὕφος εἶναι σύνθεση στοιχείων τά ὁποῖα δημιουργοῦν ἕνα σημειωτικό καί αἰσθητικό κώδικα. Κατά τήν ἐκλεκτικιστική ἀντίληψη στίς καλές τέχνες καί τήν ἀρχιτεκτονική, διάφορα ὕφη τοῦ παρελθόντος συνυπάρχουν καί διαπλέκονται, ὥστε νά βοηθοῦν στή δημιουργία τοῦ συνολικοῦ αἰσθητικοῦ ἀποτελέσματος.
 Ὁ ἐκλεκτικισμός κυριαρχεῖ κατά τόν 19ο αἰῶνα στήν ἀρχιτεκτονική καί δημιουργεῖ ποικιλόμορφες κατασκευές. Ἔτσι, ἐκφράζεται ἕνας κοσμοπολιτισμός καί μία διάθεση ἐκμοντερνισμού. Στά Βαλκάνια καί στήν Ἀνατολή ἡ ἄνοδος μιᾶς νέας ἀστικῆς τάξης, πού ἐνθαρρύνει ἡ πολιτική τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐκφράζεται στό δομημένο χώρο μέ τήν πρόσληψη στοιχείων καί μορφῶν ἀπό τήν Κεντρική καί Δυτική Εὐρώπη, ἀφοῦ αὐτές εἶναι τά σταθερά κέντρα ἀναφορᾶς ἀπ΄ ὅπου ἐμπνέονται οἱ τοπικές συμπεριφορές.
Ὁ ἐκλεκτικισμός χαρακτηρίζει ἀρκετά ἀπό τά κτίσματα τῆς Ξάνθης, αὐτά πού κτίζουν κοσμοπολίτες ἔμποροι μέ τίς συμβουλές ἤ τά σχέδια ξένων ἀρχιτεκτόνων. Ἔτσι βλέπουμε κτίσματα ἐπηρεασμένα ἀπό τό γερμανικό ρομαντισμό ἤ καί νεορομαντισμό, τό γαλλικό ἀστικό περιβάλλον, τό ἀγγλικό μικροαστικό περιβάλλον ἤ καί στοιχεῖα διακόσμησης πού παραπέμπουν στόν εὐρωπαϊκό ἀκαδημαϊσμό, στήν ἰταλική ἀναγέννηση καί τόν νεοκλασσικισμό τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους.
Τήν ἴδια ἐποχή ἐμφανίζεται καί ἡ αὐτάρεσκη καί αἰσιόδοξη ἀτμόσφαιρα πού σήμερα ὀνομάζουμε μπέλ ἐπόκ. Ἡ εὐρωπαϊκή μπέλ ἐπόκ (1870-1910) συμπίπτει μέ τήν οἰκονομική ἀκμή τῆς Ξάνθης καί γίνεται ἕνα πρότυπο γιά τούς νεοπαγεῖς ἀστούς τῆς πόλης. Οἱ ἔμποροι πού ταξιδεύουν στήν Κεντρική Εὐρώπη, φροντίζουν νά φέρουν τήν τελευταία ἀπαίτηση τοῦ συρμοῦ στή μακρινή καί ἐπαρχιακή Ξάνθη. Οἱ ἐνδυμασίες συμφωνοῦν μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς μόδας, ὄχι μόνο τοῦ κοσμοπολίτικου Πέραν, ἀλλά καί τοῦ Παρισιοῦ, τοῦ Βερολίνου καί τῆς Βιέννης. Οἱ κατοικίες ἀποκτοῦν στοιχεῖα διακόσμησης πού παραπέμπουν στή δυτική Εὐρώπη, ἐνῶ γεμίζουν ἔπιπλα καί τοιχογραφίες σύμφωνα μέ τίς συνήθειες τῶν μεγαλοαστικῶν κατοικιῶν, ὅπως προβάλλονται στίς μεγάλες πόλεις τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης.
Ἡ μπέλ ἐπόκ εἶναι ἡ ξέγνοιαστη ἐποχή τῆς ἀστικῆς τάξης ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τά πλεονεκτήματα τῆς θέσης της. Ἡ παγίωση μιᾶς πανευρωπαϊκῆς εἰρήνης γιά μερικές δεκαετίες, ἡ παγκόσμια εὐρωπαϊκή ἐπέκταση καί ἡ ἀνάπτυξη τῆς βιομηχανίας, ἐπιτρέπουν τή βελτίωση τῶν συνθηκῶν ζωῆς γιά τό ἀστικό μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Εἶναι ἡ ἐποχή, κατά τήν ὁποία οἱ ἀστοί ἀπολαμβάνουν μαζικά τά ἀγαθά τῆς καλῆς ζωῆς, τῆς διασκέδασης καί τῆς ἀφθονίας. Αὐτά τά ἀγαθά, τά ὁποῖα μέχρι τότε ἀπολάμβαναν μόνον οἱ εὐγενεῖς. Ἀποκορύφωση τῆς μπέλ ἐπόκ εἶναι τό ὕφος τῆς βικτωριανῆς ἐποχῆς στήν Ἀγγλία, ἡ ἐκλεπτυσμένη ἀστική Γαλλία καί ἡ ἀνερχόμενη Γερμανία, μέ χαρακτηριστικότερες ἐκφράσεις τή μουσική τῆς οἰκογένειας Στράους στή Βιέννη, τή μουσική τοῦ Ζάκ Ὄφφενμπαχ καί τή ζωγραφική τῶν ἰμπρεσσιονιστῶν στό Παρίσι, ὅπως καί τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἀστικοῦ περιβάλλοντος σέ ὁλόκληρη τήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο.
Ἡ αἰσιόδοξη αὐτή ἐποχή τελειώνει ἀπότομα καί μαζί τελειώνει καί ἡ ἐποχή τῶν ἀστῶν, τό 1914 μέ τήν ἔναρξη τοῦ τρομεροῦ Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. 

Ἐκδυτικισμός: ἀστικοποίηση καί ἀστικότητα.



Τό νέο ξενοδοχεῖο "Ρουαγιάλ", πού ὀνομάσθηκε μετά "Λούξ", στή σημερινή ὁδό Γ. Σταύρου τό 1911.  Ἤταν ἰδιοκτησία Τούρκου μπέη, ὁ ὁποῖος φρόντισε νά τό ὀργανώσει σύμφωνα μέ τά τότε καθιερωμένα τοῦ δυτικοῦ ἀστικοῦ περιβάλλον­τος καί τῆς δυτικῆς κουζίνας.

Μεταφύτευση τοῦ ἀστικοῦ περιβάλλοντος τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης στή μακρινή καί ἐξωτική Ξάνθη. Περίπατος ἀστῶν τῆς πόλης κάποια Κυριακή τοῦ 1904 στόν δρόμο τοῦ Σταθμοῦ, ὅπου ἡ κύρια φροντίδα εἶναι ἡ ἐπίδειξη τῆς τελευταίας λέξης τῆς μόδας, ὅπως αὐτή ἔρχεται ἀπό τό Παρίσι καί τή Βιέννη, ἀφοῦ περάσει ἀπό τό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κων­σταντινούπολης.



Ζωγραφική διακόσμηση σέ δωμάτιο τοῦ ἀρχοντικοῦ Κουγιουμτζόγλου στήν ὁδό Ἀντίκα (σήμερα Λαογραφικό Μουσεῖο). Ὅλο τό σπίτι εἶναι κατάγραφο ἀπό διακοσμήσεις καί ζωγραφιές γερμανῶν νεορομαντικῶν ζωγράφων κατά τά πρότυπα τῆς Βιέννης καί τῆς Βαυαρίας (2008).


Θερμάστρα μέ πορσελάνινη ἐπένδυση, ἔκθεμα σήμερα τοῦ Λαογραφικοῦ Μουσείου Ξάνθης. Οἱ θερμάστρες αὐτές κατασκευα­ζόταν στήν Κεντρική Εὐρώπη καί γιά κάποια περίοδο θεωροῦνταν ὡς στοχεῖο κύρους καί κοινωνικῆς κατακύρωσης γι’ αὐτούς πού τίς εἶχαν στά σπίτια τους.

Τό ἀρχοντικό Καρα­μπέ­τση στήν ὁδό Ἁγίου Βλασίου. Νεοκλασσική συμμετρική κατασκευή μέ λόγια στοιχεῖα. Κτίσθηκε τό 1896.



Σιδεριά στό ὑπέρθυρο τοῦ ἀρχοντικοῦ Καραμπέτση. Πρόκεται γιά τοπικό σχέδιο ντόπιου μάστορα πού ἐμπνέεται ἀπό τά ἀντίστοιχα γαλλικά. Ὁ φωταγωγός καλύπτεται μέ πολύχρωμα τζάμια ὥστε νά δημιουργεῖται μιά χρωματική ποικιλία στήν ἐσωτερική σκάλα.


Κατάστημα κατά τά ἀστικά πρότυπα τῆς Δύσης στήν ὁδό Ὀρφέως (2002).



Στά μέσα τοῦ 18ου αἰώνα ἡ κατακτητική ὁρμή τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων ἔχει φθάσει στά ὅριά της καί εἶναι ἐμφανές ὅτι ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία βρίσκεται στό δρόμο τῆς παρακμῆς. Εἶναι πλέον κατανοητό ὅτι ἡ Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία δέν εἶναι σέ θέση νά ἀντιμετωπίσει τήν τεχνολογική καί στρατιωτική ὑπεροχή τῆς Δύσης. Παράλληλα, ἡ Αὐτοκρατορία παρακμάζει οἰκονομικά καί γίνεται εἰσαγωγέας τῶν προϊόντων τῆς μεταποίησης καί τῆς βιομηχανίας τῶν δυτικῶν χωρῶν, τά ὁποῖα κατακλύζουν τίς ἀγορές της, ἀφοῦ ἡ ὀθωμανική διοίκηση δέν εἶναι σέ θέση νά δημιουργήσει δασμολογικά φράγματα. Ἡ ἴδια ἡ διοίκηση χαρακτηρίζεται ἀπό προϊούσα διαφθορά. Δέν εἶναι πλέον δυνατές οἱ κατακτήσεις καί ἑπομένως λείπουν οἱ πόροι ἀπό τήν παρασιτική ἐπέκταση τῆς Αὐτοκρατορίας, κάτι πού εἶναι συμφυές μέ τήν ὕπαρξή της. Ἡ κατάσταση αὐτή σημαίνει τήν ἀνάγκη μεταρρυθμίσεων.
Ὁ ἐκσυγχρονισμός τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας δέν μπορεῖ νά εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τή μίμηση τῶν ἐπιτυχημένων δυτικῶν προτύπων. Ὁ ἐκσυγχρονισμός λοιπόν τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι κατ’ ἀνάγκη ἐκδυτικισμός. Φορεῖς τοῦ ἐκσυγχρονιστικοῦ πνεύματος ἀποτελοῦν κατά τόν 18ο καί τόν 19ο αἰῶνα οἱ ρωμαίικες κοινότητες τῆς Ἀνατολῆς. Οἱ Ρωμηοί, υἱοθετοῦν μέ ἐνθουσιασμό τούς δυτικούς τρόπους καί προσβλέπουν, σταθερά πλέον, πρός τή Δύση.
Οἱ Ρωμηοί τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς ἀκολουθοῦν πιστά τά ἀστικά πρότυπα τῆς Κωνσταντινούπολης, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τόν σταθερό πόλο καί τό κέντρο ἀναφορᾶς. Ἡ ἐνδυμασία, ἡ κατοικία, οἱ κοινωνικές συμπεριφορές καί τά χρηστικά ἀντικείμενα εἶναι πλέον αὐτά, τά ὁποῖα ἐπιβάλλει ὁ συρμός πού ξεκινᾶ ἀπό τίς χῶρες τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Τόν ἄνεμο ἐλευθερίας, πού συνοδεύει τόν ἐκσυγχρονισμό τῆς Αὐτοκρατορίας, ἀκολουθεῖ ἡ ἀνάδυση μακραίωνων πρακτικῶν καί παραδόσεων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως ἡ κοινοτική καί συντεχνιακή ὀργάνωση, ἡ ἐξωστρέφεια καί ἡ ἀνοικτή κοινωνική ζωή. Ὡστόσο, ὁ ἐκσυγχρονισμός τῶν Ρωμηῶν δέν συνεπάγεται πολιτισμική μετάλλαξη: οἱ Ρωμηοί παραμένουν συσπειρωμένοι γύρω ἀπό τήν Ἀνατολική Ἐκκλησία καί διαπρέπουν στήν οἰκονομία, τό ἐμπόριο καί τή ναυτιλία.
Στήν πόλη τῆς Ξάνθης μέ τήν ἐξωστρεφή διάθεση τῶν καπνεμπόρων, οἱ ὁποῖοι δίνουν καί τόν τόνο στήν κοινωνική ζωή, υἱοθετοῦνται ἀμέσως οἱ δυτικοί τρόποι. Εἶναι ἐμφανής ἡ δημιουργία ἑνός ἀστικοῦ περιβάλλοντος μέ πυρῆνα τούς ἐπώνυμους πλέον καπνεμπόρους, οἱ ὁποῖοι προβάλλουν ὡς πρότυπα γιά τό πιό δυναμικό τμῆμα τῆς τοπικῆς κοινωνίας. Τά ἀρχοντικά τῶν καπνεμπόρων γίνονται τά σημεῖα ἀναφορᾶς καί τά κέντρα τῆς κοινωνικῆς ζωῆς. Ἡ πόλη ἀποκτᾶ ἕνα ἀστικό χαρακτῆρα πού συνυπάρχει καί ἀναμειγνύεται μέ τό λαϊκό περιβάλλον. Μποροῦμε νά ὀνομάσουμε τόν χαρακτῆρα αὐτόν ἀστικότητα, ἔχοντας κατά νοῦ τήν ἰδιαίτερη ἐκείνη διάθεση πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ἀστική παράδοση, ὑποστηρίζει ἕνα προοδευτικό κοσμοπολιτισμό καί μιά κοινωνία ἀνοιχτή στίς προκλήσεις τῶν καιρῶν.
Τό ἐξωστρεφές καί κοινωνικό πνεῦμα πού συνδέεται μέ τήν ἀστικότητα ἐκδηλώνεται καί στήν ἀντίληψη πού ἔχουν οἱ Ξανθιῶτες γιά τή διασκέδαση καί τήν κοινωνική ἔξοδο σέ καθημερινή βάση. Ἐπικρατεῖ ἕνα αἰσιόδοξο καί καλοπροαίρετο πνεῦμα καί ἡ κοινωνική μόρφωση ἀναγνωρίζεται ὡς ἀξία.


Ποικιλία ρυθμῶν καί ἀνθρώπινη πολυμορφία.

Ζεῦγος Ἑλλήνων ἀστῶν κατά τόν γάμο τους τό Φθινόπωρο τοῦ 1920. Ὁ γαμπρός προφανῶς ἦταν ἀξιω­ματικός τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ πού ὑπηρετοῦσε στήν Ξάνθη μετά τήν ἀπελευθέρωσή της στίς 4 Ὀκτωβρίου 1919. Μόνιμη εἶναι ἡ κινητικότητα τοῦ ἀστικοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλης, ὁ ὁποῖος συνεχῶς ἐνισχύεται ἀπό ἄτομα τοῦ εὐρύτερου ἑλλαδικοῦ χώρου, πού ἐγκαθίστανται στήν πόλη ὡς στελέχη δημοσίων ὑπηρεσιῶν. 
Πρόκειται γιά ἀστικοποιημένο περιβάλλον ὅπου οἱ παραδοσιακές συνήθειες, πού ξεκινοῦν ἀπό τό ἀγροτικό περιβάλλον, ἔχουν ἀντικατασταθεῖ ἀπό τόν ἀστικό πολιτισμό τοῦ 19ου αἰώνα. 


Ἄποψη τῆς Ξάνθης τό 1915, παρμένη ἀπό τόν χῶρο τοῦ σημε­ρινοῦ Διοικητηρίου. Μπρο­στά φαίνεται ἀγρός καλ­λι­εργούμενος μέ καπνό. Ὅπως μέχρι πολύ πρόσφατα, πολλοί κάτοικοι τῆς Ξάνθης συνέχιζαν νά ἀσχο­λοῦνται μέ τήν καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ παρ’ ὅλο πού κατοικοῦσαν μέσα στήν πόλη. Πάντα εἶναι ἐμφανής ἡ σύνδεση καί ἡ ἐξάρτηση τῆς πόλης ἀπό τόν πέριξ ἀγροτικό χῶρο.


Χυτοσιδηρό κιονόκρανο πού ἔχει εἰσαχθεῖ ἀπό τήν Ἰταλία σέ κατάστημα τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως. 

Ἡ εἴσοδος ἀπό κονάκι στήν ὁδό Ὑδραγωγείου σύμφωνα μέ τά πρότυπα τῆς ἀρχοντικῆς ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Νότιας Ἑλλάδας. Σύγχρονη φωτογραφία (2006).


Κατάστημα μέ λόγιο ὕφος κτισμένο ἀπό Ἠπειρῶτες μαστό­ρους.
(Ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου). 


Ἀνάμειξη χριστιανῶν καί μουσουλμάνων στό ἑβδομαδιαῖο παζάρι τῆς Ξάνθης (2006).



Τιμοκατάλογος σέ λαϊκό κατάστημα γλυκισμάτων κατά τήν παράδοση τῆς Ἀνατολῆς (2005).


Σαρακατσάνοι τῆς Ξάνθης σέ συγκέντρωσή τους.



Περίπτερο σέ παρισινό στύλ στήν Κεντρική Πλατεῖα κατά τόν Μεσοπόλεμο.
(
Σκίτσο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ)

Σπίτι μέ ἐμφανῆ κόκκινα τούβλα σέ ἀπομίμηση τῆς ἀγγλικῆς μικροαστικῆς κατοικίας (2006).




Ἡ μορφή τοῦ πύργου τοῦ ρολογιοῦ τῆς Κεντρικῆς Πλατείας τῆς Ξάνθης τό 1925 καί τό 1938.


Ἡ πολυμορφία καί ἡ ποικιλία τῶν ρυθμῶν στό δομημένο περιβάλλον τῆς Ξάνθης εἶναι, βέβαια, ἀποτελέσματα τῆς ἀνθρώπινης πολυμορφίας πού χαρακτηρίζει τήν πόλη.
Μέ τήν ἔλευση τοῦ 20οῦ αἰώνα ἡ πόλη ἔχει πάρει πλέον τή μορφή πού σήμερα εἶναι χαρακτηριστική. Παρά τήν παρουσία μιᾶς βιομηχανικῆς, βιοτεχνικῆς καί ἐμπορευματικῆς ἀστικῆς τάξης, πού ἐκφράζεται μέ τά κονάκια καί τά ἐκλεκτικιστικά καί νεοκλασσικά ἀρχοντικά, ὁ βαλκανικός λαϊκός χαρακτῆρας κυριαρχεῖ στήν πόλη.
Στήν περιφέρεια τῆς πόλης κατοικοῦν σέ μονώροφες ἤ διώροφες μονοκατοικίες μέ περίκλειστη αὐλή οἱ, δεμένοι μέ τή γῆ, ἐσωστρεφεῖς καί ὑπομονετικοί τουρκογενεῖς μουσουλμάνοι, πολλοί ἀπ’ αὐτούς ἀπόγονοι τῶν Τουρκομάνων Κονιάρηδων καί τῶν Γιουρούκων, πού μετά τόν 14ο αἰῶνα οἱ κατακτητές Ὀθωμανοί Τοῦρκοι φρόντισαν νά ἐγκαταστήσουν στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης. Στή συνοικία Σοῦννε κατοικοῦν σέ μεγάλα κονάκια μέ πτέρυγες κατά τά πρότυπα τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας οἱ μουσουλμάνοι τσιφλικάδες μπέηδες καί σέ μικρότερες ἀστικές κατοικίες οἱ μουσουλμάνοι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ποῦ καί ποῦ, ἐμφανίζεται κάποιος γνήσιος νέγρος ἀπ’ αὐτούς πού ἐγκατέστησαν στήν πεδιάδα οἱ τσιφλικᾶδες μπέηδες, φέρνοντάς τους ἀπό τήν Ἄνω Αἴγυπτο. Στά βόρεια ὑψώματα τῆς περιφέρειας τῆς πόλης, κατοικοῦν σέ μικρές φτωχικές κατοικίες οἱ αὐστηροί, ἐργατικοί Πομάκοι, ἀπόγονοι γηγενῶν ὀρεσίβιων Θρακῶν, τῶν ὁποίων ἡ γλώσσα καί ἡ ταυτότητα βρίσκονται σέ συνεχῆ ἀπειλή. Στή νότια περιφέρεια βρίσκονται οἱ φτωχοί καί ὀλιγαρκεῖς Ἀθίγγανοι. Στή νέα συνοικία τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων κατοικοῦν στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα λίγοι σλαβόφωνοι ὀπαδοί τῆς Βουλγαρικῆς Ἐξαρχίας καί δυτικά ὑπάρχει μία κοινότητα Ἑβραίων πού ἀριθμοῦσε ἀρχικά λίγα ἄτομα γιά νά φθάσει σέ ἑκατοντάδες κατά τόν Μεσοπόλεμο. Τέλος, στίς κεντρικές συνοικίες κατοικοῦν οἱ ἔμποροι, μικρέμποροι, βιοτέχνες, μαστόροι καί ἐργάτες πού εἶναι  Ἕλληνες, αὐτόχθονες ἤ ἐπήλυδες, ἀπό πολλά μέρη τῆς Ἑλλάδας καί κυρίως ἀπό τήν   Ἤπειρο καί τή Μακεδονία.
Οἱ παλιοί αὐτόχθονες Ρωμηοί Ξανθιῶτες μιλοῦν ἰδιωματικά μέ θυμόσοφο λαϊκό τρόπο. Στά παζάρια, τά μικρομάγαζα καί τά ἐργαστήρια βρίσκονται τά προϊόντα μιᾶς προβιομηχανικῆς ἐποχῆς, ἀπό τά τοπικά ὑφαντά καί τήν τοπική κουζίνα, μέχρι τά χρηστικά κεραμικά ἀντικείμενα μέ τόν τοπικό χαρακτῆρα. Στούς δρόμους πηγαινοέρχονται κάρα κατάγραφα μέ λαϊκῆς ἤ λόγιας ρομαντικῆς ἔμπνευσης διακοσμήσεις καί ἀπεικονίσεις.
Δίπλα στόν λαϊκό χαρακτῆρα πού δίνουν οἱ χιλιάδες ἐργάτες τοῦ καπνοῦ καί οἱ μικροεπαγγελματίες, ἡ παρουσία μιᾶς ἐκλεπτυσμένης ἀστικῆς τάξης εἶναι ἐμφανής. Οἱ ἀστοί προσθέτουν στίς κεντρικές συνοικίες τῆς πόλης τόν χαρακτῆρα ἑνός ὑβριδίου τῆς κεντροευρωπαϊκῆς μπέλ ἐπόκ καί τῆς Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς, μέ ἕνα πνεῦμα ἐξωστρεφές καί κοινωνικό. Οἱ ἐνδυμασίες τῶν ἀστῶν προέρχονται ἀπό τήν Κεντρική Εὐρώπη ἤ τό Πέραν, τό ὁποῖο ἀποτελεῖ τό πρότυπο μίμησης καί τή μόνιμη ἀναφορά τους. Μέσα στά σπίτια καί τά μέγαρά τους, ἔπιπλα καί διακοσμήσεις μέ προέλευση ἤ ἔμπνευση ἀπό τή Δυτική Εὐρώπη δίνουν κῦρος καί κατοχυρώνουν τό ἀστικό τους περιβάλλον. 
Μέ τή βοήθεια τῆς κοινοτικῆς παράδοσης καί τῆς κοινοτικῆς πρακτικῆς, δημιουργοῦνται τέτοιες ἀντιλήψεις, ὥστε ἡ Ξάνθη ἀποκτᾶ μεγάλους δημόσιους χώρους, ὅταν ἀποξηραίνεται ἡ δεύτερη κοίτη τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου μετά τό 1912.
Τό ἐξωστρεφές καί κοινωνικό πνεῦμα ἐμφανίζεται ἐπίσης στήν ἀντίληψη τῆς καθημερινῆς διασκέδασης καί κοινωνικῆς ἐξόδου πού χαρακτηρίζει τούς Ξανθιῶτες. Ἡ Ξάνθη εἶναι γεμάτη ἀπό κέντρα διασκέδασης, καφενεῖα, λέσχες καί κοινωνικές ἐκδηλώσεις.
Στήν πόλη ἐγκαθίστανται κατά περιόδους πληθυσμοί τῆς Βόρειας Θράκης, τῆς Χαλκιδικῆς, Ἠπειρῶτες καί Μακεδόνες, ἀργότερα Κρητικοί. Μετά τήν ἀσύλληπτης ἔκτασης, τρομερή Μικρασιατική Καταστροφή, ἡ Ξάνθη γίνεται καί πάλι ἕνα καταφύγιο: καταφύγιο τώρα πολλῶν χιλιάδων προσφύγων τῆς πάλαι Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς καί μία πραγματική προσφυγούπολη. Οἱ πρόσφυγες προέρχονται ἀπό ὅλες τίς περιοχές τῆς Ἀνατολῆς, κυρίως ὅμως προέρχονται ἀπό τήν Ἀνατολική Θράκη. Οἱ πρόσφυγες φτάνουν λίγα χρόνια μετά τήν καταστροφή νά ἀποτελοῦν τόν μισό πληθυσμό τῆς Ξάνθης, ὁ ὁποῖος ἔχει ὑπερδιπλασιαστεῖ. Μαζί μέ τούς πρόσφυγες τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τῆς Ἀνατολῆς ὑπάρχουν καί οἱ πρόσφυγες τῆς Βόρειας Θράκης, Ἀρμένιοι καί λίγοι Κιρκάσιοι πού πολέμησαν μαζί μέ τούς  Ἕλληνες στόν Μικρασιατικό Πόλεμο. Ὅπως κατά τήν κρίσιμη ἐποχή τῆς κατάκτησης ἀπό τούς Ὀθωμανούς Τούρκους, ὅταν οἱ χριστιανοί ὅλης τῆς περιφέρειας συγκεντρώθηκαν στήν πόλη, ἔτσι καί μετά τό 1922, στήν Ξάνθη συγκεντρώθηκαν οἱ φυγάδες τῆς νίκης τοῦ τουρκικοῦ ἐθνικισμοῦ καί τῆς ἐπιστροφῆς τῶν Τούρκων στήν Εὐρώπη˙ ἀφοῦ, πρός στιγμήν, ἡ εὔθραυστη ἀγγλοελληνική συνεργασία εἶχε ἀπωθήσει τούς Τούρκους στήν Ἀσία. Τέλος, πρόσφατα στήν πόλη ἐγκαθίστανται πληθυσμοί ποντιακῆς προέλευσης ἀπό τήν πρώην Σοβιετική  Ἕνωση. Τελευταῖοι αὐτοί φυγάδες τῆς πάλαι ποτέ Ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς.
Ὅλες αὐτές οἱ πληθυσμιακές ὁμάδες προσθέτουν κάτι στό ἤδη ποικιλόμορφο δομημένο περιβάλλον τῆς πόλης. Ἔτσι, δίπλα στά λαϊκά κτίσματα τῆς μακραίωνης βαλκανικῆς παράδοσης, τά ἐκλεκτικιστικά καί νεοκλασσικά ἀρχοντικά καί τά δυτικότροπα ἐπιβλητικά καπνομάγαζα προστίθενται τά εὐπρεπῆ σπιτάκια τῆς προσφυγικῆς ἀποκατάστασης καί οἱ μικροαστικές ἐκλεκτικιστικές κατοικίες μέ αὐλή τοῦ Μεσοπολέμου.
Ἀκόμη καί τό τοπόσημο τῆς Ξάνθης, ὁ Πῦργος τοῦ Ρολογιοῦ στήν Κεντρική Πλατεῖα, ὑφίσταται χαρακτηριστικές μεταβολές. Κτισμένος στά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα ὁ Πῦργος σηματοδοτοῦσε μέ τό ρολόι του τίς θρησκευτικές ὑποχρεώσεις τῶν μουσουλμάνων. Ὁ πῦργος κτισμένος σέ στύλ νεοκλασσικό ἐκσυγχρονίζεται τό 1938 καί ἀποκτᾶ ἕνα χαρακτῆρα art deco. Παράλληλα ἡ ἴδια ἡ πλατεῖα ἀπό σημεῖο τῆς ἐγκατάστασης τῆς μουσουλμανικῆς διοίκησης γίνεται πλέον τό κοινωνικό καί πολεοδομικό κέντρο τῆς σύγχρονης πόλης.
Ἡ πολυμορφία τοῦ δομημένου περιβάλλοντος στήν πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι ἕνα θαυμαστό δεῖγμα τῆς ἐξωστρέφειας καί τῆς συνέχειας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ πολυπολιτισμικοῦ χαρακτῆρα τῆς ὕστερης Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλά καί τοῦ λαϊκοῦ πολιτισμοῦ τοῦ Levant. Τό περιβάλλον τῆς Ξάνθης δίνει τήν εἰκόνα τῆς ἀναγκαστικῆς συμβίωσης τῆς ὑπερφυλετικῆς, ὑπερεθνικῆς πολιτισμικῆς ἑνότητας τῆς Ρωμανίας (Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας) μέ τούς κατακτητές ἀσιάτες Ὀθωμανούς Τούρκους.
Ἰδιαίτερο ἀνθρωπολογικό χαρακτηριστικό τῆς Πόλης τῆς Ξάνθης ἀποτελεῖ λοιπόν ἡ ἱστορική παρουσία διαφορετικῶν ἐθνοτικῶν ὁμάδων. Ἡ ἐπιτυχής καί ἁρμονική συμβίωση τῶν ὁμάδων αὐτῶν, πάντα σέ σύγκριση μέ τή διεθνή πραγματικότητα, ἀποτελεῖ ἕνα ἐπίτευγμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας, τό ὁποῖο ὅμως παραμένει ἄγνωστο καί μόλις πρόσφατα ἄρχισε νά προβάλλεται. Τό ζήτημα αὐτό ἀφορᾶ τή συγκρότηση τῆς πόλης καί τή λειτουργία τοῦ δημόσιου χώρου. 



Παλιά Πόλη: Ἔκφραση, ὕφος καί ἰδεολογία στό δομημένο περιβάλλον.

Τό ἀρχοντικό Παναγιώτη Στάλιου στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου (2006).

Τό κονάκι τοῦ Μουζαφέρ Μπέη, κτισμένο στίς παρυφές τῆς συνοι­κίας Σοῦννε περί τά μέσα τοῦ 19ου αἰώνα. Ἀποτελεῖται ἀπό κεντρικό κτίσμα (σελαμλίκ) καί δύο πτέ­ρυ­γες σέ σχῆμα Π καί εἶναι διώροφο μέ ὑπόγειο. Χαρακτηρι­στικό εἶναι τό κεντρικό καμπυ­λό­σχημο ἀέτωμα. Ἐσωτερικά τό ἰσόγειο χρησιμεύει γιά βοηθη­τικούς χώρους, ἐνῶ τά δωμάτια ὀργανώνονται στούς ὀρόφους πέριξ ἑνός κεντρικοῦ χώρου (2003).


Τό διοικητήριο τοῦ Καζᾶ Ξάνθης ἕδρα τοῦ Καϊμακάμη στή σημερινή Κεντρική Πλατεῖα τῆς Ξάνθης. Κατεδαφίστηκε τή δεκα­ετία τοῦ 1960. Τυπικό πέτρινο δεῖγμα ἐπιβλητικοῦ κρατικοῦ κτιρίου σέ νεοκλασσικά πρότυπα. (Φωτογραφία τοῦ 1898).


Ἡ εἴσοδος χανιοῦ στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου. Διακρίνεται ὁ ἐσωτερικός ἐλεύ­θε­ρος χῶρος μέ τά δωμάτια σέ περι­μετρική διάταξη. Ἡ εἴσοδος εἶναι εὐρύχωρη γιά τήν εἴσοδο τῶν ζώων καί τῶν κάρων. (Φωτογραφία τοῦ 1975).


Ἡ ἐπιβλητική κύρια πόρτα τοῦ ἀρχοντικοῦ Ὀρφανίδη, σήμερα Δημαρχεῖο τῆς Ξάνθης. Θυμίζει ρωμανικό πρότυπο τῆς λατινικῆς Εὐρώπης.



Προσθήκη λεζάντας

 Φαλτσογωνιά καί κατασκευα­στικές λεπτομέρειες στο ἀρχοντικό τοῦ Μένανδρου Χασηρτζόγλου, ὅπου σήμερα στεγάζονται ὑπη­ρε­σίες τοῦ Δήμου Ξάνθης. Χαρα­κτηριστική εἶναι ἡ ἐπεξεργασία τοῦ τοπικοῦ γρανίτη ἀπό κουδαραίους Ἠπειρῶτες κτίστες (2005).


Πήλινα νεοκλασσικά ψευδο­κιονόκρανα στό ἐκλεκτι­κιστικό μέγαρο Ἰσαάκ Δανιήλ.



Ἰδιόμορφη ἐξώθυρα αὐλῆς στήν περιοχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων μέ χαρακτηριστικές σιδεριές (σκίτσο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).


Τό ἀρχον­τικό Χασηρτζόγλου ἀριστερά καί τό ἀρχοντικό Στάλιου δεξιά στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου σέ φωτογραφία τοῦ 1978.



Πρόσοψη καπνομάγαζων στήν ὁδό Ἀβδήρων. Εἶναι ἐμφανής ἡ δυτικότροπη ἀρχιτεκτονική μέ δυτικά διακοσμητικά στοιχεῖα ὅπως ἡ κλιμακωτή ἀπόληξη τοῦ ἀετώματος. Ἡ κατασκευή εἶναι ἐπιβλητική καί ὑποδηλώνει κῦρος καί σοβαρότητα. (Σχέδιο τῆς Ἄννας Ψωμᾶ).

Λαϊκότροπη διακόσμηση μέ κτιτορική ἐπιγραφή σέ κτίσμα τῆς ὁδοῦ Στάλιου. Ἔχει γίνει ἀπό αὐτοδίδακτο λαϊκό ζωγράφο.


Κτιτορική ἐπιγραφή τοῦ 1877 στό ἀρχοντικό Καλούδη στήν ὁδό Ἀντίκα.


Ἀνάμειξη ρυθμῶν στήν ὁδό Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Λαϊκή κα­τοικία μέ γωνιακό σαχνισί κατά τή μακεδονική παράδοση. Τό μπαλ­κόνι μέ σιδεριές μέ ρόδακα ἴσως εἶναι μεταγενέστερη προσθήκη, ὅπως καί ἡ κεντρική πόρτα σέ στύλ art nouveαu. Δεξιά σιδερένια αὐλόπορτα σέ στύλ art deco.


Μπαλκόνι μέ σιδεριά πού παραπέμπει στό Παρίσι. (Ἀρχοντικό Σαρκούτσου).



Τυπική σιδεριά τῆς Κωνσταντινούπολης μέ ἀνθέμια καί λόγχες. (Ὀδός Ὀρφέως). 


Ἀστική πολυκατοικία κατά τά εὐρωπαϊκά πρότυπα στήν κατάληξη τῶν ὁδῶν Χρηστίδη καί Εὐριπίδη Χασηρτζόγλου. Στό ἰσόγειό της λειτουργοῦσε φοῦρνος (1979). 


Ἰδιόρρυθμος φωταγωγός-ὑπέρθυρο μέ ἐπιδράσεις ἀπό τήν art nouveau καί διακοσμητικοί ψευδοκίονες σέ ξύλινη ἐξώπορτα σπιτιοῦ στήν ὁδό Εὐριπίδου.

Δυτικίζουσα ἐκλεκτι­κι­στι­κή κατοικία μέ περίτεχνο στηθαῖο καί ἐπιβλητική πόρτα πού ὑπῆρχε στήν ὁδό Σταθμοῦ (1975).




        Τήν Παλιά Πόλη συγκροτοῦν πέντε ρωμαίικοι μαχαλᾱδες καί δύο μουσουλμανικοί. Στήν Παλιά Πόλη ἡ μίμηση τῶν βορειοθρακιώτικων προτύπων ἀναμειγνύεται μέ λαϊκές κατοικίες, κονάκια κατά τήν παράδοση τῆς "ἀρχοντικῆς ἀρχιτεκτονικῆς" τῆς Μακεδονίας, τῆς Θεσσαλίας καί τῆς Ἠπείρου, κονάκια μουσουλμάνων μέ διαχωρισμό τῶν δύο φύλλων (χαρεμλίκ καί σελαμλίκ), ἐπιβλητικά κτήρια μέ ὀθωμανικό ἀκαδημαϊκό χαρακτῆρα, κατοικίες τῶν ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ μέ ἐκλεκτικιστικό δυτικότροπο ὕφος καί, τέλος, νεοκλασσικά κτήρια, τά ὁποῖα, ὅμως, διαθέτουν ἀνατολίτικα σαχνισιά. Τό δομημένο περιβάλλον θυμίζει ἔτσι τά ἐμπορικά καί ἀστικά κέντρα τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας, ἀλλά καί τήν ἰταλική ἀναγέννηση, τόν γερμανικό ἀκαδημαϊκό ρομαντισμό   καί τόν νεοκλασσικισμό τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους, χωρίς ὅμως ὁ ἐπισκέπτης πρός στιγμή νά ἀμφιβάλει ὅτι βρίσκεται στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Πρόκειται, λοιπόν, γιά ἕνα ἀρχιτεκτονικό ὑβρίδιο ἰδιαίτερης αἰσθητικῆς σημασίας.
Τό ὕφος καί ὁ χαρακτήρας εἶναι ἐδῶ πολυμορφικά καί ἀντιπροσωπεύουν μεγάλη πολιτισμική ποικιλία καί εὐρύτατο φάσμα. Οὔτε ἡ ἐκλεκτικιστική ἀστική Ἀδριανούπολη, οὔτε ἡ δυτικότροπη ἀστική Καβάλα μέ τό ὀθωμανικό κάστρο της, οὔτε ἡ ἀστική ὀθωμανική Ραιδεστός μέ τίς ξύλινες κατοικίες καί τίς βυζαντινές παραδόσεις, οὔτε τό ἴδιο τό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης, πρότυπο κάθε μίμησης καί πόλος κάθε ἐπιθυμίας, μποροῦν νά παραλληλισθοῦν μέ αὐτό πού συναντᾶμε ἐδῶ. Μόνον ἡ παλιά ἀστική Θεσσαλονίκη, ὅπως ἦταν πρίν ἀπό τήν πυρκαγιά τοῦ 1917, ἡ ὁποία μέ τόν βαλκανικό, δυτικίζοντα καί ταυτόχρονα ἀνατολίζοντα χαρακτῆρα της, –πού ἐνσάρκωνε, ἴσως καλύτερα ἀπό ὁπουδήποτε ἀλλοῦ στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, τήν ἀντίληψη τοῦ Levant[i]–, διέθετε κάτι παρόμοιο μέ τό ποικιλόμορφο τῆς δόμησης τῆς Ξάνθης.
Εἶναι δυνατόν ἔτσι μέ μιά σύντομη περιήγηση στή μικρή αὐτή πόλη νά συναντήσουμε ἐντυπωσιακή καί μοναδική ποικιλομορφία.
Ἀπό τή χαρακτηριστική μορφή τῆς κατοικίας τῶν χρόνων τῆς Τουρκοκρατίας στή Θράκη, τό ἰσλαμικό κουλλιγιέ[ii], κοινωνικό-θρησκευτικό κέντρο (μέ τέμενος μέ περίτεχνες διακοσμήσεις σέ ὕφος ὀθωμανικοῦ μπαρόκ, μεντρεσέ, λουτρό, ἰμαρέτ καί παζάρι), τά πέτρινα διοικητικά ὀθωμανικά κτήρια, μέ τόν νεοκλασσικό χαρακτῆρα (μειονοτικό γυμνάσιο, κτήριο διοίκησης στήν πλατεῖα πού δέν ὑπάρχει πιά), τά τυπικά χάνια τῆς Ἀνατολῆς (πού ξεπερνοῦν τά πενήντα) μέ φοῦρνο, καταστήματα καί πυρῆνα ἀγορᾶς καί τά κονάκια τῶν μουσουλμάνων μπέηδων (κονάκι τοῦ Σεφκέτ Μπέη, κονάκι τοῦ Χαμδῆ μπέη, κονάκι τοῦ Μουζαφέρ Μπέη), βρισκόμαστε στίς γεροκτισμένες πέτρινες κατοικίες, τίς ἐκκλησίες καί τά καταστήματα, τά κτισμένα ἀπό τίς περιπλανόμενες ὁμάδες τῶν μαστόρων τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θράκης, οἱ ὁποῖοι ἀφήνουν τά χαρακτηριστικά κουδαρίτικα σύμβολά τους, (ὁδός Ὀρφέως, ὁδός Ἀντίκα, Πλατεῖα Ματσίνη, ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου, μητροπολιτικός ναός) καί, τέλος, στά ἐντυπωσιακά ἀρχοντικά τῶν πλουσίων ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ (συνοικίες Μητροπόλεως, Ἁγίου Βλασίου καί Ἁγίου Γεωργίου). Τό βυζαντινό-ὀθωμανικό ξύλινο σπίτι μέ τόν μεγαλοαστικό φραγκολεβαντίνικο στόμφο δέν συναντᾶται στήν Ξάνθη.
Ἡ νοσταλγία τῆς κεντρικῆς Δυτικῆς Εὐρώπης καί ἡ αἴγλη τῆς μεγάλης ἀστικῆς παράδοσης τῶν Δυτικῶν, ἀποτυπώνεται στόν παράδοξο ἐκλεκτικιστικό χαρακτῆρα καί τή διάθεση μίμησης τῶν μεγάρων καί τῶν κτισμάτων πού θυμίζουν τήν ἰταλική ἀναγέννηση (Μέγαρο Στάλιου καί Νηπιαγωγεῖο Στάλιου, ἀμφότερα κτισμένα τό 1881 μέ σχέδια ἰταλοῦ ἀρχιτέκτονα), τόν γερμανικό ἀκαδημαϊκό ρομαντισμό (ζωγραφικός διάκοσμος ἀπό Βαυαρό καλλιτέχνη στά μέγαρα Κουγιουμτζόγλου, [περί τό 1880], ἀρχοντικό Δημ. Χασιρτζόγλου στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου τή νεογοτθική ἀρχιτεκτονική τοῦ ρομαντισμοῦ (ἀρχοντικό Σαρκούτσου τά ἀγγλικά μεσοαστικά καί μεγαλοαστικά πλίνθινα σπίτια (κατοικίες Μιχάλογλου καί ἀρχοντικά Κουγιουμτζόγλου, τόν ρωμανικό χαρακτῆρα (ἀρχοντικό Ὀρφανίδη [1890], νῦν Δημαρχεῖο, ἀρχοντικό Κουγιουμτζόγλου-Καλούδη στή γωνία Ἀντίκα-Ὀρφέως, [1877]), τόν νεοκλασσικισμό τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους (Μητροπολιτικό μέγαρο κτισμένο τό 1897, ἀρχοντικό Σαρκούτσου, κτισμένο ἐπίσης τό 1897, πολλές κατοικίες), τίς κλιμακωτές ἀπολήξεις τῶν τοίχων, κατά τόν ὁλλανδικό καί τόν βορειογερμανικό τρόπο (καπνομάγαζα, καταστήματα στήν πλατεία), τούς γοτθικούς πύργους (γοτθικός διακοσμητικός πῦργος στό κινηματοθέατρο "Ἠλύσια", δέν ὑπάρχει σήμερα), τήν κεντροευρωπαϊκή art deco (μέγαρο στή θέση τοῦ Θεάτρου "Ἀπόλλων", κινηματοθέατρο "Ἠλύσια"), τή γαλλική μικροαστική πολυκατοικία (κτίσματα στήν Ἄνω καί Κάτω Χαράδρα) καί πολλά ἄλλα.
Ὅσο γιά τίς ἐκκλησίες, αὐτές κτισμένες τή δεκαετία τοῦ 1830 ἀκολουθοῦν τόν τῦπο πού διαμορφώνεται τήν ἴδια ἐποχή στήν Κωνσταντινούπολη, δηλαδή τόν τῦπο τῆς τρίκλιτης ξυλόστεγης βασιλικῆς. Εἶναι ἡ ἐποχή πού ἡ προσπάθεια γιά ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπιτρέπει στούς Ρωμηούς τήν ἀνέγερση τριώροφων κατοικιῶν καί μεγάλων ἐκκλησιῶν, – τόσο μεγάλων πού συχνά εἶναι πολύ μεγαλύτερες ἀπ' ὅ,τι ἀπαιτεῖται ἀπό τόν ἀριθμό τῶν πιστῶν, ἐνῶ μπορεῖ καί νά διαθέτουν εὐρύχωρο γυναικωνίτη. Οἱ ἐκκλησίες βρίσκονται μέσα σέ περίβολο πού πολλές φορές περιλαμβάνει σχολεῖο, γραφεῖο τῆς κοινότητας, κατοικία τοῦ παπᾶ ἤ καί ἀκόμη τοῦ νεωκόρου ἤ, τέλος, καί αἴθουσα συνεδρίασης τῆς κοινότητας ἤ τῆς Δημογεροντίας. Οἱ ἐκκλησίες καί ἡ μάνδρα πού τίς περιβάλλει εἶναι βαμμένες σέ ὤχρα. Παρά τόν ἄνεμο φιλελευθερισμοῦ πού συνοδεύει τίς ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις ἡ ἀνατολική δεσποτία εἶναι δυνατό νά δημιουργήσει ἀπρόβλεπτες καταστάσεις. Οἱ μάνδρες λοιπόν πού περιβάλλουν τίς ἐκκλησίες καί τά γραφεῖα τῆς κοινότητας ἐξασφαλίζουν καί κάποια προστασία.
Ἡ πανσπερμία τῶν ρυθμῶν συμπληρώνεται ἀπό τήν ποικιλία τῆς λεπτομέρειας καί τῆς διακόσμησης, δηλαδή ἀπό αὐτό πού εἶναι περιττό καί δέν χρειάζεται, ἀλλά καί εἶναι αὐτό πού δίνει τή χαρά καί τήν ἱκανοποίηση, χωρίς πάντα νά προϋποθέτει τόν πλοῦτο –πού ὅμως, κατά κανόνα, ἀκολουθεῖ. Οἱ λεπτομέρειες στά κτίσματα τῆς Ξάνθης συναντῶνται ὡς οἰκοδομικά καί διακοσμητικά στοιχεῖα στούς τοίχους, τίς πόρτες, στά παράθυρα καί στίς ὄψεις. Οἱ λεπτομέρειες βρίσκονται στίς κατεργασμένες πέτρες, τίς γωνιές καί τίς φαλτσογωνιές, στά πεζοδρόμια ἤ στά καλντερίμια. Καμιά φορά ἐπιστρατεύονται ζωγράφοι γιά νά διακοσμήσουν ἐξωτερικές ὄψεις, νά συνθέσουν κτιτορικές ἐπιγραφές. Οἱ ζωγραφιές ἐμπνέονται ἀπό τά ρομαντικά ὀνειροπολήματα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τίς λαϊκές λιθογραφίες πού κυκλοφοροῦσαν τόν 19ο αἰῶνα. Συνηθέστερα ντόπιοι αὐτοδίδακτοι καλλιτέχνες, πού ἀποκαλοῦνται κοσμηματογράφοι, ἐμπλουτίζουν τά ἐσωτερικά τῶν ἀρχοντικῶν καί γεμίζουν τοίχους καί ὀροφές μέ ζωγραφικές διακοσμήσεις σάν ταπετσαρίες. Στήν ὄψιμη μορφή τους αὐτές οἱ ζωγραφικές διακοσμήσεις παίρνουν ἕνα ψυχρό ἀκαδημαϊκό ὕφος. Οἱ Ἠπειρῶτες μαστόροι τῆς πέτρας φέρνουν μαζί τους τίς συνήθειες τῆς γλυπτικῆς διακόσμησης μέ λιθανάγλυφα. Οἱ κουδαραῖοι μαστόροι ἀποτυπώνουν τήν παρουσία τους μέ τά συμβολικά τους ἀνάγλυφα, ἐνῶ οἱ ἰδιοκτῆτες ζητοῦν τίς ἀνάγλυφες διακοσμήσεις πού ὀμορφαίνουν ἀλλά καί ἀπωθοῦν τό κακό.
Ὅσο γιά τίς σιδεριές στίς πόρτες, στά παράθυρα καί τίς μάντρες˙ αὐτές κρατοῦν ταπεινά τόν ρόλο τῶν στολιδιῶν (τά βυζαντινά κοσμίδια), πού μέ τή φιλοπαίγμονα διάθεσή τους ξεπερνοῦν τό χαρακτηριστικό καί δίνουν τή βεβαιότητα τοῦ ἰδιαίτερου καί τοῦ ἀποκλειστικοῦ.
Ἔτσι, συναντᾶμε παντοῦ σιδεριές μέ τήν τυπική μορφή τῆς Κωνσταντινούπολης (λόγχες καί ἕλικες) καί πάμπολλες ἄλλες μορφές, ὅπως π. χ. τίς ἴδιες Κωνσταντινουπολίτικες σιδεριές σέ περίπλοκες παραλλαγές (μητροπολιτικό μέγαρο), σιδεριές μέ ὕφος art nouveau σέ λαϊκά σπίτια (ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου) , σιδεριές ὕφους art deco σέ νεοκλασσικίζοντα σπίτια (ὁδός Ἐλ. Βενιζέλου), περίπλοκες σιδεριές μέ βαριές διακοσμήσεις μᾶλλον γαλλικῆς ἔμπνευσης (παλιά σχολή Ματσίνη, μέγαρο Καραμπέτση) καί πολλά ἄλλα.
Ὅλη αὐτή ἡ πανσπερμία ρυθμῶν καί διακοσμήσεων βρίσκεται ἀνάκατα, φύρδην μίγδην, ὑπερταξικά καί ἀταξικά, θά μποροῦσε κανείς νά πεῖ, ἀνάμεσα σέ κατοικίες μέ ρωμαίικο, ὀθωμανικό ἤ λαϊκό χαρακτῆρα. Ἡ ἀνάμειξη ρυθμῶν καί τάξεων ἐκτείνεται σέ ὅλη τήν πόλη, ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Οἱ μακραίωνες δημοκρατικές παραδόσεις τῆς ἑλληνικῆς Ἀνατολῆς συνεχίζουν νά ἐπιβιώνουν παρά τή συγκέντρωση πλούτου καί τήν ἀνάπτυξη μιᾶς ἀστικῆς τάξης ἡ ὁποία διαθέτει εἰσοδήματα πρᾶγμα γιά τό ὁποῖο εἶναι ὑπερήφανη καί θέλει νά τό κάνει γνωστό. Πρόκειται γιά μιά εἰκόνα τοῦ 19ου αἰώνα καί τῶν ἰδεολογικῶν ρευμάτων μιᾶς συναρπαστικῆς ἐποχῆς. Μιᾶς ἐποχῆς πού ὑπόσχεται τήν πρόοδο καί τήν ἐπιστημονική ἔρευνα στήν ὑπηρεσία ἀγαθῶν σκοπῶν. Μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ἡ ἀκμή τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ καί ἡ παρακμή τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ὁρατές στήν οἰκονομική καί κοινωνική ἄνοδο τῶν Ρωμηῶν καί στόν περιορισμό τῶν Μουσουλμάνων στά χειρωνακτικά ἐπαγγέλματα, στό Στρατό καί στή Διοίκηση. Παράλληλα ἡ ἀγροτική γῆ συγκεντρώνεται ὅλο καί περισσότερο ἀπό τούς μουσουλμάνους μπέηδες. Πρόκειται γιά διαφορετικές κοινωνίες πού πορεύονται ἀνεξάρτητα καί χωρίς νά λαμβάνουν ὑπ' ὄψη ἡ μία τήν ἄλλη. Ὁ ἀνατολικός δεσποτισμός καί οἱ ἱστορικές συγκυρίες εἶναι αὐτά πού τίς συνδέουν μέ τρόπο πού μπορεῖ νά ἀνατρέψει ὁ μοντερνισμός στήν πρώτη ἀναταραχή. Ὁ ἐλπιδοφόρος καινούργιος αἰῶνας θά φέρει τίς ἀναταρραχές καί τίς ἀνακατατάξεις πού κανείς δέν μποροῦσε νά προβλέψει.





[i] Ὁ ὅρος Levant ἀναφέρεται κυρίως στήν παράλια ζώνη τῆς Ἀνατολικῆς Μεσογείου πού ξεκινᾶ ἀπό τή Συρία καί καταλήγει στήν Αἴγυπτο˙ μιά περιοχή, ὅπου συναντῶνται διαφορετικοί λαοί καί διαφορετικοί πολιτισμοί. Ὁ ὅρος Levant ὑπονοεῖ ὅλο τόν ἐξωτισμό καί τό φολκλόρ τῆς Ἐγγύς Ἀνατολῆς, ταιριάζει στόν ὀριενταλισμό καί στή διάθεση τῆς φυγῆς πρός τό ἐξωτικό καί τό ἀπόμακρο πού καλλιέργησε ὁ εὐρωπαϊκός ρομαντισμός καί περιγράφει τήν πολυπολιτισμική σύνθεση τῆς ὕστερης Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, καθώς καί τήν ἀναγκαστική συμβίωση τῶν χριστιανῶν τῆς "καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς" μέ τούς ἀσιᾶτες κατακτητές Τούρκους. Στό Levant κατοικοῦν πολλοί λαοί, συναντῶνται τρεῖς τουλάχιστον πολιτισμοί καί δύο μεγάλες θρησκεῖες. Ἡ ἀνάπτυξη τῶν ἐθνικῶν κρατῶν μετά τόν Πρῶτο Παγκόσμιο Πόλεμο περιόρισε τήν πολυμορφία τῶν λαῶν καί τῶν πολιτισμῶν τοῦ Levant.

[ii] Τό κουλλιγιέ συνιστᾶ βασικό στοιχεῖο τῆς τουρκικῆς πολεοδομίας. Ἡ λέξη εἶναι περσικῆς προέλευσης (kull=τό ὅλον). Τό κουλλιγιέ συνίσταται σέ κατασκευή ἡ ὁποία συνήθως εἶναι ἑνιαία καί ἡ ὁποία συγκεντρώνει καί ὀργανώνει κοινωνικές, διοικητικές καί θρησκευτικές λειτουργίες.  Ἕνα τυπικό κουλλιγιέ περιλαμβάνει παζάρι, τέμενος, σχολεῖο (μεδρεσέ), πτωχοκομεῖο (ἰμαρέτ), λουτρό (χαμάμ), νοσοκομεῖο, κρῆνες (σεμπίλ), ξενοδοχεῖο (χάνι), νεκροταφεῖο καί διοικητικά κτήρια, χωρίς νά περιορίζεται σέ αὐτά.