Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσουλμανική Μειονότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μουσουλμανική Μειονότητα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Τουρκοκρατία

Τό τέμενος Ἀχριάν στό κέντρο τῆς ὁμώνυμης μουσουλμανικῆς συνοικίας στό βόρειο τμῆμα τῆς Ξάνθης. (Φωτογραφία τοῦ 1936).

Ἰσλαμικό διακοσμη­τικό σχέδιο σέ μάρμαρο σέ δεύτερη χρήση στήν εἴσοδο κατοικίας τῆς ὁδοῦ Ἀριστείδου (16ος αἰώνας).

Μικρό νεκροταφεῖο στόν περίβολο τοῦ τεμένους Ἀχριάν. Οἱ παλιότεροι τάφοι χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰῶνα.


’Ἡ εἴσοδος καί τό κομψό μιχράμπ τοῦ τεμένους Κατσαμπᾶ ἤ Τσαρσί τῆς Γενισέας (16ος αἰῶνας). Ὡς οἰκο­δομικό ὑλικό ἔχει χρησιμο­ποιηθεῖ ἡ ροδίζουσα πέτρα τῶν λατομίων τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.

Τό κομψό ταφικό μνημεῖο τοῦ Κιουτουκλοῦ Μπαμπᾶ στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης παρά τό χωριό Σέλινο στά ὅρια τῶν νομῶν Ξάνθης καί Ροδόπης. Ἡ ἀνέγερσή του ἀνάγεται πιθανόν στόν 16ο αἰῶνα. Εἶναι κτισμένο μέ τή ροδίζουσα πέτρα τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων. Ἡ τοιχοποιία εἶναι ἐξαιρετική καί παραπέμπει σέ μαστόρους πού ἐργάσθηκαν στά μεγάλα ἰσλαμικά κέντρα. Τό μνημεῖο φέρει τά ἴχνη διπλῆς λατρείας.  (Φωτογραφία τοῦ 2007).



Τυπική εἴσοδος αὐλῆς καί μονώροφης κατοικίας στή συνοι­κία Ἀσᾶ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐσωστρέφεια τῆς κατασκευῆς πού δηλώνει ἰσλαμικό περιβάλλον.  (Φωτογραφία τοῦ 1978).






Οἱ ὀθωμανοί Τοῦρκοι κατακτητές ἱδρύουν στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης μία νέα πόλη, τή Γενισέα Καρασοῦ, τήν ὁποία ἐποικοῦν ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα διοικητικό, θρησκευτικό καί οἰκονομικό κέντρο. Τεμένη ἀνεγείρονται καί ἡ γύρω περιοχή ἐκτουρκίζεται. Στήν πεδιάδα πέριξ τῆς Γενισέας εἰσάγεται ἡ καλλιέργεια τοῦ ρυζιοῦ, προϊόντος ἀγαπητοῦ στούς μουσουλμάνους πού ἀπαιτεῖ εὔφορη γῆ καί ἐργατικά χέρια. Ὡστόσο, ἡ πόλη τῆς Ξάνθης παραμένει ὡς ὁ πολυπληθέστερος οἰκισμός τῆς περιοχῆς καί συνεχίζει νά κατοικεῖται κυρίως ἀπό χριστιανούς. Στίς κεντρικές χριστιανικές συνοικίες τῆς Ξάνθης σήμερα ἐλάχιστα εἶναι τά ἴχνη μουσουλμανικῶν ἐγκαταστάσεων, ἐνῶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις παρουσίας τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν στίς
σημερινές θέσεις τουλάχιστον ἀπό τόν 16ο αἰῶνα.
Μέ τήν ἐγκατάσταση τῶν Τούρκων καί τήν παγίωση ἑνός σταθεροῦ πολιτικοῦ περιβάλλοντος τά τείχη καί οἱ ὀχυρώσεις χάνουν τή σημασία τους καί ὁ οἰκισμένος χῶρος τῆς πόλης ἐπεκτείνεται ἔξω ἀπό τόν ὀχυρωμένο περίβολο, ἀφοῦ μάλιστα παρατηρεῖται καί κάποια δημογραφική βελτίωση.
Οἱ λίγοι μουσουλμάνοι τῆς Ξάνθης ἐγκαθίστανται στήν πόλη περιφερειακά. Ἡ περιφερειακή ἐγκατάσταση τῆς μουσουλμανικῆς μειοψηφίας στήν πόλη φαίνεται στίς συνοικίες καί τά τεμένη πού ὑφίστανται μέχρι σήμερα (μαχαλᾶδες Ἀχριάν, Ἀσᾶ, Σοῦννε). Ἡ πόλη ἀποκτᾶ ἕνα διφυή χαρακτῆρα καί γραφικοί μιναρέδες τήν περιβάλλουν κάτω ἀπό τά τρία μοναστήρια. Σύμφωνα μέ τά ὀθωμανικά φορολογικά στοιχεῖα ἡ παρουσία, τῶν χριστιανῶν στήν πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι ἀριθμητικά κυρίαρχη, συνεχής καί ἀδιάσπαστη. Τό ἰσλαμικό κοινωνικό, διοικητικό καί θρησκευτικό κέντρο (κουλλιγιέ), τό ὁποῖο δημιουργεῖται μετά τήν πυρκαγιά καί παρακμή τῆς Γενισέας τό 1860 καί τή συνακόλουθη ἄνοδο τῆς Ξάνθης ὡς διοικητικοῦ κέντρου, βρίσκεται στήν ἔξω περιφέρεια τῆς Πόλης (πέριξ τῆς σημερινῆς Κεντρικῆς Πλατείας), ὅπου καί τό ἰσλαμικό νεκροταφεῖο, πάντα εὑρισκόμενο στίς ἄκρες τῶν ὀθωμανικῶν πόλεων. Ὁ διφυής χαρακτῆρας τῆς πόλης πιστοποιεῖται γιά μία ἀκόμη φορά μέ τό νέο ἰσλαμικό διοικητικό κέντρο καί τήν ταυτόχρονη συγκέντρωση τῶν χριστιανῶν γύρω ἀπό τό θρησκευτικό καί ἐκπαιδευτικό τους πόλο στή σημερινή Πλατεῖα Μητροπόλεως.
Τί εἶναι αὐτό πού κρατᾶ τήν κωμόπολη τότε τῆς Ξάνθης στά χέρια τῶν Ρωμηῶν; Μία ἐξήγηση μπορεῖ νά εἶναι, τό ὅτι τά ὑπολείμματα τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἀναγκάζονται νά καταφύγουν σέ περιοχές πού δέν κινοῦν τό ἐνδιαφέρον τῶν νεοφερμένων ξένων καί τῶν ἐξωμοτῶν. Τέτοια περιοχή μπορεῖ νά εἶναι ἡ Ξάνθη ὡς μία φτωχή πολίχνη, ἁπλός συγκοινωνιακός κόμβος, μετά τήν ἀνάπτυξη τῆς Γενισέας. Ἀλλά καί ἡ παρακμή τοῦ Περιθεωρίου μπορεῖ νά συνέβαλε σ’ αὐτό, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἕνωση τῶν δύο μητροπόλεων Ξάνθης καί Περιθεωρίου, μέ ἕδρα τήν Ξάνθεια.
Μιά δεύτερη ἐξήγηση, τοῦ γιατί ἡ Ξάνθη παραμένει κατά τήν Τουρκοκρατία στά χέρια τῶν Ρωμηῶν, μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι ἡ ἐπιβίωση μιᾶς χριστιανικῆς, ἐμπορευματικῆς, μεταπρατικῆς καί βιοτεχνικῆς τάξης, τήν ὁποία οἱ κυρίαρχοι δέν μποροῦν νά ἀναπληρώσουν˙ τή χρειάζονται καί τῆς ἐπιτρέπουν ἐμπορικές καί οἰκονομικές δραστηριότητες πού τούς εἶναι ἀπαραίτητες.
Ὅσο δύσκολο εἶναι νά ἐξηγηθεῖ τό γεγονός τῆς κυρίαρχης παρουσίας τῶν Ρωμηῶν στήν Ξάνθη κατά τήν Τουρκοκρατία, τόσο ἀσυνήθιστο φαίνεται, ἄν συγκρίνουμε τήν κατάσταση αὐτή μέ τή μοίρα ἄλλων πόλεων κατά τήν Τουρκοκρατία, ὅπως τῆς γειτονικῆς Καβάλας (Χριστούπολις), τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Ἀδριανούπολης, ἀλλά καί τῆς Κωνσταντινούπολης, στίς ὁποῖες ἡ κυριαρχία τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων εἶναι ἀπόλυτη καί καταθλιπτική, ἐνῶ τά κέντρα τῶν πόλεων αὐτῶν καί οἱ δημόσιοι χῶροι ἀποκτοῦν ἕνα ἰσλαμικό χαρακτήρα.
Κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού συνέβη στήν Ξάνθη, παρατηρεῖται καί στή Ραιδεστό, στό ἐμπορικό λιμάνι τῆς Προποντίδας, ὅπου ἡ κυρίαρχη παρουσία τῶν Ρωμηῶν εἶναι ἐμφανής καί ὅπου ἡ πόλη δέν περνᾶ μεγάλη περίοδο κατάπτωσης καί παρακμῆς. 

Παρασκευή 18 Μαρτίου 2011

Κονάκια μουσουλμάνων μπέηδων.


Ἡ συνοικία Σοῦννε φωτογραφημένη ἀπό θέση στή σημερινή Κεντρική Πλατεία.
(Φωτογραφία τοῦ 1919)

Τρία κονάκια στήν ὄχθη τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου καί μπροστά ἀπό τή συνοικία Καβάκι.
(Φωτογραφία τοῦ 1913)




Κονάκι σέ σχῆμα Γ  στή συνοικία Σοῦννε.
(Φωτογραφία τοῦ 1972)




Κονάκι σέ σχῆμα Π παλαιό Ὀρφανοτροφεῖο στήν ὁδό  Ἐννάτης Μεραρχίας. 
(Φωτογραφία τοῦ 2006)



Ἡ αὐλόθυρα τοῦ κονακίου τοῦ Μουζαφέρ ἀπομονώνει τόν ἐσωτερικό κόσμο τῆς κατοικίας. 
(Φωτογραφία τοῦ 2003) 





Κονάκι σέ σχῆμα Π στή συνοικία Σοῦννε.
(Φωτογραφία τοῦ 2004)





Κονάκι σέ σχῆμα Π στή συνοικία τοῦ Ἁγίου Γεωργίου.
(Φωτογραφία τοῦ 1982)




Μεγάλο κονάκι σέ σχῆμα Π στή συνοικία Ἀσᾶ.
(Φωτογραφία τοῦ 1935)







































Μεγάλος μαντρότοιχος ἐξασφαλίζει τήν ἀπομόνωση στό κονάκι τοῦ Μουζαφέρ Μπέη.
(Φωτογραφία τοῦ 1999)




    
Τό κο­νά­κι τοῦ Μου­ζα­φέρ Μπέ­η στήν ὁδό Μάρ­κου Μπό­τσα­ρη. Διακρίνονται   
οἱ δύο πτέρυγες καί τό κεντρικό τμῆμα μέ τό καμπύλο ἀέτωμα.  
(Φω­το­γρα­φία τοῦ 2006)


 
Ἡ ἰδιότυπη συγκρότηση τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας στηρίζονταν σέ σαφῆ καί καθορισμένη ἱεραρχία πού ξεκινοῦσε ἀπό τό Σαράι τῆς Κωνστινούπολης καί ἔφθανε μέχρι τά περιφερειακά κέντρα τῆς ἐπαρχίας. Κύρια μέριμνα τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους καί σκοπός τῆς ὕπαρξής του ἦταν ἡ ἀπομύζηση τῶν ὑπηκόων του, πού ἡ μάζα τους ἀποτελεῖτο ἀπό κατακτημένους καί ὑποταγμένους λαούς τῶν ὁποίων ὁ ἐκτουρκισμός ἦταν συχνά ἡ καταληκτική μοίρα. Ἡ παρασιτική ὕπαρξη τοῦ ὀθωμανικοῦ κράτους ἐπέβαλε τήν ἀνάγκη συνεχῶν καί ἀδιάκοπων κατακτήσεων, ὥστε νά ἐξασφαλίζονται οἱ ἀπαραίτητοι πόροι. Ὁ ἐπεκτατισμός καί οἱ κατακτήσεις ἀποτελοῦσαν δομικά στοιχεῖα γιά τήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία.
Στά πλαίσια αὐτά ἡ ὀθωμανική διακυβέρνηση ἐπέβαλε τήν ἀρχή ὅτι ὅλη ἡ ἀγροτική γῆ τῆς ὑπαίθρου ἀνῆκε στό κράτος. Ὁ ἀγρότης ἑπομένως ἀνταλλάσσει τόν μόχθο του μέ τήν ἐπικαρπία πού τοῦ ἐπιτρέπεται στή γεωργική γῆ πού καλλιεργεῖ, ἀφοῦ βέβαια καταβάλει τόν ἀναλογοῦντα φόρο. Ὡστόσο, ὑπῆρχε κι ἄλλο ἐνδιάμεσο ἐπίπεδο διοικητικῆς καί οἰκονομικῆς ἐξουσίας, αὐτό τοῦ τιμαρίου, δηλαδή μιᾶς μεγάλης ἔκτασης ἀγροτικῆς γῆς πού εἶχε παραχωρηθεῖ σέ στρατιωτικό, ἀπό αὐτούς πού κατά τούς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας πολεμοῦσαν γιά τήν κατάκτηση χωρῶν καί τήν ὑποταγή λαῶν. Ὁ τιμαριοῦχος στρατιωτικός εἰσέπραττε ἕνα μέρος ἀπό τά ἀγροτικά εἰσοδήματα ὡς ἀντιμισθία γιά τίς στρατιωτικές ὑπηρεσίες του. Οἱ τιμαριοῦχοι μπέηδες διέθεταν αὐτονομία, πού ταλαντευόταν ἀπό τήν αὐθαιρεσία μέχρι τήν συνδιαλλαγή καί τή συνύπαρξη μέ τίς τοπικές κοινωνίες.
Ἡ ἐγκατάσταση τῶν τιμαριούχων μουσουλμάνων μπέηδων στήν εὔφορη γῆ τῶν πεδιάδων καί ὁ ἐποικισμός ἀπό Τουρκομάνους νομάδες ἀπώθησαν τούς ντόπιους χριστιανικούς πληθυσμούς στά ὀρεινά. Στήν περιοχή τῆς Ξάνθης τό ὀρεινό τμῆμα ἐξισλαμίσθηκε καί οἱ χριστιανοί περιορίσθηκαν στήν πόλη καί τά παράλια τοῦ Θρακικοῦ Πελάγους.
Τόν 18ο αἰῶνα εἶχε δημιουργηθεῖ στίς ἀγροτικές περιοχές τῆς Αὐτοκρατορίας μία κατάσταση, στήν ὁποία οἱ παλιοί τιμαριοῦχοι μπέηδες συνυπῆρχαν ὡς γαιοκτήμονες μέ ἀγροτικές μᾶζες τουρκικῶν ἤ ἐκτουρκισμένων ἤ καί χριστιανικῶν πληθυσμῶν. Τήν κύρια μάζα τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν στίς πεδιάδες ἀποτελοῦσαν μουσουλμάνοι ἀκτήμονες. Μέ τήν πάροδο τῶν ἐτῶν ὁ τίτλος τοῦ μπέη ἔχασε τό ἀντίκρυσμά του καί ἔφθασε νά ἀποδίδεται σέ ὁποιονδήποτε ἰσχυρό καί πλούσιο παράγοντα.
Στήν περιοχή τῆς Ξάνθης ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ γινόταν ἀπό μουσουλμάνους τῆς ὀρεινῆς περιοχῆς, ἰδιοκτῆτες μικρῶν τμημάτων γῆς, καί ἀπό ἀκτήμονες ἀγρότες τῆς πεδιάδας πού καλλιεργοῦσαν τά κτήματα τῶν μπέηδων τσιφλικάδων. Στήν περιοχή τῶν γιακᾶ, δηλαδή στίς ὑπώρειες τῆς Ροδόπης, τούς χαμηλούς γήλοφους πρίν τήν πεδιάδα, οἱ μουσουλμάνοι ἀγρότες κατεῖχαν καί καλλιεργοῦσαν γῆ μεγάλης ἀπόδοσης σέ καπνό ὑψηλῆς ποιότητας. Οἱ μουσουλμάνοι μπέηδες κατεῖχαν ἀκόμη γῆ ὡς τσιφλικᾶδες, ἀλλά πολλοί ἀπό αὐτούς εἶχαν ἐπιδοθεῖ στό ἐμπόριο.
Ἀπό τά τέλη τοῦ 18ου αἰώνα φαίνεται ὅτι τό ἐμπόριο τοῦ καπνοῦ πέρασε σέ μεγάλο τμῆμα του σέ ἑλληνικά χέρια καί οἱ Ἕλληνες ἔμποροι ἀπόκτησαν οἰκονομική ἐπιφάνεια πού τούς ἔδωσε τή δυνατότητα νά κτίσουν καπναποθῆκες στή Γενισέα καί στήν Ξάνθη παράλληλα μέ τούς μουσουλμάνους μπέηδες. Οἱ γαιοκτήμονες μπέηδες τῆς Ξάνθης διέθεταν ἀξιόλογο πλοῦτο σέ ἀκίνητη περιουσία καί ὑψηλά εἰσοδήματα ὡς καλλιεργητές καί ἔμποροι καπνοῦ. Ἀλλά καί τό ἐμπόριο τοῦ καπνοῦ ἀπαιτεῖ σημαντικά κεφάλαια.
Τά σπίτια τῶν μουσουλμάνων μπέηδων πού ἀνεγέρθηκαν μετά τό 1829 στήν Ξάνθη ἀνήκουν στήν παραδοσιακή ἀρχιτεκτονική τοῦ εὐρύτερου χώρου τῶν Βαλκανίων καί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Εἶναι ἡ ἴδια παράδοση πού ἔδωσε τά πρότυπα γιά τήν ἀρχοντική ἀρχιτεκτονική τοῦ κυρίως ἑλληνικοῦ χώρου, ὥστε αὐτά τά σπίτια νά μποροῦν νά καταταχθοῦν στόν λεγόμενο μακεδονικό ρυθμό.
Τά σπίτια τῶν μουσουλμάνων μπέηδων τῆς Ξάνθης εἶναι μεγάλα κτίσματα μέ δύο κατά κανόνα ὀρόφους καί μέ δύο πτέρυγες σέ σχῆμα Π, κανονικοῦ ἤ ἀκανόνιστου. Συναντῶνται ἐπίσης κατασκευές μέ μία πτέρυγα σέ σχῆμα Γ. Οἱ πτέρυγες τῶν κτηρίων καταλήγουν συχνά σέ σαχνισιά. Στό κέντρο ὑπάρχει κατά κανόνα τζαμωτό χαγιάτι πού σέ λίγες περιπτώσεις εἶναι ἐλεύθερο, ἴσως γιά νά χρησιμεύει καί ὡς ξηραντήριο καπνοῦ. Οἱ στέγες εἶναι κεραμοσκεπεῖς τετράρριχτες. Ἡ αὐλή εἶναι περίκλειστη καί περιβάλλεται ἀπό ὑψηλή μάνδρα πού ἀποθαρρύνει τούς εἰσβολεῖς μέ κοφτερά γιαλιά στήν κορυφή της. Τά κονάκια αὐτά εἶναι κατασκευασμένα γιά νά στεγάσουν καί νά ἐξυπηρετήσουν πολλά πρόσωπα, ἀφοῦ ἐκτός ἀπό τό χαρέμι, συχνά στεγαζόταν ἐκεῖ καί πολυάριθμο ὑπηρετικό προσωπικό. Τό ἰσόγειο περιλαμβάνει χώρους ἀποθήκευσης ἤ σταύλους, ἐνῶ στόν ὄροφο τά δωμάτια διατάσσονται γύρω ἀπό κεντρική σάλα πού στήν πρόσοψη ἔχει τή μορφή χαγιατιοῦ. Μεγάλα ἐν σειρᾶ παράθυρα ἐξασφαλίζουν ἄνετο φωτισμό καί ἐπιτρέπουν στούς ἐνοίκους τή θέα πρός τήν πεδιάδα.
Ἡ συνοικία Σοῦννε, ὅπου κατοικοῦσε ἡ σουννιτική ἄρχουσα ἀριστοκρατεία καί ἀργότερα οἱ σουννῖτες μουσουλμάνοι ἀστοί, ἦταν γεμάτη κονάκια ὅπως τά περιγράψαμε. Λίγα παρόμοια κτίσματα ὑπῆρχαν, ὅπως δείχνουν οἱ παλιές φωτογραφίες καί στή συνοικία Ἀσά. Ἡ δυσκολία συντήρησης αὐτῶν τῶν μεγάλων κτισμάτων καί ἡ πρόσφατη ἀνοικοδόμηση ἐξαφάνισαν τά κονάκια τῶν μουσουλμάνων μπέηδων τῆς Ξάνθης. Τό μοναδικό δεῖγμα, πού σώζεται σέ καλή κατάσταση, εἶναι τό κονάκι τοῦ Μουζαφέρ μπέη στό βορειοανατολικό ἄκρο τῆς συνοικίας Σούννε. Εἶναι μεγάλο τριώροφο κτίσμα σέ σχῆμα Π πού διαθέτει δύο ὀρόφους καί ἡμιϋπόγειο. Καμπύλο κεντρικό ἀέτωμα συνδέει τήν κατασκευή μέ τή Βόρεια Θράκη. Μεγάλες σειρές παραθύρων ἐξασφαλίζουν θέα στούς ὀρόφους. Ὑψηλή μάνδρα περιφρουρεῖ τόν ἰδιωτικό χῶρο. Τά δωμάτια διατάσσονται στούς ὀρόφους γύρω ἀπό μεγάλο κεντρικό χῶρο ὑποδοχῆς. Ὑπάρχει συχνά ἐσωτερικός ζωγραφικός διάκοσμος. Τό κονάκι τοῦ Μουζαφέρ μπέη ἀνήκει σήμερα στόν Δῆμο Ξάνθης καί προορίζεται νά γίνει μουσειακός χῶρος.