Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιστορία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 25 Φεβρουαρίου 2025

Η ΔΙΑΤΗΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΑΛΙΑΣ ΠΟΛΗΣ ΤΗΣ ΞΑΝΘΗΣ

Η διατήρηση της Παλιάς Πόλης της Ξάνθης επιβάλλεται από λόγους οικονομικούς, εθνικούς, ιστορικούς, πολιτισμικούς, αισθητικούς αλλά και από λόγους που στηρίζουν την αυτογνωσία και την ταυτότητα.

Σήμερα, η επιτυχία του εγχειρήματος εκείνου φαίνεται να αποτυγχάνει: και στη μοντέρνα πόλη, που δημιούργησε η ακμή της σύγχρονης Ξάνθης κατά τη δεκαετία του 1980, και στην ιστορική πόλη, που είναι δημιούργημα των τελευταίων μεταβυζαντινών αιώνων. Η αποτυχία αποτυπώνεται στην ατμόσφαιρα που χάνει την παλιά της γοητεία και περιορίζεται σε ένα κακέκτυπο της σύγχρονης ελληνικής χαοτικής πραγματικότητας.

Ωστόσο, παρά την εξάρτηση από την κρατική χρηματοδότηση, η Παλιά Πόλη έχει αναδειχθεί ως μοχλός ανάπτυξης. Αποτελεί πλέον ουσιαστικό στοιχείο στις πολιτιστικές δράσεις που αποσκοπούν στην ανάπτυξη. Λέγεται ότι ο πολιτισμός είναι προϋπόθεση και επιταχυντής της ανάπτυξης. Ωστόσο, θα πρέπει να κατανοήσουμε για ποιον πολιτισμό και ποια ανάπτυξη μιλάμε.

Ποιό, λοιπόν, είναι το μέλλον της Παλιάς Πόλης ;

Υπάρχει η δυνατότητα την οποία προσφέρει ο συρμός και η κυριαρχούσα βιομηχανία του πολιτισμού.

Δηλαδή η Παλιά Πόλη μπορεί να μετατραπεί σε ένα πεδίο ιδιωτικών επενδύσεων και κερδοσκοπίας, σε τόπο προσέλκυσης ευπορότερων στρωμάτων και σε τουριστικό αξιοθέατο. Η επιχειρηματικότητα θα βρει εδώ ένα πεδίο πραγματοποίησης κερδών. Το δομημένο παραδοσιακό περιβάλλον τότε θα συντηρηθεί. Θα τονισθούν τα μορφολογικά και εικονικά στοιχεία του, ως μια απαστράπτουσα (αλλά συγχρόνως απατηλή) βιτρίνα της πόλης. Προσόψεις και ψιμύθια ψευδοπαραδοσιακής μορφής θα χρησιμοποιηθούν. Παράλληλα, ίσως επιδιωχθεί η αμφίβολη αναβίωση κάποιων παραδόσεων. Θα δημιουργηθεί το περιβάλλον κάποιας μίμησης, αλλά η παράδοση και η αισθητική θα είναι απούσες. Θα έχουμε τότε ένα θεματικό πάρκο, μια απομίμηση ιστορίας και πολιτισμού, –αυτό που λέμε φολκλορισμό. Ενδεχομένως θα πραγματοποιηθεί κάποια ανάπτυξη. Το κόστος, όμως, θα είναι σημαντικό. Γιατί στην περίπτωση αυτή θα απομακρυνθούν από την Παλιά Πόλη τα χαμηλότερα εισοδήματα και οι κάτοικοι οι οποίοι είναι φορείς ζωής και πολιτισμού. Συγχρόνως, όμως, θα διαγραφεί και η πολιτιστική παράδοση. Γιατί ο πολιτισμός δεν είναι μόνο η εικόνα που εντυπωσιάζει τους ξένους, ούτε είναι η απαστράπτουσα εικόνα, που απαιτεί και παρουσιάζει ο τουρισμός. Ο πολιτισμός έχει χαρακτήρα λαϊκό και είναι στενά δεμένος με τον τόπο. Ο πολιτισμός συντίθεται από την καθημερινότητα, την εργασία, τις τέχνες, τις δράσεις και τα όνειρα των πολιτών. Ο πολιτισμός συνθέτει το παραδοσιακό με το σύγχρονο και παράγεται καθημερινά, μέσα και από τον τόπο και όχι αλλού.

Υπάρχει, αντίθετα, η δυνατότητα να υποβληθεί και υποστηριχθεί η πολυπλοκότητα στο δομημένο περιβάλλον και τις κοινωνικές σχέσεις, που σήμερα καθιστούν την Παλιά Πόλη ένα τόπο μοναδικό, όπως προηγουμένως παρουσιάσαμε. Να υποστηριχθούν δηλαδή οι χαμηλές εισοδηματικές ομάδες και το κύριο σώμα των πολιτών, ώστε να αντιμετωπίσουν το οικονομικό βάρος της ανάπλασης του χώρου και των κτισμάτων. Αυτό ήδη έχει γίνει, ως ένα βαθμό από τον Δήμο στην υποδομή του οικισμού. Να πεισθούν (ή να υποχρεωθούν) τα υψηλότερα εισοδήματα να μην χρησιμοποιούν την Παλιά Πόλη ως πεδίο επίδειξης της οικονομικής τους ισχύος και των καταναλωτικών προτύπων τους, (όπως έγινε, για παράδειγμα, στην Πλάκα στην Αθήνα). Να απελευθερωθούν οι λαϊκές εκείνες δυνάμεις, οι οποίες θα υποστηρίξουν την τοπικότητα και θα υπερασπίσουν την ιδιαιτερότητα. Να υποστηριχθεί η διατήρηση λειτουργιών και εξυπηρετήσεων, που συνοδεύουν την κατοικία, τη ζωή και την καθημερινότητα, για να μην κατακλυσθεί η Παλιά Πόλη από κέντρα αναψυχής (όπως έγινε στου Ψυρρή στην Αθήνα και στα Λαδάδικα στη Θεσσαλονίκη). Να αποφευχθεί η δημιουργία του περιβάλλοντος της συνεχούς εμπορευματοποιημένης διασκέδασης και να μην καταντήσει το ιστορικό περιβάλλον κάτι χωρίς έννοια, μουσειακό και άψυχο, μέσα σε ένα ευδαιμονικό διαρκές παρόν.

Αυτό θα είναι και μια πραγματική πολιτιστική δράση άξια του ονόματός της.

(Άρθρο του 2006)
















Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Ἡ βυζαντινή Ξάνθεια


Οἱ δύο τετράγωνοι πῦργοι τοῦ νότιου τμήματος τοῦ κάστρου τῆς Ξάνθειας ἀπό φωτογραφία τοῦ 1898



Τά ἐρείπια τοῦ κάστρου τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας, ἀπό φωτογραφία τοῦ 1905. Ἀριστερά διακρί­νεται ἡ μονή τῶν Παμμε­γίστων Ταξιαρχῶν. Διακρίνονται πέντε πύργοι πού σήμερα εἶναι καλυμμένοι ἀπό βλάστηση



Καμπύλοι καί ἀδιέξοδοι δρόμοι χαρα­κτη­ρίζουν τη συνοικία Ἀκροπόλεως (Ἀχριάν). Χαρακτηριστική, ὅπως εἰκονίζεται στή φωτογραφία, εἶναι καί ἡ ἐσωστρέφεια τῶν οἰκιῶν. Ἡ συνοικία Ἀχριάν κατοικεῖται ἀκόμη ἀπό μουσουλμάνους.


Οἱ καμπυλώσεις τῶν δρόμων καί οἱ ἀλλαγές κατευ­θύνσεως ὥστε νά μήν ὑπάρχει ὁρατότητα σέ μεγάλο μῆκος τοῦ δρόμου χαρα­κτη­ρίζουν καί τή χριστιανική συνοικία Μητρο­πό­λεως. Στή φωτογρα­φία τοῦ 2006 τμῆμα τῆς ὁδοῦ Ὀρφέως. Τό εἰκο­νιζόμενο σπίτι λαϊκῆς ἀρχιτεκτο­νικῆς μέ γωνιακό σαχνισί εἶναι τό ἀρχαιότερο χρονολο­γημένο σπίτι τῆς πόλης (1841).


  Μαρμάρινη βυζαντινή διακοσμητική ἐπίστεψη ἐντοιχι­σμένη στό παρεκκλήσι τῶν Ἁγίων Θεοδώρων στήν ὁδό Ἀρι­στείδου.  Ἕνα ἀπό τά λίγα ὑπολείμ­ματα τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας πού εἶναι ἀκόμη ὁρατά στήν πόλη. 





Ἡ βυζαντινή Ξάνθεια
Στήν ὀνομαζόμενη σήμερα Παλιά Πόλη διακρίνονται τά ἴχνη ἑνός ὀχυρωμένου βυζαντινοῦ οἰκισμοῦ στά περιγράμματα τῶν ὁμάδων τῶν σπιτιῶν πού συγκροτοῦν τά ὅριά του, στούς στενούς, καί, –ἰδίως στό βόρειο τμῆμα–, στούς συχνά ἀδιεξόδους καί δαιδαλώδεις δρόμους, πού, παρά τήν ἀνοικοδόμηση τοῦ 19ου αἰώνα, φαίνεται νά διατηροῦν ἀναλλοίωτη τήν παλιά χάραξή τους.
Ἔτσι, μέ ἁπλές παρατηρήσεις, τό περίγραμμα ἑνός ὀχυρωμένου οἰκισμοῦ ἀναδύεται, ὁρίζοντας τή βυζαντινή πόλη ἀπό τίς ὄχθες τοῦ Κόσσινθου μέχρι τή σημερινή πλατεῖα Ἀντίκα καί ἀπό τή συνοικία Ἀχριάν μέχρι τό ρέμα τῆς Ἄνω Χαράδρας. Τό περίγραμμα αὐτό ὁρίζεται ἀνατολικά ἀπό τή χαράδρα τῆς κοίτης τοῦ ποταμοῦ Κόσσινθου, ὁ ὁποῖος πηγάζει ἀπό τίς νότιες παρυφές τῆς ὀροσειρᾶς τῆς Ροδόπης, ὄχι μακριά ἀπό τήν πόλη. Ἡ σήμερα ἀποξηραμένη, παλαιά κοίτη τοῦ Κόσσινθου ὁρίζει τή νότια πλευρά τῆς βυζαντινῆς πόλης, ἐνῶ τό ρέμα πού σήμερα ὀνομάζεται Κάτω Χαράδρα (ὁδός Βιζυηνοῦ) ἀποτελεῖ τό δυτικό ὅριό της. Ἡ βόρεια πλευρά τοῦ οἰκισμοῦ θά πρέπει νά ὁρίζεται στό βόρειο τμῆμα τῆς σημερινῆς Παλιᾶς Πόλης ὅπου ὑπάρχουν καί ἴχνη ὑδραγωγείου. Τό περίγραμμα τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας γίνεται εὐκολότερα κατανοητό ἄν ἀντιληφθοῦμε τίς σειρές τῶν σπιτιῶν στά ὅρια τοῦ οἰκισμοῦ, πού φαίνεται νά καθορίζουν ἕνα ἐξωτερικό περίβλημα μέ τούς τοίχους τους πού βλέπουν ἔξω τοῦ οἰκισμοῦ καί δημιουργοῦν κάποιο εἶδος τείχους. Ἐπίσης ἡ δαιδαλώδης μορφή τοῦ δικτύου τῶν δρόμων καί ἡ συμβολή τῶν δρόμων μέ πλάγιες κατευθύνσεις ὥστε νά μήν εἶναι ὁρατό τό μῆκος τοῦ δρόμου σέ ὅλη τήν προοπτική του, προσδίδουν στούς ἀμυνόμενους ἕνα πλεονέκτημα .
Τό ὀχυρωμένο ὕψωμα παρά τή Μονή τῶν Παμμεγίστων Ταξιαρχῶν ἀποτελοῦσε τήν ἀκρόπολη τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας. Δέν εἶναι γνωστός ὁ τρόπος τῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ὀχυρωμένου κάστρου τῆς Ἀκρόπολης μέ τήν παρακείμενη πόλη, ἡ ὁποία δέν φαίνεται νά εἶχε ὀχύρωση μέ τεῖχος.Οἱ ἐνδείξεις συνηγοροῦν στήν ὕπαρξη μεμονομένων ὀχυρώσεων μέ ὀχυρωματική διάταξη τῶν οἰκιῶν στόν ἐξωτερικό περίβολο καί πῦλες πού ἀσφάλιζαν τή νύχτα.
Ἡ διέλευση τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ ἀπό τόν οἰκισμό τοῦ πρόσδιδε κάποια πρόσθετη σημασία. Δέν ἔχουν πιστοποιηθεῖ ἴχνη τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ πού νά ξεκαθαρίζουν τό ἄν ὁ σημαντικός αὐτός δρόμος περνοῦσε ἀπό τήν πόλη καί ἄν ἡ πόλη ἀποτέλεσε κάποιο σταθμό.
Ἡ πόλη ἦταν ἀμφιθεατρικά κτισμένη στίς τελευταῖες πρός Νότο παρυφές τῆς Ροδόπης καί μέ τρόπο πού δέν ἀπαιτοῦσε χρήση εὔφορης γεωργικῆς γῆς.
Ὡστόσο τό πιο σημαντικό ἴχνος τῆς βυζαντινῆς Ξάνθειας πρέπει νά εἶναι ἡ μορφή καί ἡ διάταξη τοῦ οἰκισμοῦ ὅπως ἐπιβιώνει καί ἀναπαράγεται μέσα στούς αἰῶνες.



Κυριακή 13 Νοεμβρίου 2011

Τουρκοκρατία

Τό τέμενος Ἀχριάν στό κέντρο τῆς ὁμώνυμης μουσουλμανικῆς συνοικίας στό βόρειο τμῆμα τῆς Ξάνθης. (Φωτογραφία τοῦ 1936).

Ἰσλαμικό διακοσμη­τικό σχέδιο σέ μάρμαρο σέ δεύτερη χρήση στήν εἴσοδο κατοικίας τῆς ὁδοῦ Ἀριστείδου (16ος αἰώνας).

Μικρό νεκροταφεῖο στόν περίβολο τοῦ τεμένους Ἀχριάν. Οἱ παλιότεροι τάφοι χρονολογοῦνται στόν 16ο αἰῶνα.


’Ἡ εἴσοδος καί τό κομψό μιχράμπ τοῦ τεμένους Κατσαμπᾶ ἤ Τσαρσί τῆς Γενισέας (16ος αἰῶνας). Ὡς οἰκο­δομικό ὑλικό ἔχει χρησιμο­ποιηθεῖ ἡ ροδίζουσα πέτρα τῶν λατομίων τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων.

Τό κομψό ταφικό μνημεῖο τοῦ Κιουτουκλοῦ Μπαμπᾶ στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης παρά τό χωριό Σέλινο στά ὅρια τῶν νομῶν Ξάνθης καί Ροδόπης. Ἡ ἀνέγερσή του ἀνάγεται πιθανόν στόν 16ο αἰῶνα. Εἶναι κτισμένο μέ τή ροδίζουσα πέτρα τῆς Μάνδρας τῶν Ἀβδήρων. Ἡ τοιχοποιία εἶναι ἐξαιρετική καί παραπέμπει σέ μαστόρους πού ἐργάσθηκαν στά μεγάλα ἰσλαμικά κέντρα. Τό μνημεῖο φέρει τά ἴχνη διπλῆς λατρείας.  (Φωτογραφία τοῦ 2007).



Τυπική εἴσοδος αὐλῆς καί μονώροφης κατοικίας στή συνοι­κία Ἀσᾶ. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἐσωστρέφεια τῆς κατασκευῆς πού δηλώνει ἰσλαμικό περιβάλλον.  (Φωτογραφία τοῦ 1978).






Οἱ ὀθωμανοί Τοῦρκοι κατακτητές ἱδρύουν στήν πεδιάδα τῆς Ξάνθης μία νέα πόλη, τή Γενισέα Καρασοῦ, τήν ὁποία ἐποικοῦν ὥστε νά δημιουργηθεῖ ἕνα διοικητικό, θρησκευτικό καί οἰκονομικό κέντρο. Τεμένη ἀνεγείρονται καί ἡ γύρω περιοχή ἐκτουρκίζεται. Στήν πεδιάδα πέριξ τῆς Γενισέας εἰσάγεται ἡ καλλιέργεια τοῦ ρυζιοῦ, προϊόντος ἀγαπητοῦ στούς μουσουλμάνους πού ἀπαιτεῖ εὔφορη γῆ καί ἐργατικά χέρια. Ὡστόσο, ἡ πόλη τῆς Ξάνθης παραμένει ὡς ὁ πολυπληθέστερος οἰκισμός τῆς περιοχῆς καί συνεχίζει νά κατοικεῖται κυρίως ἀπό χριστιανούς. Στίς κεντρικές χριστιανικές συνοικίες τῆς Ξάνθης σήμερα ἐλάχιστα εἶναι τά ἴχνη μουσουλμανικῶν ἐγκαταστάσεων, ἐνῶ ὑπάρχουν ἐνδείξεις παρουσίας τῶν χριστιανικῶν ἐκκλησιῶν στίς
σημερινές θέσεις τουλάχιστον ἀπό τόν 16ο αἰῶνα.
Μέ τήν ἐγκατάσταση τῶν Τούρκων καί τήν παγίωση ἑνός σταθεροῦ πολιτικοῦ περιβάλλοντος τά τείχη καί οἱ ὀχυρώσεις χάνουν τή σημασία τους καί ὁ οἰκισμένος χῶρος τῆς πόλης ἐπεκτείνεται ἔξω ἀπό τόν ὀχυρωμένο περίβολο, ἀφοῦ μάλιστα παρατηρεῖται καί κάποια δημογραφική βελτίωση.
Οἱ λίγοι μουσουλμάνοι τῆς Ξάνθης ἐγκαθίστανται στήν πόλη περιφερειακά. Ἡ περιφερειακή ἐγκατάσταση τῆς μουσουλμανικῆς μειοψηφίας στήν πόλη φαίνεται στίς συνοικίες καί τά τεμένη πού ὑφίστανται μέχρι σήμερα (μαχαλᾶδες Ἀχριάν, Ἀσᾶ, Σοῦννε). Ἡ πόλη ἀποκτᾶ ἕνα διφυή χαρακτῆρα καί γραφικοί μιναρέδες τήν περιβάλλουν κάτω ἀπό τά τρία μοναστήρια. Σύμφωνα μέ τά ὀθωμανικά φορολογικά στοιχεῖα ἡ παρουσία, τῶν χριστιανῶν στήν πόλη τῆς Ξάνθης εἶναι ἀριθμητικά κυρίαρχη, συνεχής καί ἀδιάσπαστη. Τό ἰσλαμικό κοινωνικό, διοικητικό καί θρησκευτικό κέντρο (κουλλιγιέ), τό ὁποῖο δημιουργεῖται μετά τήν πυρκαγιά καί παρακμή τῆς Γενισέας τό 1860 καί τή συνακόλουθη ἄνοδο τῆς Ξάνθης ὡς διοικητικοῦ κέντρου, βρίσκεται στήν ἔξω περιφέρεια τῆς Πόλης (πέριξ τῆς σημερινῆς Κεντρικῆς Πλατείας), ὅπου καί τό ἰσλαμικό νεκροταφεῖο, πάντα εὑρισκόμενο στίς ἄκρες τῶν ὀθωμανικῶν πόλεων. Ὁ διφυής χαρακτῆρας τῆς πόλης πιστοποιεῖται γιά μία ἀκόμη φορά μέ τό νέο ἰσλαμικό διοικητικό κέντρο καί τήν ταυτόχρονη συγκέντρωση τῶν χριστιανῶν γύρω ἀπό τό θρησκευτικό καί ἐκπαιδευτικό τους πόλο στή σημερινή Πλατεῖα Μητροπόλεως.
Τί εἶναι αὐτό πού κρατᾶ τήν κωμόπολη τότε τῆς Ξάνθης στά χέρια τῶν Ρωμηῶν; Μία ἐξήγηση μπορεῖ νά εἶναι, τό ὅτι τά ὑπολείμματα τῶν χριστιανικῶν πληθυσμῶν ἀναγκάζονται νά καταφύγουν σέ περιοχές πού δέν κινοῦν τό ἐνδιαφέρον τῶν νεοφερμένων ξένων καί τῶν ἐξωμοτῶν. Τέτοια περιοχή μπορεῖ νά εἶναι ἡ Ξάνθη ὡς μία φτωχή πολίχνη, ἁπλός συγκοινωνιακός κόμβος, μετά τήν ἀνάπτυξη τῆς Γενισέας. Ἀλλά καί ἡ παρακμή τοῦ Περιθεωρίου μπορεῖ νά συνέβαλε σ’ αὐτό, ὅπως φαίνεται ἀπό τήν ἕνωση τῶν δύο μητροπόλεων Ξάνθης καί Περιθεωρίου, μέ ἕδρα τήν Ξάνθεια.
Μιά δεύτερη ἐξήγηση, τοῦ γιατί ἡ Ξάνθη παραμένει κατά τήν Τουρκοκρατία στά χέρια τῶν Ρωμηῶν, μπορεῖ ἐπίσης νά εἶναι ἡ ἐπιβίωση μιᾶς χριστιανικῆς, ἐμπορευματικῆς, μεταπρατικῆς καί βιοτεχνικῆς τάξης, τήν ὁποία οἱ κυρίαρχοι δέν μποροῦν νά ἀναπληρώσουν˙ τή χρειάζονται καί τῆς ἐπιτρέπουν ἐμπορικές καί οἰκονομικές δραστηριότητες πού τούς εἶναι ἀπαραίτητες.
Ὅσο δύσκολο εἶναι νά ἐξηγηθεῖ τό γεγονός τῆς κυρίαρχης παρουσίας τῶν Ρωμηῶν στήν Ξάνθη κατά τήν Τουρκοκρατία, τόσο ἀσυνήθιστο φαίνεται, ἄν συγκρίνουμε τήν κατάσταση αὐτή μέ τή μοίρα ἄλλων πόλεων κατά τήν Τουρκοκρατία, ὅπως τῆς γειτονικῆς Καβάλας (Χριστούπολις), τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Ἀδριανούπολης, ἀλλά καί τῆς Κωνσταντινούπολης, στίς ὁποῖες ἡ κυριαρχία τῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων εἶναι ἀπόλυτη καί καταθλιπτική, ἐνῶ τά κέντρα τῶν πόλεων αὐτῶν καί οἱ δημόσιοι χῶροι ἀποκτοῦν ἕνα ἰσλαμικό χαρακτήρα.
Κάτι ἀνάλογο μέ αὐτό πού συνέβη στήν Ξάνθη, παρατηρεῖται καί στή Ραιδεστό, στό ἐμπορικό λιμάνι τῆς Προποντίδας, ὅπου ἡ κυρίαρχη παρουσία τῶν Ρωμηῶν εἶναι ἐμφανής καί ὅπου ἡ πόλη δέν περνᾶ μεγάλη περίοδο κατάπτωσης καί παρακμῆς. 

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Ἡ ἀναγέννηση τοῦ Ἑλληνισμοῦ καί ὁ Νέος Ἑλληνισμός

Νεο­κλασσικό ὕφος μέ διακοσμητικά ἀκροκέραμα καί ρόδακες στό καμπαναριό τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ὄψιμη ἔκφραση τοῦ νεοκλασσικισμοῦ τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὁ ὁποῖος υἱοθετεῖται ὡς ἀρχιτεκτονικό καί διακοσμητικό ὕφος ἀπό τήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. (Φωτογραφία τοῦ 2006).

Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς Ἀναγέννησης τοῦ Ἑλληνισμοῦ κατά τόν 18ο αἰῶνα εἶναι ἡ ἀκμή τῆς λαϊκῆς τέχνης. Πρόκειται γιά αὐθόρμητη ἔκφραση πού ἐμ­πνέ­εται καί υἱοθετεῖ στοιχεῖα ἀπό ἕναν εὐρύτατο χῶρο, ἐνῶ συνεχίζει παραδόσεις αἰώνων.  Ἰδιαίτερος καί ἐνδιαφέρον κλᾶδος τῆς λαϊκῆς τέχνης ἦταν ἡ ἀργυ­ρο­χοΐα πού ἄκμασε καί στή Θράκη. Στήν εἰκόνα ἡ χαρακτηριστική "κορώνα", ἡ ζώνη τῆς φορεσιᾶς τοῦ Σουφλίου πού ὀνομάσθηκε ἔτσι ἀπό τό σχῆμα κορώνας πού θυμίζει ἡ πόρπη. Ἀποτελοῦσε δῶρο τοῦ γαμπροῦ πρός τή νύφη καί κα­τά κανόνα εἰκόνιζε στό ἄνω τμῆ­μα της δύο ζευγαρωμένα πουλιά ἤ τόν δικέφαλο ἀετό. Κατασκευα­ζόταν ἀπό τούς χρυσικούς τοῦ Σουφλίου ἀπό χαλκό μέ σμάλτο στά βαθου­λώματά της, σύμφωνα μέ τήν ἀνά­λογη πρακτική τῶν βυζαντινῶν ἀργυροχόων.

Ἀσημένια ἐπιχρυ­σω­μένη πόρπη κατασκευασμένη στήν  Ἤπειρο. Διακοσμητικό θέμα εἶναι ὁ δικἐφαλος ἀετός, σύμβολο τῆς συνέχειας τῆς ἑλληνικῆς ἱστορίας καί ὑπόσχεση ἀναγέννησης, ἀλλά καί ὑπενθὐμιση τῆς βυζαντινῆς μας καταγωγῆς. (Δεύτερο μισό τοῦ 19ου αἰώνα).

 
Οἱ ἀπαρχές τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ τοποθετοῦνται τόν 13ο αἰῶνα στούς χώρους τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας σέ ἐξορία στή Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Ἡ κατάκτηση καί ὁ διαμοιρασμός τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας εἶναι ἡ κρίση πού συγκλονίζει τούς διανοούμενους τῆς Νίκαιας. Τό ζήτημα τῆς ταυτότητας καί ἡ πολιτιστική ἰδιαιτερότητα τίθενται μέ ἐνάργεια: οἱ βυζαντινοί εἶναι πλέον ἀναγκασμένοι νά ξεκαθαρίσουν τή σχέση τους μέ τόν Ἑλληνισμό. Ἡ ἐποχή ἐκείνη εἶναι μία περίοδος δοκιμασίας κατά τήν ὁποία ἡ Βυζαντινή Αὐτοκρατορία, –μεγάλη χριστιανική δύναμη τῆς Ἀνατολῆς–, βρίσκεται ὑπό συνεχῆ πίεση ἀπό Δύση καί Ἀνατολή καί σέ μόνιμο ἀγῶνα γιά τήν ὕπαρξή της. Ἡ δεύτερη Βυζαντινή Ἀναγέννηση δέν θά μπορέσει νά ὁλοκληρωθεῖ. Οἱ Τοῦρκοι, νέος καί πολεμικός λαός, πού ξεκίνησε ἀπό τή στέππα σέ μία κατακτητική πορεία πρός τή Δύση, ἐγκαθίστανται στήν καρδιά τῆς Αὐτοκρατορίας καί τήν καταλύουν.
Τούς πρώτους τρομερούς αἰῶνες μετά τήν τουρκική κατάκτηση ἀκολούθησε ἡ ἀνασύνταξη τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν. Τόν 17ο αἰῶνα ἐμφανίζονται συνθῆκες οἱ ὁποῖες ἐπιτρέπουν τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἑλληνικοῦ ἐμπορίου, τῆς μεταποίησης στίς κοινότητες καί τῆς ἑλληνικῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἡ κατακτητική ὁρμή τῶν Τούρκων ἔχει φθάσει στά ὁριά της. Ἡ πανίσχυρη Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἀναγκάζεται νά χαλαρώσει τήν ἐξοντωτική πολιτική της πρός τούς χριστιανούς ὑπόδουλους, ἀφοῦ κατανοεῖ ὅτι ἡ συνεργασία τους εἶναι ἀπαραίτητη. Τόν 18ο αἰῶνα οἱ ρωμαίικες κοινότητες τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀκμάζουν καί δημιουργοῦν τήν πραγματικότητα πού ὀνομάζουμε καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Εἶναι μία πραγματικότητα, στήν ὁποία οἱ Ρωμηοί διαθέτουν οἰκονομική δύναμη δυσανάλογη πρός τούς ἀριθμούς τους καί στήν ὁποία γίνονται οἰκονομικά καί πολιτιστικά κυρίαρχοι, παρά τό ὅτι εἶναι πολιτικά ὑποταγμένοι. Ὁ 19ος αἰῶνας ἀποτελεῖ μία ἐποχή μεγάλης ἀνόδου καί ἀκμῆς τῆς Θράκης εἰδικότερα καί τοῦ Ἑλληνισμοῦ γενικότερα. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ ὀθωμανικές μεταρρυθμίσεις πού ἀποσκοποῦν στόν ἐκσυγχρονισμό τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἐπιτρέπουν στίς χριστιανικές κοινότητες πρόσθετα πλεονεκτήματα. Ἀναδύονται καί πάλι οἱ μακραίωνες παραδόσεις τῶν Ἑλλήνων καί προφυλάσσονται οἱ ἰδιαιτερότητές τους, ὥστε οἱ ἴδιοι νά βοηθοῦνται νά κατανοοῦν Δύση καί Ἀνατολή μέ τρόπο πού τούς ἐπιτρέπει νά τίς διαφυλάσσουν. Οἱ  Ἕλληνες τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς ἐπιτυγχάνουν μορφές ἀστικοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ χωρίς νά χάσουν τά πολιτισμικά χαρακτηριστικά τους. Αὐτά συνεχίζουν νά στηρίζονται στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, τόν κοινοτισμό, τήν παιδεία, τό ἐμπόριο καί τήν οἰκονομία. Αὐτό εἶναι ἰδιαιτέρως σημαντικό καί ἐξόχως ἐπίκαιρο, μέ τήν ἔννοια ὅτι καί σήμερα ἀντιμετωπίζουμε καί πάλι, -ὅπως συνεχῶς τό ἀντιμετωπίζουμε-, τό πρόβλημα τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί τῆς προσαρμογῆς στόν σύγχρονο κόσμο. Αὐτό εἶναι ἕνα πρόβλημα ὄχι μόνο οἰκονομικῆς, κοινωνικῆς καί πολιτικῆς μορφῆς, ἀλλά, κυρίως, ἕνα πρόβλημα πολιτισμικῆς τάξης.
Ἡ Θράκη κρατᾶ κεντρική θέση στήν πραγματικότητα πού δημιουργήθηκε καί πού ὀνομάσαμε καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή, ὡς συστατικός χῶρος, κλειδί τῆς πολιτισμικῆς καί οἰκονομικῆς συνέχειας τῶν τριῶν θαλασσῶν, γύρω ἀπό τίς ὁποῖες συγκροτεῖται ὁ ἑλληνικός κόσμος: τοῦ Αἰγαίου, τῆς Προποντίδας καί τοῦ Εὔξεινου Πόντου.
Ἡ Μεγάλη Ἰδέα ἀποτελεῖ τήν ἱστορική προϋπόθεση γιά τή δημιουργία τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου συγκροτεῖ καί τήν κεντρική ἰδεολογία: τό Νέο Ἑλληνικό Κράτος δέν εἶναι παρά ἡ ἀρχή τῆς ἀπελευθέρωσης τῶν χριστιανῶν ὑποδούλων καί τῆς ἀνασύστασης τῆς Ρωμανίας μέ κέντρο πάντα τήν Κωνσταντινούπολη. Ἡ Μεγάλη Ἰδέα γεννήθηκε στήν Πύλη τοῦ Ρωμανοῦ τή μοιραία αὐγή τῆς 29ης Μαΐου τοῦ 1453 μαζί μέ τήν ἔνδοξη πτώση τῆς Βυζαντινῆς Αὐτοκρατορίας. Κάτω ἀπό τόν ἀλυτρωτικό καί οἰκουμενικό χαρακτῆρα της ἡ Μεγάλη Ἰδέα εἶναι ἰδεολογία πολιτισμική. Ἡ Ἑλληνική Ἐπανάσταση ξεσπᾶ ὡς συγκερασμός τοῦ Διαφωτισμοῦ καί τῆς Μεγάλης Ἰδέας. Ὡστόσο, τό ἀποτέλεσμά της στήν πρώτη φάση της δέν ἀντιστοιχεῖ σέ αὐτό πού εἶχε ὁραματισθεῖ ἡ ἰδεολογία. Τό ἀδύναμο καί περιορισμένο ἑλληνικό κράτος εἶναι ἐξαρτημένο πολιτικά καί οἰκονομικά ἀπό τούς Δυτικούς, οἱ ὁποῖοι βοήθησαν τή δημιουργία του, ἀλλά καί σχεδίασαν τά ὅρια καί τή μορφή του μέ τρόπο πού νά ἐξυπηρετεῖ τίς ἐπιδιώξεις τους. Γιά τούς δυτικούς Εὐρωπαίους τό ἑλληνικό κράτος εἶναι ἕνα προγεφύρωμα, ἀλλά καί βασίλειο πρότυπο τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ καί τοῦ ἐξευρωπαϊσμοῦ στήν Ἀνατολή καί ἀποτελεῖ τήν πραγμάτωση τῆς φαντασιακῆς καί ρομαντικῆς ἀντίληψής τους γιά τήν ἀναβίωση τῆς ἑλληνικῆς ἀρχαιότητας˙ σέ συμφωνία πάντα μέ τήν ἀντίληψη τῆς ἀρχαιότητας πού καθιέρωσαν οἱ εὐρωπαῖοι κλασσικιστές καί ὁ νεοκλασσικισμός. Μέ τήν ἵδρυση τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους ἐπιταχύνεται ἡ πολιτισμική διαδικασία ἡ ὁποία θά ὁδηγήσει στήν ἀντιστροφή τῆς στάσης τῶν ἑλληνικῶν πληθυσμῶν ἀπέναντι στή Δύση: ἀπό τό ἀντιλατινικό φρόνημα τοῦ 13ου καί 14ου αἰώνα, ὅταν οἱ λαϊκές μᾶζες ἀπέρριψαν κάθε ἰδέα συνδιαλλαγῆς μέ τή Δύση, φτάνουμε στήν ἀνάδειξη τῆς Δύσης ὡς πρότυπου καί στόχου μίμησης. Παύει ἔτσι ἡ ρωμαίικη Ἀνατολή νά ἀποτελεῖ πολιτισμική πρόταση ἐναλλακτική πρός τή Δύση.
Οἱ  Ἕλληνες δημιουργοῦν τό ἐθνικό τους κράτος στό ἱστορικό τους κέντρο, τό ὁποῖο ὅμως παρέμεινε περιφερειακή περιοχή γιά πολλούς αἰῶνες. Περιφερειακή περιοχή, γιατί τό κέντρο βάρους τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετατίθεται ἀμέσως μετά τήν κλασσική ἐποχή καί τή μεγάλη ἑλληνική ἐξόρμηση πρός τήν Ἀνατολή καί σταθεροποιεῖται γιά δεκαέξι αἰῶνες στήν Κωνσταντινούπολη. Τό κέντρο βάρους τοῦ Ἑλληνισμοῦ μετατίθεται καί πάλι τόν 19ο αἰῶνα πρός τή νότιο Βαλκανική, ἄν καί ἡ Κωνσταντινούπολη συνεχίζει νά ἑνώνει τίς τρεῖς θάλασσες γύρω ἀπό τίς ὁποῖες εἶχε ἀναπτυχθεῖ ἕνας εὐρύς ἑλληνικός κόσμος. Τό Ἑλληνικό Βασίλειο στρέφεται, ὅπως εἴπαμε, πρός τή Δύση.
Ὡστόσο, στήν εὐρύτερη καί μεγάλη Ἀνατολή, ὁ ἀνατολικός Ἑλληνισμός, ὑποταγμένος, ἀλλά μέ πολιτισμική αὐτοτέλεια, κοινωνική συνοχή καί μεγάλη οἰκονομική ἰσχύ, εἶχε ἐπιτύχει μιά ἄλλη μορφή ἐκσυγχρονισμοῦ. Παρά τόν ἀστικό ἐκσυγχρονισμό τους οἱ  Ἕλληνες τῆς Ἀνατολῆς, διαφύλαξαν τή βυζαντινή παράδοση. Θά μπορούσαμε λοιπόν νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχει μία διαφορετική ἰδεολογική ἀντίληψη πού διακρίνει τούς ἀνατολικούς  Ἕλληνες ἀπό τούς  Ἕλληνες τοῦ ἐλεύθερου ἑλληνικοῦ κράτους.


Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2011

Μαστοριά καί μεράκι: λαϊκή παράδοση καί λαϊκότητα.

Παράθυρο μέ πέτρινο πλαίσιο στήν ὁδό Ἀντίκα. Τυπική εἶναι ἡ σιδεριά μέ ρόδακες καί λόγχη κατά τά πρότυπα τῆς Κωνσταντι­νού­πολης.

Καμπυλόσχημο ἀέτωμα μέ ἐσοχή κατά τά πρότυπα τῆς Βόρειας Θράκης σέ κατοικία τῆς ὁδοῦ Ὑδραγωγείων.



Ἀνακαινισμένο κονάκι μακεδονικῆς ἀρχιτεκτονικῆς στή συνοικία Μητροπόλεως. Χαρακτη­ριστικά εἶναι τά δύο σαχνισιά πού καταλαμβάνουν ὅλον σχεδόν τόν ὄροφο.



Ρόπτρο σέ λαϊκό σπίτι τῆς Ξάνθης. Εἶναι ὅμοιο μέ ἀντίστοιχα πού συναντῶνται σέ ὅλη σχεδόν τήν Ἐγγύς Ἀνατολή.



Τυπικό κονάκι μέ δύο πτέρυγες καί λιακωτό κατά τά πρότυπα τῆς Μακεδονίας στή συνοικία Μητροπόλεως.

Τμῆμα κατοικίας λαϊκοῦ ὕφους χρονολογούμενης ἀπό τό πρῶτο μισό τοῦ 19ου αἰώνα.



Τυπική κατασκευή μικρῆς κατοικίας μέ τετράριχτη στέγη σχεδιασμένη
ἀπό τόν Ράλλη Κοψίδη.

Καταστήματα κατασκευα­σμένα κατά τά τέλη τοῦ 19ου αἰώ­να ἀπό Ἠπειρῶτες τεχνίτες στήν κεντρική ἀγορά τῆς Ξάνθης, ἔξω ἀπό τήν Παλιά Πόλη. Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη. 


Καμπυλόμορφο ἀέτωμα μέ δυτικές ἐπιδράσεις καί μέ χρήση κόκκινου τούβλου στήν ὁδό Λευ­κοῦ Πύργου.



Μία ἀπό τίς ἐν σειρᾶ κατοικίες στή συνοικία Ἁγίου Βλασίου τίς ἀποκαλούμενες "Τά Μιχαλογλέικα". Εἶναι ἐμφανής ὁ ἐκλεκτικιστικός συγκερασμός τῶν τοπικῶν παραδόσεων μέ τίς πρα­κτικές τῆς ἀγγλικῆς μικροαστικῆς κατοικίας.



Χρήση τοῦ γκρίζου γρανίτη τῆς Ροδόπης ὡς κύριου στοιχείου τῆς κατασκευῆς καί τῶν διακοσμήσεων.


 Ἡ ὁδός Βύρωνος ὅπου ὁ γκρίζος γρανίτης τῆς Ξάνθης χρησιμοποιεῖται κατά κόρον. Ὁ δρόμος στρωμένος μέ κυβόλιθους ἀπό γρανίτη κατά τό σύστημα "μακαντάμ" καί τά κτήρια καί οἱ ἀναληματικοί τοίχοι συγκρα­τοῦν­ται ἀπό μεγάλες κατεργασμένες πέτρες γρανίτη. (Ὑδατογραφία τοῦ Δημήτρη Σταθόπουλου).
      Οἱ οἰκοδόμοι τῆς Ξάνθης χρησι­μο­ποιοῦν ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό τόν ἄφθονο γκρίζο γρανίτη τῆς Ροδό­πης (γρανοβιορίτη) σέ κατεργασμένη ἤ φυσική μορφή. Σέ ἁπλές φθηνές κατασκευές οἱ γρανιτένιες κροκάλες ἀπό τήν κοίτη τοῦ Κόσσινθου καί τίς προσχώσεις του χρη­σι­μο­ποιοῦν­ται ὡς κύριο οἰκοδομικό ὑλικό. Σέ καλύτερες κατασκευές, ὁ γρανί­της χρησιμοποιεῖται κατεργα­σμένος. Εἶναι ἐνδιαφέροντα τά μεγάλα οἰκοδομικά στοιχεῖα ἀπό γρα­νίτη πού χρησιμεύουν ὡς πλατύσκαλα, ὑπέρθυρα, πλαί­σια γιά παράθυρα καί πόρτες ἤ καί ὡς ἀκρογωνιαῖοι λίθοι (φωτ. 111). Ἡ συλλογή καί ἡ κατεργασία τοῦ γρανίτης γινόταν στίς ὄχθες τοῦ ποταμοῦ, ὅπως καί στό νησί Καναρᾶ.


Διακοσμητικός ψευδο­κίονας μέ χρήση της πορώδους πέτρας τῶν Ἀβδήρων. Ἡ ἰδιό­τυ­πη ροδίζουσα αὐτή πέτρα προ­έρχε­ται ἀπό τό λατομεῖο τῆς Μάνδρας κοντά στά ἀρχαῖα Ἄβδηρα. Ἡ πέτρα τοῦ λατομείου τῆς Μάνδρας διαθέτει ἐκτός ἀπό τό ροδίζον χρῶ­μα καί χρωματικούς κυμα­τισμούς, πού μπορεῖ νά φθά­σουν μέχρι ἀπο­χρώ­σεις τοῦ κόκ­κινου, δημιουργώντας διακο­σμητική ἐντύπωση. Εἶναι εὔκολα κατερ­γάσιμη, ἡ ἀντοχή της ὅμως εἶναι περι­ορισμένη καί ἀποσα­θρώνεται. Ἡ πέτρα αὐτή χρησιμο­ποιήθηκε σέ μεγάλη κλίμακα κατά τήν κλασική ἐποχή. Σώζονται σήμερα οἰκοδο­μικά μέλη καί σαρκοφάγοι πού βρέθηκαν στήν περιοχή τῆς ἀρχαίας πόλης τῶν Ἀβδήρων. Κατά τή σύγχρονη ἐποχή ἡ ροδίζουσα πέτρα τῆς Μάν­δρας χρησιμοποιήθηκε σέ κατασκευές στόν κάμπο τῆς Ξάνθης καί ἰδίως σέ κτίσματα τῆς Γενισέας, κατά τήν περίοδο τῆς ἀκμῆς της πρίν τό 1870.
      Ἀξιοσημείωτη εἶναι ἡ χρήση τῆς ροδίζουσας πέτρας τῆς Μάνδρας στά κομψά τεμένη πού ἀνήγειραν οἱ Ὀθωμανοί Τοῦρκοι στή Γενισέα, ἀμέσως μετά τήν κατάκτηση τῆς Θράκης.


Τυπική διάταξη συνεχό­μενου σαχνισιοῦ σέ ὄροφο κατοικίας
(ὁδός Μάρκου Μπότσαρη).

Λαϊκή ζωγραφική στήν πλευρά κάρου σύμφωνα μέ τά βαλκανικά πρότυπα. ( Ὑδατο­γρα­φία τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Λιθανάγλυφο σέ ὑπέρθυρο καταστήματος. (Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).


Παρά τήν οἰκονομική καταστροφή τῆς χώρας μετά τή Μικρασιατική Ἐκστρατεία, τήν ἔλευση τῶν προσφύγων καί παρά τή διεθνή οἰκονομική κρίση, οἱ δεκα­ετίες τοῦ 1920 καί τοῦ 1930, ἐκτός ἀπό τήν ἐπική προσπάθεια τῆς στέγασης τῶν προσφύγων, χαρακτηρίζονται καί ἀπό τήν ἀνά­πτυξη τῆς ἑλληνικῆς βιομηχανίας. Στή φωτογραφία δεξιά καφενεῖο στή βιομηχανική περιοχή τοῦ καπνοῦ πού σέρβιρε πρόχειρα γεύματα στούς πολυπληθεῖς πρόσφυγες ἐργάτες. (Φωτογραφία τοῦ 1980).



Ἡ πλειονότητα τῶν προσφύγων πού κατέφυγαν στήν Ξάνθη μετά τό 1922 στεγάστηκαν στήν κύρια περιοχή πού ἀνέπτυξε τό Ἑλληνικό Δημόσιο στή νοτιο­δυτική ἄκρη τῆς πόλης καί σέ συνά­φεια μέ τίς τότε ὑπάρχουσες ἐργατικές συνοικίες τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων καί τοῦ Χατζησταύ­ρου. Ἡ στέγαση τῶν προσφύγων ἔγινε εἴτε μέ τήν ἀνέγερση τυποποιημένων κατοικιῶν, εἴτε μέ τήν παροχή οἰκοπέδων καί δανείων πρός τούς πρόσφυγες γιά αὐτοστέγαση μέ χρήση ἕτοιμου σχεδίου. Οἱ νέες γειτονιές τοῦ Ἀστικοῦ Συνοικισμοῦ τῶν Τσι­μεν­τένιων καί τῆς Κυψέλης δημι­ουργήθησαν. Στή φωτογραφία τῦπος σπιτιοῦ ἀπό τήν ὀργα­νωμένη ἀνοικοδόμηση στό νέο Ἀστικό Συνοικισμό. Πρόκειται γιά κατασκευή πού παραπέμπει στά ξύλινα σπίτια τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης καί τῆς Προποντίδας. (Φωτογραφία τοῦ 2006).



Ἄλλος τῦπος κατοικίας τῆς ὀργανωμένης δόμησης στόν νέο Ἀστικό συνοικισμό. (Φωτογραφία τοῦ 2006).

Πέτρινη μικρή μονοκα­τοικία στήν ὁδό Μαραθῶνος 27 στό κέντρο τοῦ Ἀστικοῦ Συνοικι­σμοῦ μέ χρονολογία ἀνέγερσης 1926. Δέν φαίνεται νά ἀνήκει σέ κάποιο τυποποιημένο σχέδιο, ὁπωσδήποτε πάντως ἡ σέ ἐσοχή εἴσοδος παραπέμπει σέ ἀνατολικά πρότυπα, ἐνῶ τά γαλλικά κερα­μείδια θυμίζουν τή μαζική κατα­σκευή τῆς προσφυγικῆς ἀποκα­τάστασης. Τό ἐνδιαφέρον στήν κατασκευή αὐτή βρίσκεται στά ἀποτρεπτικοῦ χαρακτῆρα λαϊκά γλυπτά στήν κορυφή τῆς ἀψίδας τῶν παραθύρων πού παραπέμ­πουν στήν ἑλληνική λαϊκή παρά­δοση καί σέ πρότυπα τοῦ κύριου ἑλληνικοῦ χώρου. (Φωτογραφία τοῦ 2006).



Χρονολογία τῆς κατα­σκευῆς τῆς ἴδιας κατοικίας στήν ὁδό Μαραθῶνος 27. Ἀναφέρεται ἁπλῶς τό ἔτος κατασκευῆς χωρίς κτιτορικές λεπτομέρειες, μιά συνήθεια πού φαίνεται νά κράτησε λίγα χρόνια κατά τό πρῶτο μισό τοῦ 20οῦ αἰώνα.



Μία ἀπό τίς ἀποτροπαϊκές παραστάσεις στήν ἐρει­πωμένη κατοικία τῆς ὁδοῦ Μαραθῶνος στόν Ἀστικό Συνοι­κισμό. Εἶναι μᾶλλον γυναικεία μορφή καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά πιό ὄψιμα δείγματα τῆς χρήσης τῆς ἀνθρώπινης μορφῆς ὡς ἀποτρε­πτικοῦ στοιχείου, ὅπως συνηθι­ζόταν στή λαϊκή τέχνη τοῦ 18ου καί τοῦ 19ου αἰώνα.

























Μαστοριά καί μεράκι: λαϊκή παράδοση καί λαϊκότητα

Ἡ πόλη ἀνοικοδομεῖται τόν 19ο αἰῶνα ἀκολουθῶντας, σέ μεγάλο βαθμό, τά καθιερωμένα πρότυπα τῆς "ἀρχοντικῆς" ἀρχιτεκτονικῆς τῆς Βόρειας καί τῆς Κεντρικῆς Ἑλλάδας. Σέ πλήρη ἀντίθεση μέ τή στέρηση καί τή φτώχεια τῶν προηγούμενων τρομερῶν αἰώνων, οἱ πλούσιοι πλέον ἔμποροι καί ναυτικοί νοικοκυραῖοι ἀνοικοδομοῦν, μετά τόν 18ο αἰῶνα, τά σπίτια τους μέ τρόπο πού ὑπερβαίνει τίς ἁπλές στεγαστικές ἀνάγκες. Οἱ μακραίωνες αἰσθητικές παραδόσεις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀναδύονται καί πάλι καί ἐμφανίζονται ὡς ἐπιλογές τῶν εὐπόρων νέων ρωμαίικων ἀστικῶν στρωμάτων, ἐκφραζόμενες βέβαια σύμφωνα μέ τίς αἰσθητικές ἀντιλήψεις καί τούς τρόπους τῆς καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολῆς, τῆς Δύσης, ἀλλά καί τῆς εὐρύτερης Ἀνατολῆς. Εἶναι σημαντικό καί ἐπίκαιρο τό γεγονός ὅτι ἡ ἀνερχόμενη νέα ρωμαίικη καί ἐμπορευματική τάξη, –παρ’ ὅλη τή γοητεία πού αἰσθάνεται γιά τόν μεγάλο ἀστικό πολιτισμό τῶν Εὐρωπαίων καί τόν δυτικό εὐρωπαϊκό πολιτισμό–, παραμένει προσηλωμένη στή μακραίωνη παράδοση τοῦ βυζαντινοῦ κόσμου καί στήν Ἀνατολική Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Οἱ πλούσιοι ἔμποροι ζητοῦν τή συνεργασία τῶν λαϊκῶν μαστόρων, οἱ ὁποῖοι ἐνσωματώνουν στήν πλούσια παράδοσή τους τούς τρόπους καί τίς ἀντιλήψεις πού ἔρχονται ἀπό Ἀνατολή καί Δύση, δημιουργώντας μία ὑβριδική ἀρχιτεκτονική.
Ἡ Παλιά Ξάνθη εἶναι γεμάτη ἀπό λαϊκές βαλκανικές κατοικίες, χάνια, μαγαζιά, ρωμαίικες ἐκκλησίες τῆς τελευταίας ὀθωμανικῆς περιόδου καί ἀρχοντικά τῶν ἐμπόρων τοῦ καπνοῦ, πού θέλουν νά ἐντυπωσιάσουν ἐπιδεικνύοντας χλιδή καί πλοῦτο σάν ἐπιβεβαίωση τῆς ὑπέρβασης τῆς παλιᾶς τους φτώχειας.
Ὡστόσο, ἡ σύγκριση μέ τά χρονικά προηγούμενα παραδείγματα τῶν πόλεων τῆς Ἠπείρου, τῆς Μακεδονίας καί τῆς Θεσσαλίας εἶναι σχετική, ἀφοῦ ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς Ξάνθης ἀκολουθεῖ τά πρότυπα αὐτά μέ καθυστέρηση ἑνός αἰῶνος. Αὐτό ὀφείλεται στήν καταστροφή τῆς πόλης τό 1829, ἀλλά καί εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς γεωγραφικῆς ἐγγύτητας τῆς πόλης εἰδικότερα καί τῆς Θράκης γενικότερα πρός τό κέντρο τῆς δύναμης τῶν κατακτητῶν Ὀθωμανῶν Τούρκων, τῶν ὁποίων ἡ κυριαρχία στή Θράκη ἦταν καταθλιπτική.
Ἡ ἀνοικοδόμηση τῆς πόλης πού ξεκινᾶ ἀμέσως μετά τό 1929 καί ἐπιταχύνεται κατά τήν περίοδο 1870-1910 πραγματοποιεῖται σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ὁμάδες μαστόρων πού ξεκινοῦν ἀπό τή Μακεδονία, τήν   Ἤπειρο καί τή Βόρεια Θράκη[i].
Ὁ μάστορας εἶναι αὐτός πού γνωρίζει καλά μία πρακτική τέχνη καί ἀσχολεῖται μ’ αὐτήν ἐπαγγελματικά. Ἡ λέξη εἶναι βυζαντινή (μαΐστωρ, μαγίστωρ ἀπό τό λατινικό magister). Ὁ μάστορας ἀποκτᾶ τόν τίτλο του μετά ἀπό μακροχρόνια μαθητεία σέ ἄλλο μάστορα. Ἡ μαθητεία ἀρχίζει ἀπό τήν παιδική ἠλικία. Ὁ ἀρχιμάστορας διευθύνει ὁμάδα μαστόρων καί βοηθῶν (τσιράκια καί καλφάδες). Ὁ ἀρχιμάστορας ἔχει τέτοια γνώση τῆς τέχνης του, ὥστε μπορεῖ νά καθοδηγήσει καί νά κατασκευάσει ἕνα σύνθετο ἔργο, γιά τό ὁποῖο χρειάζεται πολλή ἐργασία ἀπό πολλούς μαστόρους.
Ὁ θεσμός τῆς συνεργασίας καί τῆς ὀργάνωσης τῶν μαστόρων, δηλαδή ὁ θεσμός τῶν συντεχνιῶν ἤ τῶν συναφιῶν, ξεκινᾶ ἀπό πολύ παλιά καί συνεχίζεται κατά τήν Τουρκοκρατία. Τό σινάφι περιλαμβάνει ὅλους τούς μαστόρους μιᾶς συγκεκριμένης εἰδικότητας καί διοικεῖται ἀπό τούς ἀρχιμάστορες πού ἐκλέγονται σέ συνέλευση διά βοῆς. Οἱ Τοῦρκοι ἀνέχθηκαν τά σινάφια, ἀφοῦ τούς χρησίμευαν καί τούς βοηθοῦσαν στήν εἴσπραξη τῶν φόρων. Τά σινάφια γίνονται πλέον καί μεγάλες συσσωματώσεις καί ἀποβλέπουν στήν ἀποδοτικότερη παραγωγή. Ὁλόκληρα χωριά ἤ περιοχές ἐξειδικεύονται στήν παραγωγή καί τήν ἀπασχόληση. Ὅπως ἡ Στεμνίτσα γίνεται τό κέντρο τῆς μεταλλοτεχνίας, ἡ Καστοριά τῆς γουναρικῆς, ἡ Δημητσάνα τοῦ μπαρουτιοῦ, στήν   Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία χωριά καί περιοχές ἐπιδίδονται στήν οἰκοδομική. Τά σινάφια τῶν οἰκοδόμων λέγονται στήν  Ἤπειρο καί στή Δυτική Μακεδονία κουδαραῖοι καί στή Θράκη δουλγκέρηδες.
Ὡστόσο, δέν γνωρίζουμε ποιοί κτίσαν τήν Ξάνθη. Οὔτε γνωρίζουμε ἄν τά σημαντικά κτήρια ἔγιναν μετά ἀπό σχέδια ἀρχιτεκτόνων.
Ὅσο γιά τή μαστοριά, τή δεξιοτεχνία περί τά τεχνικά, αὐτή, πέρα ἀπό ἐπαγγελματική προϋπόθεση, ἔχει σχέση καί μέ τό μεράκι– καί τοῦ μάστορα καί αὐτοῦ πού τόν πληρώνει.
Χαρακτηριστικό στοιχεῖο τῆς λαϊκῆς ἀρχιτεκτονικῆς στήν Ξάνθη εἶναι τό λεγόμενο σαχνισί. Τό σαχνισί ἀποτελεῖ προέκταση τοῦ ὀρόφου, ἤ τμήματος τοῦ ὀρόφου ἑνός κτίσματος, πού συνήθως εἶναι κατοικία. Ἡ ἐπέκταση αὐτή ὑποστηρίζεται ἀπό ξύλινα στηρίγματα. Ἡ λέξη σαχνισί εἶναι περσική καί σημαίνει τόν θρόνο τοῦ βασιλιᾶ.
Τό σαχνισί συναντᾶται πολύ συχνά στή βυζαντινή ἀρχιτεκτονική, ὅπως καί μέ ἄλλη μορφή στή Δυτική Εὐρώπη (ἔρκερ). Ὡστόσο, στήν Ὀθωμανική Αὐτοκρατορία ἔλαβε τεράστια διάδοση γιά λόγους πού μᾶλλον εἶναι κοινωνικοί. Ὁ ἀποκλεισμός τῆς γυναίκας ἀπό τήν ἀνοικτή κοινωνική ζωή καί ἡ εσωστρέφεια τῶν Τούρκων, ὑποχρέωσαν τή νοικοκυρά νά ἀναζητᾶ κάποια ψυχαγωγία μέ τήν ἐπαφή μέ τά τεκταινόμενα στό δρόμο καί στήν ἄμεση γειτονιά τῆς κατοικίας. Τό σαχνισί προσφέρει ἕνα εἶδος στεγασμένου καί καλυμμένου μπαλκονιοῦ, ὅπου τό φῶς καί ὁ ἥλιος εἰσέρχονται χωρίς ἐμπόδια. Τό σαχνισί δίνει δυνατότητα εὐρύτερης θέας καί ἐπιτρέπει στή νοικοκυρά καί τά ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας νά περνοῦν τίς ἐλεύθερες ὧρες τους εὐχάριστα. Τά καφασωτά καλύμματα στά παράθυρα ἐμποδίζουν τά βλέμματα τῶν ξένων. Στούς χριστιανικούς μαχαλάδες εἶναι χαρακτηριστική ἡ ἔλλειψη τῶν καφασωτῶν στά παράθυρα. Τό σαχνισί συναντᾶται κατά κόρον σέ κτίσματα τῆς λαϊκῆς παραδοσιακῆς ἀρχιτεκτονικῆς στά Βαλκάνια καί στή Μικρά Ἀσία ἀπό τόν 12ο μέχρι τόν 19ο αἰῶνα, σέ τέτοιο βαθμό, πού ἀποτελεῖ ἴσως τό κύριο ἀρχιτεκτονικό στοιχεῖο στούς παραδοσιακούς οἰκισμούς τῆς Αὐτοκρατορίας. Συναντοῦμε διάφορες μορφές καί μεγέθη σαχνισιῶν –ἁπλά, διπλά, μέ διαφορετικό βάθος κατά τμήματα καί ἄλλα– καί εἶναι δυνατό ἐπίσης γιά ἕνα κτίσμα νά διαθέτει δύο ἤ περισσότερα σαχνισιά σέ συμμετρική ἤ μή διάταξη.
Συναντῶνται ἐπίσης στήν Ξάνθη στοιχεῖα τῆς κατά παράδοση ἑλληνικῆς λαϊκῆς τέχνης.
Στή λαϊκή τέχνη τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου κατά τόν 18ο καί 19ο αἰῶνα ἐμφανίζεται ἕνα ἀπό τά κύρια προβλήματα τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ. Ἐννοοῦμε τήν ἐπίδραση καί τήν ἀναμέτρηση μέ τό πολιτισμικό περιβάλλον τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, δηλαδή τήν ἐπίδραση τῆς εὐρωπαϊκῆς αἰσθητικῆς στή μακραίωνη παράδοση τῆς ἑλληνικῆς τέχνης.
Ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα εἶναι τά λιθανάγλυφα πού συναντῶνται σέ κατασκευές τῶν Ἠπειρωτῶν μαστόρων (κατάστημα στήν ὁδό Παλαιολόγου, ἀρχοντικό στήν πλατεῖα Ματσίνη, ἐρειπωμένη κατοικία στήν ὁδό Ἐλ. Βενιζέλου).
Ἀκόμη, στήν Παλιά Ξάνθη ὑπάρχουν δείγματα τῆς ἐργασίας ζωγράφων πού ἀφοροῦν κυρίως ζωγραφικές διακοσμήσεις ἀρχοντικῶν, γιά τά ὁποῖα τό μεράκι τῶν πλούσιων κτιτόρων τους δέν ἐμποδίστηκε ἀπό τό οἰκονομικό κόστος. Ἔτσι, οἱ πλούσιοι ἔμποροι μετακάλεσαν ζωγράφους τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης, οἱ ὁποῖοι διακόσμησαν τά ἐντυπωσιακά ἀρχοντικά τους. Λίγα εἶναι τά παραδείγματα αὐτά καί κυρίως ἀφοροῦν τό ἀρχοντικό Μεταξᾶ στήν ὁδό Μάρκου Μπότσαρη καί τά δύο ἐν σειρᾶ ἀρχοντικά Κουγιουμτζόγλου στήν ὁδό Ἀντίκα. Πρόκειται γιά ζωγραφική διακόσμηση εἰκονική καί ἀνεικονική τοῦ ὕφους τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης στήν ὄψιμη ρομαντική ἔκφρασή της.
Ὁ χαρακτῆρας τῆς πόλης εἶναι ὁπωσδήποτε λαϊκός ὅπως μεταφέρεται ἀπό τούς ἀγρότες τῆς περιφερείας καί τούς μικροεπαγγελματίες καί ἐργάτες πού εἶναι ἐγκατεστημένοι σ’ αὐτήν. Ἡ ἔλευση τῶν προσφύγων πλουτίζει μέ νέες ποικιλίες τόν λαϊκό χαρακτῆρα τῆς πόλης. Χιλιάδες εἶναι οἱ μικροεπαγγελματίες καί οἱ ἐργάτες πού καταφθάνουν ἀπό τήν Ἑλληνική Ἀνατολή. Ἡ ἀποκατάσταση τῶν προσφύγων δημιουργεῖ στήν Ξάνθη νέες συνοικίες, ἀφοῦ ὁ πληθυσμός διπλασιάζεται. Περισσότερο ἀπό κάθε ἄλλη ἐποχή ἡ λαϊκότητα χαρακτηρίζει τήν πόλη καί αὐτό εἶναι σημαντικό γιατί ἡ λαϊκότητα εἶναι φορέας καί κιβωτός λαϊκοῦ πολιτισμοῦ καί παράδοσης.




[i] Οἱ ὁμάδες τῶν οἰκοδόμων, τά μπουλούκια, ξεκινοῦσαν ἀπό τά χωριά τους μετά τίς Ἀποκριές γιά νά δουλέψουν σέ μακρινούς τόπους. Κανονικά ἡ ἀποδημία διαρκοῦσε μέχρι τόν Δεκέμβριο, ὅταν ἐπιστρέφαν στά χωριά τους γιά νά φροντίσουν τά σπίτια τους καί νά καλλιεργήσουν τά χωράφια. Τέτοια μπουλούκια κουδαραίων πρέπει νά ἔκτισαν πολλά ἀπό τά σπίτια καί τά ἐργοστάσια τῆς Ξάνθης. Φαίνεται μάλιστα ὅτι ἀρκετοί Ἠπειρῶτες καί Μακεδόνες μπουλουκτζῆδες ἐγκαταστάθηκαν μόνιμα στήν πλούσια Ξάνθη.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Ἐκδυτικισμός: ἐκλεκτικισμός καί μπέλ ἐπόκ.

Συμβολική, ἀκαδη­μαϊκή ἀπεικόνιση τῆς ἕλευσης τοῦ νέου αἰώνα στό ἀρχοντικό Μεταξᾶ στήν ὁδό Μάρκου Μπότσαρη.

Σιδε­ριές παρμέ­νες ἀπό τά ἀστικά περι­βάλ­λοντα τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τοπικές διακοσμήσεις (2004).

Ἡ εἴσοδος στό κονάκι τοῦ Χαμδῆ Μπέη. Χαρα­κτη­ριστικό δεῖγμα ἐκλεκτικιστικῆς ἀρχιτε­κτονικῆς μέ νεοκλασσικό ὕφος καί τοπικά διακοσμητικά στοιχεῖα (2005).

Μικρά καταστήματα στή βόρεια πλευρά τῆς Κεντρικῆς Πλατείας μέ πληθώρα δυτικότροπων διακοσμήσεων. Κατασκευές τῆς τελευταίας δεκαετίας τοῦ 19ου αἰώνα. (Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Μπαλκόνι μέ ἰδιόμορφη τοπική σιδεριά σέ κτήριο λόγιου ὕφους στήν ὁδό Ὀρφέως.

Μπαλκόνι μέ σιδεριά γαλλικῆς προέλευσης σέ κατοικία λαϊκοῦ ὕφους στό Νησάκι.

Τμῆμα ἀπό τό κινηματοθέατρο "Ἠλύσια" πού κτίσθηκε τήν πρώτη δεκαετία τοῦ 20οῦ αἰώνα σέ ὕφος πρώιμου art deco. Ὀνομάσθηκε τότε "Μέγκα Κιν" (2005).

Πέτρινη μεσοαστική κατοι­κία μέ πλῆθος ἐκλεκτικιστικῶν στοιχείων στή συνοικία Δώδεκα Ἀποστόλων. Κτίσθηκε τό 1887 ἀπό μπουλούκι Ἠπειρωτῶν κουδα­ραίων.
(
Σκίτσο τοῦ Ράλλη Κοψίδη).

Στηθαῖο σέ μικροαστική κατοικία τοῦ Μεσοπολέμου μέ διακοσμήσεις παρμένες ἀπό τόν γαλλικό ἀκαδημαϊσμό. Βρίσκεται στήν ὁδό Βλαχοπούλου (2006).




Ἡ μεγάλη ποικιλία καί ἀνάμειξη τῶν μορφῶν καί τῶν στύλ ἐμφανίζεται στό κοσμοπολίτικο Πέραν τῆς Κωνσταντινούπολης καί στήν ἀνατολίζουσα ἀτμόσφαιρα τῆς Θεσσαλονίκης τοῦ δεύτερου μισοῦ τοῦ 19ου αἰώνα καί κυριαρχεῖ στίς ἐπαρχιακές πόλεις τῆς Αὐτοκρατορίας. Τήν ἴδια ἐποχή στήν Ξάνθη, δημιουργεῖται ἕνα ποικιλόμορφο δομημένο περιβάλλον, ὅπου συνυπάρχουν στοιχεῖα λαϊκῆς μακεδονικῆς ἀρχιτεκτονικῆς, βορειοθρακιώτικα πρότυπα, ὀθωμανικές μορφές καί στύλ, καί διακοσμήσεις παρμένες κατευθεῖαν ἀπό τή Δυτική Εὐρώπη. Ἡ ἰδιόμορφη αὐτή πραγματικότητα περιβάλλεται ἀπό τίς μουσουλμανικές συνοικίες καί τούς ἀνατολίτικους μιναρέδες καί στεφανώνεται ἀπό τά τρία μοναστήρια τῆς πόλης. Εἶναι μιά μορφή ἐκλεκτικισμοῦ, ὕφους πού χαρακτηρίζει τό δομημένο περιβάλλον σέ ὅλη τήν Εὐρώπη κατά τόν 19ο αἰῶνα.
Μέ τόν ὅρο ἐκλεκτικισμός ἐννοοῦμε τήν ἐπιλογή καί τήν ἀνάμειξη διαφορετικῶν στοιχείων μέ διαφορετικά στύλ καί κυρίως τή χρήση τους στήν ἀρχιτεκτονική δημιουργία. Ὕφος (στύλ) ὀνομάζουμε τήν ἐπανάληψη στερεότυπων ἤ χαρακτηριστικῶν τρόπων ἤ χαρακτηριστικῆς ἀτμόσφαιρας κατά τήν ἀνθρώπινη συμπεριφορά. Τό ὕφος εἶναι σύνθεση στοιχείων τά ὁποῖα δημιουργοῦν ἕνα σημειωτικό καί αἰσθητικό κώδικα. Κατά τήν ἐκλεκτικιστική ἀντίληψη στίς καλές τέχνες καί τήν ἀρχιτεκτονική, διάφορα ὕφη τοῦ παρελθόντος συνυπάρχουν καί διαπλέκονται, ὥστε νά βοηθοῦν στή δημιουργία τοῦ συνολικοῦ αἰσθητικοῦ ἀποτελέσματος.
 Ὁ ἐκλεκτικισμός κυριαρχεῖ κατά τόν 19ο αἰῶνα στήν ἀρχιτεκτονική καί δημιουργεῖ ποικιλόμορφες κατασκευές. Ἔτσι, ἐκφράζεται ἕνας κοσμοπολιτισμός καί μία διάθεση ἐκμοντερνισμού. Στά Βαλκάνια καί στήν Ἀνατολή ἡ ἄνοδος μιᾶς νέας ἀστικῆς τάξης, πού ἐνθαρρύνει ἡ πολιτική τοῦ ἐκσυγχρονισμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐκφράζεται στό δομημένο χώρο μέ τήν πρόσληψη στοιχείων καί μορφῶν ἀπό τήν Κεντρική καί Δυτική Εὐρώπη, ἀφοῦ αὐτές εἶναι τά σταθερά κέντρα ἀναφορᾶς ἀπ΄ ὅπου ἐμπνέονται οἱ τοπικές συμπεριφορές.
Ὁ ἐκλεκτικισμός χαρακτηρίζει ἀρκετά ἀπό τά κτίσματα τῆς Ξάνθης, αὐτά πού κτίζουν κοσμοπολίτες ἔμποροι μέ τίς συμβουλές ἤ τά σχέδια ξένων ἀρχιτεκτόνων. Ἔτσι βλέπουμε κτίσματα ἐπηρεασμένα ἀπό τό γερμανικό ρομαντισμό ἤ καί νεορομαντισμό, τό γαλλικό ἀστικό περιβάλλον, τό ἀγγλικό μικροαστικό περιβάλλον ἤ καί στοιχεῖα διακόσμησης πού παραπέμπουν στόν εὐρωπαϊκό ἀκαδημαϊσμό, στήν ἰταλική ἀναγέννηση καί τόν νεοκλασσικισμό τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης καί τοῦ Νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους.
Τήν ἴδια ἐποχή ἐμφανίζεται καί ἡ αὐτάρεσκη καί αἰσιόδοξη ἀτμόσφαιρα πού σήμερα ὀνομάζουμε μπέλ ἐπόκ. Ἡ εὐρωπαϊκή μπέλ ἐπόκ (1870-1910) συμπίπτει μέ τήν οἰκονομική ἀκμή τῆς Ξάνθης καί γίνεται ἕνα πρότυπο γιά τούς νεοπαγεῖς ἀστούς τῆς πόλης. Οἱ ἔμποροι πού ταξιδεύουν στήν Κεντρική Εὐρώπη, φροντίζουν νά φέρουν τήν τελευταία ἀπαίτηση τοῦ συρμοῦ στή μακρινή καί ἐπαρχιακή Ξάνθη. Οἱ ἐνδυμασίες συμφωνοῦν μέ τίς ἀπαιτήσεις τῆς μόδας, ὄχι μόνο τοῦ κοσμοπολίτικου Πέραν, ἀλλά καί τοῦ Παρισιοῦ, τοῦ Βερολίνου καί τῆς Βιέννης. Οἱ κατοικίες ἀποκτοῦν στοιχεῖα διακόσμησης πού παραπέμπουν στή δυτική Εὐρώπη, ἐνῶ γεμίζουν ἔπιπλα καί τοιχογραφίες σύμφωνα μέ τίς συνήθειες τῶν μεγαλοαστικῶν κατοικιῶν, ὅπως προβάλλονται στίς μεγάλες πόλεις τῆς Κεντρικῆς Εὐρώπης.
Ἡ μπέλ ἐπόκ εἶναι ἡ ξέγνοιαστη ἐποχή τῆς ἀστικῆς τάξης ἡ ὁποία ἀπολαμβάνει τά πλεονεκτήματα τῆς θέσης της. Ἡ παγίωση μιᾶς πανευρωπαϊκῆς εἰρήνης γιά μερικές δεκαετίες, ἡ παγκόσμια εὐρωπαϊκή ἐπέκταση καί ἡ ἀνάπτυξη τῆς βιομηχανίας, ἐπιτρέπουν τή βελτίωση τῶν συνθηκῶν ζωῆς γιά τό ἀστικό μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης. Εἶναι ἡ ἐποχή, κατά τήν ὁποία οἱ ἀστοί ἀπολαμβάνουν μαζικά τά ἀγαθά τῆς καλῆς ζωῆς, τῆς διασκέδασης καί τῆς ἀφθονίας. Αὐτά τά ἀγαθά, τά ὁποῖα μέχρι τότε ἀπολάμβαναν μόνον οἱ εὐγενεῖς. Ἀποκορύφωση τῆς μπέλ ἐπόκ εἶναι τό ὕφος τῆς βικτωριανῆς ἐποχῆς στήν Ἀγγλία, ἡ ἐκλεπτυσμένη ἀστική Γαλλία καί ἡ ἀνερχόμενη Γερμανία, μέ χαρακτηριστικότερες ἐκφράσεις τή μουσική τῆς οἰκογένειας Στράους στή Βιέννη, τή μουσική τοῦ Ζάκ Ὄφφενμπαχ καί τή ζωγραφική τῶν ἰμπρεσσιονιστῶν στό Παρίσι, ὅπως καί τήν ἀνάπτυξη τοῦ ἀστικοῦ περιβάλλοντος σέ ὁλόκληρη τήν εὐρωπαϊκή ἤπειρο.
Ἡ αἰσιόδοξη αὐτή ἐποχή τελειώνει ἀπότομα καί μαζί τελειώνει καί ἡ ἐποχή τῶν ἀστῶν, τό 1914 μέ τήν ἔναρξη τοῦ τρομεροῦ Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου.